Από το λογοτεχνικό ένθετο της εφημερίδας «Τα Νέα» έως την εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας», η διαδρομή της Μικέλας Χαρτουλάρη διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία του πολιτιστικού ρεπορτάζ. Τη συναντώ στο σπίτι της, στον Λυκαβηττό. Φάκελοι στοιβαγμένοι παντού, χειρόγραφες σημειώσεις και γεμάτες βιβλιοθήκες συνθέτουν το σκηνικό. Αφορμή για τη συνάντησή μας στάθηκε το νέο της βιβλίο «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια» (εκδόσεις Πόλις), ωστόσο η συζήτησή μας επεκτάθηκε σε όλους τους κομβικούς σταθμούς της ζωής της, χωρίς αυτό να θεωρείται ούτε απολογισμός καριέρας ούτε άσκηση νοσταλγίας.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τη διαδρομή της από το «Αντί» ως τα χρόνια στα «Νέα», για τις συναντήσεις της με τον Ελύτη, τον Ρίτσο και τη Μελίνα, για την εμπειρία της εξουσίας στο υπουργείο Πολιτισμού δίπλα σε δύο υπουργούς, για την αποχώρησή της από τα «Νέα», από όπου, όπως λέει, «την έφυγαν», αλλά και για τις «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια».
― Γιατί «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια»; Είναι μια καταγραφή της Ελλάδας του σήμερα;
Ξεκίνησα το 2020 με τη σκέψη να κάνω μια σειρά με δέκα συνομιλίες. Η ιδέα ήταν να καταλήξουν σ’ ένα μικρό βιβλίο το 2021, με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Στο μεταξύ, όμως, πέθανε η μητέρα μου και όλο αυτό πάγωσε. Αργότερα σκέφτηκα να το ξαναδοκιμάσω, αυτήν τη φορά ανοίγοντας τον φακό μου και στα πενήντα χρόνια από τη Μεταπολίτευση. Μίλησα με τον εκδότη Νίκο Γκιώνη, γιατί θεωρούσα πως ήταν ο μόνος από τον χώρο του βιβλίου που θα μου έλεγε ειλικρινά «άσ’ το» ή «έλα, φέρε τις συνεντεύξεις που έχεις κάνει τόσα χρόνια να διαλέξουμε μερικές και να τις βγάλουμε». Δεν μου είπε τίποτε απ’ αυτά. Του έδειξα κάποια δείγματα από τις συνομιλίες που είχα αρχίσει να κάνω και του άρεσε η ιδέα όπως την είχα φανταστεί.
Έτσι, προχώρησα. Κι εκεί συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Άρχισα να συναντώ ανθρώπους που δεν είχαν άμεση σχέση με τη λογοτεχνία ή τον πολιτισμό. Δεν ανήκαν στο πεδίο με το οποίο ασχολούμαι συνήθως – το βιβλίο ή την πολιτική του πολιτισμού. Ήταν κυρίως πρόσωπα από άλλους χώρους: ιστορικοί, άνθρωποι των πολιτικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, γλωσσολόγοι, εγκληματολόγοι, ψυχίατροι, ξένοι ανταποκριτές, ράπερ, αρχιτέκτονες, ντοκιμαντερίστες, αρχαιολόγοι, εκλογολόγοι, φυσικά και πρόσωπα από τον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά λίγα. Τα θέματα που έθιγαν ήταν άκρως ενδιαφέροντα και απολύτως επίκαιρα: οι μάχες των δικαιωμάτων, οι σχέσεις μας με τους εθνοτικά ή πολιτισμικά «άλλους», τα στερεότυπα και τα ταμπού που μας ταλανίζουν, το ιδεολογικό και πολιτικό μεταίχμιο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, ο ρόλος της οικογένειας στη σύγχρονη Ελλάδα, η «άλλη Ελλάδα» που λειτουργεί ως τροχοπέδη, η επένδυση στο Ελληνικό, η τοξικοεξάρτηση, η νέα πραγματικότητα του διαδικτύου, η νεολαία που ασφυκτιά.
«Δεν συγχωρώ στον Τσίπρα τον τρόπο με τον οποίο "φόρεσε" στην πολιτική τον Στέφανο Κασσελάκη. Και κυρίως δεν συγχωρώ τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να φτάσει εκεί που έφτασε».
― Και ποια διαδικασία ακολούθησες;
Ξεκινούσα με έναν άνθρωπο και μετά σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται να μείνει έτσι, ότι πρέπει να ακουστεί και η άλλη άποψη. Κι έτσι άρχισα να απλώνομαι πολύ. Ήθελα να τα έχω όλα. Να υπάρχει, π.χ., και το «εμείς και οι άλλοι»: το σλαβικό, το εβραϊκό, το αλβανικό στοιχείο, η δεύτερη γενιά μεταναστών. Προχωρούσα ως αναγνώστρια, όχι ως δημοσιογράφος, και διαμορφωνόταν μια πολύ ωραία σύνθεση. Ως δημοσιογράφοι συνήθως είμαστε πιεστικοί και εστιασμένοι∙ εδώ η προσέγγιση ήταν εντελώς διαφορετική. Γι’ αυτό τις ονομάζω «συνομιλίες» και όχι «συνεντεύξεις». Δεν υπήρχε τίποτα προαποφασισμένο ή γραπτό. Μιλούσαμε κι εγώ έγραφα εκείνη την ώρα, όλα με το χέρι. Τα πάντα. Έχω τεράστιους φακέλους από όλη αυτήν τη δουλειά. Την ώρα που έλεγε κάτι ένας/μία συνομιλητής/συνομιλήτρια, συχνά ήθελα να πάω αλλού. Όπως ξεκινάς να μιλάς για τον άρρωστο σκύλο σου και ξαφνικά καταλήγεις να μιλάς για το φιλοζωικό κίνημα (να κάτι που λείπει, κακώς, από το βιβλίο…). Αυτές οι μετατοπίσεις με ενδιέφεραν. Μετά πήγαινα σε κάποιον άλλον, με παραπλήσιο ή τελείως διαφορετικό θέμα. Έκανα καταλόγους με θεματικές. Ο ένας μού έλεγε κάτι που δεν μου το είχε πει ο άλλος. Κάποια στιγμή τα μάζεψα όλα και διαμόρφωσα τις συνομιλίες με έμφαση στη φωνή των συνομιλητών και συνομιλητριών μου. Δεν ήθελα να τους στριμώξω. Δεν με ενδιέφερε να απολογηθούν ή να εξηγήσουν γιατί έκαναν κάτι. Με ενδιέφερε να πουν αυτό που σκέφτονταν.
Έβλεπα μετά τα κενά, σημείωνα πού ήθελα να πάει η συζήτηση, και τους τα έστελνα πίσω: «εδώ να συμπληρώσουμε», «εκεί δεν είναι κατανοητό». Συμπλήρωναν και προχωρούσαν βαθύτερα. Αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια. Κάποια στιγμή άρχισε να μου αρέσει τόσο που ήθελα κι άλλα πρόσωπα. Το υλικό έγινε τεράστιο και ο εκδότης δεν το ήξερε αυτό. Δεν του είπα ποτέ ότι αντί για είκοσι πέντε συνομιλίες θα φτάναμε τις εξήντα. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο ήταν ότι δεν αποκάλυπτα στους συνομιλητές μου με ποιους άλλους είχα μιλήσει. Έτσι προέκυψε κάτι που με ενδιαφέρει πολύ: για τα μεγάλα θέματα ακούγονται τουλάχιστον δύο ή και περισσότερες φωνές. Το θέμα της Χρυσής Αυγής, για παράδειγμα, δεν κλείνει σε μία συνομιλία. Το βλέπεις καλειδοσκοπικά, από διαφορετικές γωνίες. Όπως, για παράδειγμα, μέσα από το ζήτημα των Αλβανών δεύτερης γενιάς που ορισμένοι γίνονται χρυσαυγίτες.
― Από αυτές τις 61 συνομιλίες υπάρχει μία που σε έχει σημαδέψει;
Όλες με σημάδεψαν, με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη συζήτηση που έκανα με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο για το πώς διαχειρίζεται ένας συγγραφέας την επιτυχία. Έχεις μια τεράστια πρώτη επιτυχία, όλοι περιμένουν τη δεύτερη, κι εσύ δεν την κάνεις. Τι σημαίνει αυτό; Πώς το κουβαλάς; Πώς νιώθεις; Ή με τον Αργύρη Μπακιρτζή: τον ξέρουμε όλοι ως μουσικό, αλλά έχει δουλέψει επί χρόνια στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού, στην αναστήλωση οθωμανικών κτιρίων. Είναι ο μόνος άνθρωπος που μου είπε την απόλυτη αλήθεια για το πώς κάηκε το τζαμί στο Διδυμότειχο. Αυτό με ενδιαφέρει. Επιδιώκω ο αναγνώστης, το αναγνωστικό κοινό, να βρίσκεται σε εγρήγορση. Δεν θέλω να μου λέει «μπράβο». Θέλω να μου λέει «αυτό το βλέπω αλλιώς» ή «εδώ θέλω να μάθω κάτι παραπάνω».
― Από την εμπειρία αυτών των συνομιλίων, ποια αλλαγή θα έλεγες εσύ ότι είναι η πιο επείγουσα να γίνει στη χώρα;
Είναι δύσκολη ερώτηση, γιατί μου έρχονται πολλά μαζί. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω δύο πράγματα, το πρώτο –χωρίς καμία αμφιβολία– είναι η διδασκαλία της σύγχρονης Ιστορίας στα σχολεία. Σαν να σταματά η Ιστορία της χώρας το 1922. Ουσιαστικά, ό,τι ακολουθεί δεν διδάσκεται. Έτσι αποφοιτούν παιδιά που πάνε να σπουδάσουν ή να δουλέψουν εκτός Ελλάδας και δεν ξέρουν βασικά πράγματα για τη χώρα τους. Οι ξένοι τα γνωρίζουν, κι εμείς είμαστε σε θολούρα.
― Γιατί συμβαίνει αυτό;
Δεν είναι τυχαίο, είναι καθαρά πολιτικό. Δεν μας συμφέρει, δεν θέλουμε. Η ιστορία μετά το 1922, ο Εμφύλιος, το δίπολο δεξιά-αριστερά, το Πολυτεχνείο, το γεγονός ότι μιλούσαμε καθαρεύουσα μέχρι το 1976, η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο. Όλα αυτά δεν χωράνε εύκολα στο αφήγημα του κατεστημένου για μια «σύγχρονη χώρα». Κι όμως, είναι η πραγματικότητά μας. Εκεί υπάρχει τεράστιο έλλειμμα. Το δεύτερο είναι η σχέση μας με την αρχαιότητα, όπως το θέτει ο Βασίλης Κάλφας. Την αρχαιότητα τη μαθαίνουμε ως κάτι τεράστιο και απόμακρο. Είμαστε ίσως οι μόνοι που υποχρεώνονται να μαθαίνουν αρχαία κείμενα χωρίς να ξέρουν τι διακυβεύεται στην «Αντιγόνη» ή, π.χ., τι λέει ο Θουκυδίδης. Μαθαίνεις πού μπαίνει η δασεία και η ψιλή, ότι αλλιώς χρησιμοποιείται μια λέξη τότε και αλλιώς σήμερα, αλλά χάνεις το νόημα. Και βέβαια όλα εξαρτώνται από τον δάσκαλο, αν έχει μεράκι. Διότι δεν έχουν όλοι. Έτσι, ενώ ζούμε παρέα με την αρχαιότητα, έχουμε μια στρεβλή σχέση μαζί της. Δεν εννοώ να γίνει «εργαλείο» –δεν μου αρέσει καθόλου η λέξη– αλλά κάτι με το οποίο να συνομιλούμε. Και είναι εντυπωσιακό ότι έρχονται φοιτητές από το εξωτερικό, στην Αμερικανική Σχολή, π.χ., για δίμηνα ή τρίμηνα προγράμματα, και ξέρουν πενταπλάσια από εμάς που έχουμε τελειώσει Φιλοσοφική ή Νομική. Άρα, αν πρέπει να απαντήσω συνοπτικά: θεωρώ πως επείγουν η διδασκαλία της σύγχρονης Ιστορίας στη δημόσια εκπαίδευση και η αλλαγή στον τρόπο που σχετιζόμαστε με την αρχαιότητα. Και κάτι ακόμα: ο χωρισμός κράτους - Εκκλησίας.
― Τι είναι αυτό που σε ενοχλεί περισσότερο στην εποχή μας, τι είναι αυτό που σε θυμώνει;
Κοίτα, αυτό δεν μπορώ να μην το πω: με θυμώνει πάρα πολύ ο τρόπος που συμπεριφέρεται αυτή η κυβέρνηση. Με θυμώνει βαθιά. Έχω την αίσθηση ότι με κοροϊδεύουν συνεχώς, ότι με εξαπατούν. Και αυτό το πράγμα σε πνίγει. Με ενοχλεί η αίσθηση ατιμωρησίας, το ότι όλα χωνεύονται τελικά σαν να είναι κανονικά. Οι παρακολουθήσεις, τα Τέμπη, η Πύλος, οι επαναπροωθήσεις, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Δικαιοσύνη που πολιτεύεται, η καμένη Εύβοια, η Δαδιά, όλα αυτά. Με προβληματίζει πώς γίνεται να συμβαίνουν όλα αυτά και ταυτόχρονα να υπάρχει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που τα ανέχεται. Πώς εξηγείται αυτή η συνύπαρξη θυμού και αδράνειας; Αυτό είναι το ερώτημα που με καίει.
― Πώς εξηγείς, όμως, ότι μετά από σχεδόν επτά χρόνια διακυβέρνησης δεν υπάρχει αντίπαλος; Και πώς βλέπεις την επιστροφή του Τσίπρα μέσω της «Ιθάκης»;
Αντίπαλοι υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, πολλοί, αλλά με ζητούμενα διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους. Όσο για τον Τσίπρα, τον ψήφισα, αλλά δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του. Πρωτοψήφισα ΣΥΡΙΖΑ το 2012. Έφηβη υποστήριζα το ΚΚΕ Εσωτερικού και πλέον στηρίζω τη Νέα Αριστερά, αλλά ποτέ δεν δραστηριοποιήθηκα κομματικά. Στις δικές μου «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια» απέφυγα συνειδητά να εστιάσω στο πρόσωπό του, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Υπάρχουν φυσικά συνομιλητές μου που αναφέρονται στο πρόσωπό του, αλλά η προσέγγισή τους αφορά την αριστερά γενικότερα, είναι περισσότερο πολιτική παρά κομματική. Όσο για την «Ιθάκη», την έχω διατρέξει και ξέρω ότι, ως δημοσιογράφος, κάποια στιγμή οφείλω να τη διαβάσω. Αλλά δεν με καίει. Υπάρχουν άλλα διαβάσματα που με ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο. Όπως υπάρχουν και πράγματα που δεν του συγχωρώ.
― Σε ποια αναφέρεσαι;
Δεν συγχωρώ τον τρόπο με τον οποίο «φόρεσε» στην πολιτική αναμέτρηση τον Στέφανο Κασσελάκη. Και κυρίως δεν συγχωρώ τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να φτάσει εκεί που έφτασε. Διότι υπήρξαν άνθρωποι σοβαροί, με εμπειρία, με γνώση, που τον συμβούλεψαν, τον ενθάρρυναν ή και τον προστάτεψαν, κι έτσι συνέβαλαν στην ανοδική διαδρομή του από το 2012. Όμως περνούν με δυο λέξεις από την αφήγηση, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Αυτό μου προκαλεί διπλή δυσφορία όταν προέρχεται από έναν ηγέτη της αριστεράς. Δεν μπορείς να μιλάς για συλλογικότητα, για αγώνες, για ήθος, και να σβήνεις από την ιστορία σου όλους εκείνους που σε πλαισίωσαν.
Μικέλα Χαρτουλάρη, «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια», εκδόσεις Πόλις
― Το rebranding του πώς το βλέπεις; Γιατί γράφουν πολλοί ότι από αντισυστημικός έχει εξελιχθεί στο αγαπημένο παιδί των media.
Δεν το παρακολουθώ. Οπότε μόνο γενικά μπορώ να το σχολιάσω. Αυτό το rebranding πηγαίνει σε κατευθύνσεις που δεν με συγκινούν. Όχι επειδή «δεν είναι αρκετό», αλλά επειδή εγώ περίμενα κάτι διαφορετικό: ένα πιο αριστερό, κοινωνικό, μαχητικό προφίλ. Κάτι πιο κοντά στο γαλλικό πρότυπο του Λαϊκού Μετώπου. Αυτό που βλέπω τώρα είναι κεντρώο. Και δεν με ενδιαφέρει. Φυσικά το λέω αυτό χωρίς καμία ιδιότητα. Δεν είμαι δημόσιο πρόσωπο, αλλά ναι, πέρασα από εκεί, έζησα την περίοδο της ελπίδας, και δεν το μετανιώνω καθόλου. Δεν υπήρξα ποτέ οργανωμένη, όμως είμαι αριστερός άνθρωπος και αυτή η θέση έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο.
― Ήσουν στην Ανοιχτή Πόλη αλλά και δίπλα σε υπουργούς Πολιτισμού όπως η Λυδία Κονιόρδου και η Μυρσίνη Ζορμπά. Τι γεύση σου άφησε όλο αυτό;
Τη γεύση ότι τέτοιες εμπειρίες έχουν τα όριά τους. Μετά τη μαθητεία μου στο περιοδικό «Αντί», ξεκίνησα τη δημοσιογραφική πορεία μου από τα χρόνια της Μελίνας Μερκούρη, κάνοντας ρεπορτάζ για το υπουργείο Πολιτισμού στην εφημερίδα «Τα Νέα». Αυτό το βραχιόλι που φοράω εκείνη μου το είχε χαρίσει. Άρα τη δουλειά του υπουργείου Πολιτισμού την ήξερα ως δημοσιογράφος. Όταν βρέθηκα από μέσα, πίστευα ότι μπορώ να βοηθήσω, και τις δύο υπουργούς. Υπήρξα επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της Λυδίας Κονιόρδου και διευθύντρια Γραφείου Υπουργού με τη Μυρσίνη Ζορμπά. Η Ζορμπά, για παράδειγμα, είχε τρομερές ιδέες, εξαιρετικά οργανωτικό μυαλό και μια βαθιά, έμπρακτη αντίληψη της δημοκρατίας, από το πώς λειτουργεί ο θεσμός και πώς αξίζει να πραγματωθεί στο πεδίο του πολιτισμού (ας θυμηθούμε το αίτημά της για «πολιτισμική δημοκρατία») μέχρι το πώς φέρεσαι στον φύλακα ενός μουσείου. Όμως όλο το… βαθύ υπουργείο ήταν εναντίον της. Τρικλοποδιές από παντού, συνεχώς. Στο πλευρό της, σε θέσεις ευθύνης, ελάχιστοι μόνιμοι υπάλληλοι με γερό στομάχι. Αλλά το παιχνίδι ήταν πιο σκληρό απ’ ό,τι νόμιζα και δεν είχα την απαραίτητη πείρα για το Δημόσιο. Στους δυόμισι μήνες παραιτήθηκα λοιπόν από διευθύντρια του Γραφείου της, παραμένοντας όμως στο Γραφείο Τύπου. Μέσα στον κλοιό των μνημονίων, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση έδινε τότε τεράστιο αγώνα: για το «μαξιλάρι», για να υπερβεί τη δημοσιονομική ασφυξία, για την υγεία, για πάρα πολλά ζητήματα, και υπήρχαν δυσκολίες για τις οποίες δεν μιλάει κανείς.
― Υπάρχει κάποιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα;,
Θα σου πω ένα περιστατικό, για να καταλάβεις. Πρόκειται να απονεμηθούν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας και τότε η Ζορμπά αρρωσταίνει βαριά, κάνει χημειοθεραπείες, δεν μπορεί να παραστεί στην απονομή. Αποφασίζει, λοιπόν, «να κάνουμε ένα μικρό βίντεο» με την ομιλία της προς τους βραβευμένους. Οργανώνεται το γύρισμα για ένα μίνι ταινιάκι, με φιλικό συνεργείο, ανθρώπους που δούλεψαν με χρηματοδότηση της Βουλής των Ελλήνων και σε πέντε ντοκιμαντέρ για τον «Πολιτισμό στην περιφέρεια». Κόστος: 300 ευρώ. Η απάντηση που έλαβε η Ζορμπά ήταν ότι «δεν μπορούμε να το χρηματοδοτήσουμε». Να μη μπορεί να πληρωθεί από το υπουργείο Πολιτισμού ένας χαιρετισμός της υπουργού που δίνει μάχη με τον καρκίνο. Αυτό δεν το ξεχνώ. Και δεν το συγχωρώ. Πόσο μάλλον που δεν ήταν λίγοι οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ που βρήκαν κι αυτοί απέναντί τους έναν σχεδόν αδιαπέραστο παλιό μηχανισμό. Κι εκεί τελειώνει ο ρομαντισμός της δημοσιογράφου που νομίζει ότι μπορεί «να βοηθήσει από μέσα».
― Ποια θα έλεγες ότι ήταν η πιο δύσκολη στιγμή που κλήθηκες να διαχειριστείς εκείνη την περίοδο; Έμεινες με μια πικρία στο τέλος;
Καμία πικρία. Και όχι, δεν το μετάνιωσα. Γιατί τότε πίστευα πραγματικά ότι μπορούσα να βοηθήσω. Αυτό ήταν το κίνητρό μου. Αν υπάρχει κάτι που με στενοχωρεί, είναι ότι δεν πρόλαβε να κατατεθεί το νομοσχέδιο για το Ελληνικό Κέντρο Βιβλίου. Η Μυρσίνη Ζορμπά είχε δουλέψει πολύ ουσιαστικά για την ανανέωση της δομής του και της φιλοσοφίας του και ήθελε να το στήσει αλλιώς. Όχι ως κλειστό θεσμό αλλά ως κάτι ανοιχτό, με πολλαπλή παρουσία στην περιφέρεια, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της χώρας.
― Επειδή την έζησες από κοντά, σε προσωπικό επίπεδο, πώς βίωσες τον θάνατο της Μυρσίνης Ζορμπά;
Τη Μυρσίνη τη γνώριζα από πολύ παλιά. Είναι ο άνθρωπος που με διαμόρφωσε ως ρεπόρτερ βιβλίου. Τη γνώρισα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τότε που αρχίσαμε να κάνουμε ρεπορτάζ βιβλίου στα «Νέα». Γι’ αυτό και το τέλος το βίωσα με έναν παράξενο, διπλό τρόπο. Από τη μία, με απέραντο θαυμασμό για το πώς διαχειρίστηκε την αρρώστια της. Έγραφε, δούλευε, σκεφτόταν μέχρι τέλους. Με μια αξιοπρέπεια και μια δύναμη που με συγκλόνισαν. Από την άλλη, με τεράστια στενοχώρια. Γιατί όλα αυτά που είχε στο μυαλό της, όλα όσα επεξεργαζόταν και σχεδίαζε, δεν πρόλαβε να τα πραγματώσει όσο ήταν υπουργός. Αυτό, για εμένα, είναι το δράμα. Ότι υποτίμησε τη δύναμη του μηχανισμού που είχε από κάτω της, ενός μηχανισμού πολύ πιο ισχυρού απ’ όσο φαινόταν. Πιο ισχυρού ακόμη κι από την ίδια.
― Πες μου κάτι που κρατάς από τη Μελίνα Μερκούρη.
Θυμάμαι να πηγαίνω ψαρωμένη στο γραφείο της στο υπουργείο και να τη βλέπω καθισμένη πάνω στο λυγισμένο πόδι της στην υπουργική καρέκλα, με τα παπούτσια της πεταμένα πιο πέρα. Αυτό το θυμούνται όλοι όσοι τη γνώρισαν. Αλλά το πιο σημαντικό είναι το πόσο ανεπιτήδευτη ήταν σ’ αυτήν τη στάση. Με τη Μελίνα Μερκούρη είχα μια σχέση εμπιστοσύνης κι ας ήμουν άγουρη στη δουλειά. Μάλιστα, κάποια στιγμή μού πρότεινε να εργαστώ στο γραφείο της, στο υπουργείο Πολιτισμού, κοντά στη Σούλα Αλεξανδροπούλου που ήταν το δεξί της χέρι. Ξαφνιάστηκα και το συζήτησα με τον τότε διευθυντή μου στα «Νέα», τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, που μου είπε: «Κάντε ό,τι θέλετε». Δεν μου είπε «ή εδώ ή εκεί». Και του απάντησα σχεδόν απορημένη: «Μα, κ. Καραπαναγιώτη, εγώ νομίζω ότι ένας άνθρωπος που δουλεύει ως ρεπόρτερ σε μια εφημερίδα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και στο υπουργείο που παρακολουθεί». Ήμουν τόσο αφελής, δεν ήξερα τότε ότι πολλοί το έκαναν. Και, να σου πω την αλήθεια, αυτό με απωθούσε. Εκείνος δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ήταν άραγε ένα τεστ; Δεν ξέρω, αλλά εγώ επέμεινα: «Δεν γίνεται να είμαι και στα δύο. Θέλω να είμαι στην εφημερίδα». Θυμάμαι πόσο χάρηκε. Πραγματικά χάρηκε. Κι από εκεί και μετά, με έναν παράξενο τρόπο, η Μελίνα με συμπάθησε διπλά. Όχι ότι δεν είχε κι άλλες δημοσιογράφους με τις οποίες είχε στενή ή και στενότερη σχέση, αλλά μεταξύ μας αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Μου έδινε συχνά «αποκλειστικά» θέματα. Όχι μόνο επειδή τα «Νέα» είχαν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία αλλά και επειδή η προβολή τους γινόταν με ουσιαστικό τρόπο. Αυτό είχε σημασία. Αυτό και μόνο.
― Βρέθηκες στα «Νέα» και είσαι ο άνθρωπος πίσω από το ένθετο «Βιβλιοδρόμιο».
Πριν πάω στα «Νέα» ήμουν στο «Αντί». Στο «Αντί» μαθήτευσα μόλις επέστρεψα από τη Γαλλία, όπου έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στη δημοσιογραφία. Στα «Νέα» δούλεψα από τα τέλη του ’85, αλλά στο μισθολόγιο μπήκα το ’88. Η μητέρα μου γνώριζε καλά την οικογένεια του Καραπαναγιώτη, αλλά εγώ δεν ήθελα με τίποτα να χρησιμοποιήσω οποιαδήποτε γνωριμία. Ήξερα όμως τον Γιώργο Μπρουνιά –έναν πολύ σοβαρό γραφιά, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγα χρόνια– και τον ρώτησα: «Με ενδιαφέρει να δουλέψω στα “Νέα”. Υπάρχει καμιά θέση;». Παράλληλα, είχα κάνει κρούση και στην ΕΡΤ. Στη Γαλλία είχα κάνει και ραδιόφωνο και τηλεόραση, είχα εμπειρία. Έκανα μια αίτηση, δεν έγινε τίποτα. Το ραδιόφωνο δεν με τραβούσε ιδιαίτερα. Ο Μπρουνιάς μίλησε στην προϊσταμένη του τότε, την Αθηνά Γληνού, που απάντησε «να έρθει». Έτσι βρέθηκα στα «Νέα» δοκιμαστικά. Με παίρνει η Γληνού, αρχίζω να δουλεύω, και λίγο καιρό αργότερα γίνεται χαμός: ο Καραπαναγιώτης λέει ενοχλημένος στη μητέρα μου «γιατί δεν με ενημερώσατε;».
Ήμουν η μόνη τότε στην εφημερίδα με μεταπτυχιακό στη δημοσιογραφία και τα ιερά τέρατα με περίμεναν στη γωνία. Όμως είχα την τύχη να έχω επικεφαλής στο πολιτιστικό την Αθηνά Γληνού, που ήταν σκληρό καρύδι. Εκείνη ήταν που με διαμόρφωσε ως δημοσιογράφο. Με έβαζε να ξαναγράφω τα κείμενά μου τρεις και τέσσερις φορές. «Ξανά το lead. Ξανά το lead». Μου έδωσε και μεγάλες ευκαιρίες. Θυμάμαι όταν είχε έρθει ο Νουρέγιεφ στο Ηρώδειο. Πάω, βλέπω την παράσταση, επιστρέφω στην εφημερίδα –μικρή, άσχετη, ίσως και θρασύτατη– και γράφω ότι ο Νουρέγιεφ δεν ήταν ο παλιός Νουρέγιεφ. Ότι είναι βαρύς, ότι είναι σταρ, αλλά όχι πια αυτό που φανταζόμαστε. Το κείμενο δημοσιεύεται και γίνεται χαμός: «Ποια είναι αυτή η άγνωστη που τόλμησε να το γράψει;». Ήταν μάθημα. Και η Γληνού ήταν εκεί: ξανά γράψιμο, ξανά δουλειά, ξανά πειθαρχία. Ήμουν τυχερή που τη συνάντησα. Πέθανε, δυστυχώς, νωρίς.
― Ήταν η εποχή που οι εφημερίδες είχαν μεγάλα «ονόματα» και κορυφαίους διευθυντές.
Γύρω μου στα «Νέα» είχα ξεχωριστούς δημοσιογράφους: στο τμήμα μας ήταν η Φανή Πετραλιά, ο Γιώργος Σαρηγιάννης, ο Βασίλης Αγγελικόπουλος, ο Μπρουνιάς κ.ά. Κριτικός βιβλίου ήταν ο Κώστας Σταματίου. Εγώ ξεκίνησα να κάνω ρεπορτάζ βιβλίου περίπου το ’89, με την ενθάρρυνση της Γληνού και αργότερα του Κώστα Ρεσβάνη. Και πάντα κάτω από το αυστηρό μάτι του απαιτητικού αναγνώστη Καραπαναγιώτη. Λίγο αργότερα πρωτογνώρισα και τη Ζορμπά, που έμελλε να γίνει η πρώτη διευθύντρια ενός πρωτοποριακού τότε θεσμού στην Ελλάδα, του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.
― Τι άνθρωπος ήταν ο Καραπαναγιώτης;
Είχε απίστευτη παιδεία. Ήταν άνθρωπος με προοδευτικό όραμα και τεράστια πολιτική εποπτεία. Ήξερε ρωσικά, ξυπνούσε στις έξι το πρωί και διάβαζε «Ριζοσπάστη», παρακολουθούσε τη λογοτεχνία, ελληνική και διεθνή. Θυμάμαι όταν κάποια στιγμή έκανα ένα μεγάλο λάθος, από αυτά που δεν τα ξεχνάς. Μου αναθέτει ο αρχισυντάκτης ένα θέμα για ατασθαλίες στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Κάνω το ρεπορτάζ και δημοσιεύεται. Όμως δεν είχα ρωτήσει την άλλη πλευρά. Βαρύ λάθος τακτικής. Δεν είχα δώσει σημασία. Τι κατάλαβα από τις σπουδές μου; Ο Καραπαναγιώτης ήταν έξαλλος. Οι αρχαιολόγοι είχαν θυμώσει, με το δίκιο τους. Η εφημερίδα δεν είχε τηρήσει τον βασικό κανόνα. Και δίκιο να είχε, το έχασε. Λίγες μέρες αργότερα, ήρθε το επιστέγασμα: ο διευθυντής της Αρχαιολογικής Εταιρείας πέθανε από έμφραγμα. Δεν απολύθηκα, αλλά πήρα ένα πολύ αυστηρό μάθημα. Και από εκεί και πέρα έγινα πολύ πιο προσεκτική. Ήταν ένα μάθημα δημοσιογραφίας που δεν το ξεχνάς ποτέ.
«Να μην μπορεί να πληρωθεί από το υπουργείο Πολιτισμού ένας χαιρετισμός της υπουργού που δίνει μάχη με τον καρκίνο. Αυτό δεν το ξεχνώ. Και δεν το συγχωρώ».
― Με τον Χρήστο Λαμπράκη ποια ήταν η σχέση σου;
Τον Λαμπράκη δεν τον είχα γνωρίσει προσωπικά με την έννοια της οικειότητας, αλλά θυμάμαι μια καταπληκτική ιστορία για το πώς λειτουργούσε. Κατέβαινε καμιά φορά από το γραφείο του στο «Βήμα» στις συσκέψεις των «Νέων», όπου συχνά, από τα πρώτα χρόνια, με καλούσαν κι εμένα – χειρονομία σημαντική. Ο Λαμπράκης παρακολουθούσε και δεν μιλούσε. Κάποια στιγμή πραγματοποιείται μια συνέντευξη Τύπου στην οποία παρουσιάζεται επίσημα μια ελληνική πρόταση για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Την καταθέτει μια σχεδόν άγνωστη Εταιρεία Λογοτεχνών με πρόεδρο την άγνωστη στους πολλούς Χρυσούλα Βαρβέρη-Βάρρα. Η πρόταση παρουσίαζε μια συγγραφέα, τη Δέσποινα Λελέκου-Τατάκη, που ήταν αδελφή της Ειρήνης Παπά και σύζυγος ενός πολύ εύπορου επιχειρηματία. Επιστρέφω στην εφημερίδα και γράφω ένα κείμενο-καταπέλτη: «Πώς γίνονται οι προτάσεις για το Νόμπελ; Είναι δυνατόν να προτείνεται μια συγγραφέας χωρίς περγαμηνές, άγνωστη στη διεθνή σκηνή; Έτσι θα φτάσει η ελληνική λογοτεχνία στο Νόμπελ;». Το ρεπορτάζ δεν ήταν λάθος. Όμως η λεπτομέρεια που δεν ήξερα ήταν ότι ο σύζυγος της συγκεκριμένης κυρίας ήταν στενός επιχειρηματικός φίλος του Χρήστου Λαμπράκη. Δηλαδή, άθελά μου, έφερα το αφεντικό του συγκροτήματος στο οποίο εργαζόμουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Κι όμως: κανείς δεν μου έτριξε τα δόντια, κανείς δεν είπε «να σταματήσει να μπαίνει η υπογραφή της». Και θα μπορούσε κάλλιστα να το κάνει. Αυτό λέει πολλά για τον Λαμπράκη.
― Το «Βιβλιοδρόμιο» πότε ξεκινά;
Ήταν μια πρωτοβουλία του Παντελή Καψή. Πριν από αυτό συνεργαζόμαστε στα σαββατιάτικα «Πρόσωπα»: με τον Μιχάλη Μητσό, τη Νατάσσα Μπαστέα, τον Ρούσσο Βρανά κ.ά. Τα «Πρόσωπα» ήταν μια εξαιρετική προσπάθεια. Αρκεί να θυμηθούμε ότι μας είχαν στείλει όλους στο εξωτερικό για συνεντεύξεις. Η Μπαστέα συνάντησε τον Γκορ Βιντάλ, εγώ τον Βιντάλ-Νακέ και την Τζούλια Κρίστεβα. Ωστόσο, αυτό το ένθετο έκλεισε λόγω έλλειψης πόρων. Μερικούς μήνες αργότερα, το 2000, ξεκίνησε το «Βιβλιοδρόμιο». Ο τίτλος ήταν ιδέα του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Ήταν η περίοδος που τα «Νέα» περνούσαν στην ψηφιακή εποχή. Εγώ ήμουν αναλφάβητη σ’ αυτό το πεδίο και με είχε πιάσει πανικός. «Τι θα κάνω εγώ; Πώς θα τα μάθω; Πού πάω;» Ένα πρωί με βλέπει ο Παντελής Καψής. «Τι έχεις, παιδί μου;» Του λέω ότι νιώθω πως δεν έχω θέση πια στη νέα εποχή της εφημερίδας. Και τότε μου απαντά: «Θέλω να κάνω κάτι καινούργιο. Και θέλω να το αναλάβεις εσύ». Έτσι ξεκίνησε το «Βιβλιοδρόμιο». Στην αρχή δεν ήταν σαφές αν θα φιλοξενεί μόνο κριτικές ή και ρεπορτάζ. Αργότερα μπήκαν στις σελίδες του περισσότερες συνεντεύξεις, κι έπειτα πιο στοχευμένη θεματολογία. Αυτό όμως που πραγματικά το απογείωσε ήταν το 2004 ο «Διάλογος για την Ιστορία», με 18 ειδικούς να συζητούν από τεύχος σε τεύχος για τη βία στον ελληνικό Εμφύλιο και με σύμβουλο έκδοσης τον Ηλία Νικολακόπουλο. Ήταν συγκλονιστικό. Η αφορμή ήταν ένα βιβλίο του Στάθη Καλύβα που είχε προκαλέσει μύδρους από τον «Ιό» της «Ελευθεροτυπίας» και δεν ευτύχησε ούτε στις σελίδες του «Βιβλιοδρόμιου». Ο «Διάλογος» ξεκίνησε επειδή ο Καψής ήθελε να υπάρξει απάντηση στον «Ιό», και τελικά έγινε η καλύτερη διαφήμιση για το κύρος του «Βιβλιοδρόμιου».
― Πότε έφυγες από τα «Νέα»;
Έφυγα το 2012. Ή, καλύτερα, δεν έφυγα, αλλά «με έφυγαν» μαζί με πολλούς άλλους και άλλες συναδέλφους, όταν άλλαξε ο διευθυντής στα «Νέα» και η εφημερίδα έκανε στροφή προς τα δεξιά, με επικεφαλής τον Χρήστο Μεμή.
― Σε πλήγωσε;
Απίστευτα. Ήταν σοκ. Ο Μεμής με προειδοποίησε: «Φύγε τώρα, γιατί τώρα θα πάρεις αποζημίωση. Μετά δεν θα μπορούμε ούτε αυτό». Ήταν η εποχή της κατάρρευσης. Η αποζημίωση, υποτίθεται, είναι ένα κονδύλι ασφαλείας ή η βάση μιας επένδυσης για να ανασάνεις λίγο. Εμένα μου την έδιναν τμηματικά, ανά δίμηνο, για λίγα δίμηνα. Ήταν ένα δράμα συνολικά. Εκείνη την περίοδο είχα φάει και πολύ άσχημο μπούλινγκ. Έλεγα στη σύσκεψη: «Αν δεν θέλετε το “Βιβλιοδρόμιο”, κλείστε το. Δεν με νοιάζει. Είμαι δημοσιογράφος. Ζητήστε μου συνεντεύξεις, ρεπορτάζ, ό,τι θέλετε». Δεν είχα καμία προσκόλληση σε καρέκλα ή τίτλο. Όμως το κλίμα ήταν ξεκάθαρο: το καράβι πήγαινε αλλού. Όσοι ήθελαν να μείνουν, έπρεπε να είναι αρεστοί και υποτακτικοί. Θυμάμαι μια σύσκεψη. Παρουσιάζω την ύλη του «Βιβλιοδρομίου» και λέω: «Έχουμε μια συνέντευξη του Ουμπέρτο Έκο». Σιωπή. Κανείς δεν μιλούσε. Ήταν καθαρό ότι προσπαθούσαν να μου σπάσουν το ηθικό. Η συνέντευξη μπήκε τελικά, αλλά το μήνυμα είχε δοθεί. Το χειρότερο ήταν η συνέλευση των εργαζόμενων. Ειπώθηκε ανοιχτά από τους αρχισυντάκτες ότι «αν δεν φύγουν κάποιοι παλιοί, οι υπόλοιποι δεν θα πάρουν αυξήσεις». Και με σταματούσαν συνάδελφοι στους διαδρόμους και μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις, ρε Μικέλα, για να πάρουμε αύξηση;». Αυτό ήταν βία. Καθαρή βία. Ψυχολογική. Πήγα στον δικηγόρο μου. Μου είπε: «Τι κάθεσαι σε έναν χώρο όπου σε έχουν βάλει όλοι στο στόχαστρο;».
―Τις εφημερίδες πώς τις βλέπεις σήμερα;
Εγώ είμαι άνθρωπος του χαρτιού. Δουλεύω με φακέλους, σημειώσεις και ταξινομήσεις. Την εφημερίδα τη θεωρώ απαραίτητη εφόσον αποτυπώνει την πραγματικότητα στο βάθος της, με έρευνες, ρεπορτάζ, άρθρα γνώμης κ.ο.κ. Σήμερα πας να διαβάσεις ένα άρθρο σε site και πετάγονται δεκαπέντε διαφημίσεις στη μέση. Σε διακόπτουν, σε παρασύρουν, σε βγάζουν από το κείμενο. Εμένα αυτό με αποπροσανατολίζει και με κουράζει ως αναγνώστρια. Δεν λέω ότι τα sites δεν είναι χρήσιμα. Το αντίθετο: κάποια κάνουν εξαιρετική δουλειά. Είναι σημαντικό να υπάρχει άμεση ενημέρωση: να ξέρεις ότι το βράδυ έγινε ένας βομβαρδισμός, τι συνέβη, τι εξελίσσεται. Υπάρχουν sites που έχουν αναλυτές, ανθρώπους με γνώση, με επαφές, που γράφουν σοβαρά. Αυτό το θεωρώ απολύτως απαραίτητο και χρήσιμο. Τα παρακολουθώ. Αλλά την εφημερίδα εξακολουθώ να τη χρειάζομαι.
― Μετά τα «Νέα» τι συνέβη;
Μετά τα «Νέα» δεν πήγα πουθενά. Δεν ήταν απλό. Έλεγα «εντάξει, θα πηγαίνω σε εκθέσεις, θα κάνω συνεντεύξεις», αλλά έπεσα σε κατάθλιψη. Έναν ολόκληρο χρόνο. Και τότε ένας καλός φίλος βολιδοσκόπησε την «Εφημερίδα των Συντακτών». Με συνάντησαν ο Νικόλας Βουλέλης, μετά ο Τάσος Παππάς. Μου πρότειναν μια εβδομαδιαία στήλη που πήρε τον τίτλο «Ο λόγος στους συγγραφείς». Τη δέχτηκα με ευγνωμοσύνη και την υπηρέτησα από το φθινόπωρο του 2013 με πολύ κέφι, κι ας μην υπήρχε αμοιβή, αφού δεν πληρώνονταν ούτε και οι ίδιοι οι συνεταιριστές. Εγώ είχα τη σύνταξη, οπότε έμεινα. Και έμεινα με χαρά. Για το πώς είναι τώρα τα πράγματα, δεν μπορώ να τοποθετηθώ. Ξέρω πως όταν μένεις απλήρωτος τόσο καιρό, απλώς δεν βγαίνει. Αλλά έπαψα να τα παρακολουθώ πια από μέσα τα πράγματα γιατί βούτηξα στις «61 Πολαρόιντ», στην εισαγωγή του πρώτου βιβλίου μου.
― Πάμε στην τηλεοπτική εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» που έγραψε ιστορία στη δημόσια τηλεόραση.
Οι «Κεραίες» έγιναν γιατί στην ΕΡΤ υπήρξαν δύο άνθρωποι που άκουσαν πραγματικά αυτό που πρότεινε ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, το κατάλαβαν και έδωσαν το πράσινο φως. Ήταν ο Γιώργος Μπράμος και ο Λευτέρης Ξανθόπουλος. Όταν είπαν το «ναι», ήξεραν πολύ καλά ότι η εκπομπή δεν θα έσπαγε ρεκόρ τηλεθέασης. Και όμως, αυτό που συνέβη ήταν καταπληκτικό. Υπήρχαν βεβαίως οι άνθρωποι που ήξεραν, που περίμεναν να δουν στην τηλεόραση τον Κάρλος Φουέντες, τη Ναντίν Γκόρντιμερ, τον Πολ Όστερ ή τον Ορχάν Παμούκ. Αλλά υπήρχαν και οι άλλοι που «συναντιούνταν» τυχαία με αυτή την εκπομπή και κολλούσαν. Γιατί οι «Κεραίες» δεν είχαν τίποτα το διανοουμενίστικο, τίποτα το λογοτεχνίζον, τίποτα το ακαδημαϊκό. Και ήταν συναρπαστικές. Μπορούσε να τις απολαύσει ο οποιοσδήποτε. Έφερναν στο σπίτι σου ανθρώπους που μπορεί να μην άνοιγες ποτέ βιβλίο τους, όμως τους γνώριζες, μάθαινες πολλά ακούγοντάς τους και σε γοήτευαν. Αυτό ήταν το μαγικό.
― Συναντήσεις που δεν θα ξεχάσεις;
Πάρα πολλές. Η Ναντίν Γκόρντιμερ, π.χ., ήταν μια αξέχαστη εμπειρία, ένα σεμινάριο σχεδόν για το απαρτχάιντ και για τις ανοιχτές πληγές στη Νότια Αφρική. Καθίσαμε πολλές μέρες μαζί της. Έναν μήνα προτού τη συναντήσουμε, την είχαν βγάλει από ένα κελάρι κάτω από τη σκάλα του σπιτιού της, δεμένη μαζί με τη μαύρη βοηθό της. Τις είχε χτυπήσει για να ληστέψει το σπίτι ένας μαύρος Νοτιοαφρικανός. Ευτυχώς, ο άντρας της βοηθού άρχισε να την ψάχνει, πήγε στο σπίτι, τις άκουσε και τις έσωσε. Πηγαίνουμε λοιπόν με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη στην έπαυλη της νομπελίστριας Γκόρντιμερ. Μας μιλάει σοφά και παθιασμένα. Μα, της λέμε: «Εσείς υπερασπιστήκατε τη μαύρη κοινότητα σε όλη σας τη ζωή. Υποστηρίξατε με τα γραπτά σας τον Μαντέλα. Αλλά τώρα σας λήστεψε ένας μαύρος. Πώς το σχολιάζετε;». Κι εκείνη μας αποστομώνει: «Ο κλέφτης δεν έχει χρώμα. Ο κλέφτης είναι κλέφτης».
― Πες μου λίγα λόγια για τον Ανταίο Χρυσοστομίδη.
Ήταν ένας άνθρωπος από τον οποίο δεν μπορείς να ξεχάσεις τίποτα. Και το λέω κυριολεκτικά. Ο Ανταίος δεν έκανε ποτέ τον σταρ μέσα σε μια παρέα. Δεν ήταν ο άνθρωπος που θα καθόταν στο κέντρο, για να μαζευτούν όλοι γύρω του να τον ακούνε να αφηγείται ιστορίες. Κι όμως, όπου κι αν βρισκόταν, έλαμπε. Ήταν βαθιά παθιασμένος άνθρωπος. Και ήταν γοητευτικός ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: επειδή δεν έμπαινε σε μια παρέα για να επιβληθεί. Μπορούσε να σου μιλήσει με την ίδια φυσικότητα για τα μακαρόνια που θα μαγειρέψει, για μια λέξη και τη σωστή μετάφρασή της, για μια ταινία, για κάτι που του είχε πει ο Καλβίνο. Οτιδήποτε. Και το σημαντικότερο: σε άφηνε να μιλήσεις. Ποτέ δεν ήταν μόνο αυτός. Είχαμε φοβερή χημεία. Ούτε κι αυτό ήταν αυτονόητο. Είχε ένα πολύ μικρό σημειωματάριο, σχεδόν τίποτα. Έγραφε ελάχιστα, λακωνικά. Εγώ, αντίθετα, είχα σημειωματάρια γεμάτα: στοιχεία για τον άνθρωπο, ερωτήσεις, τι είχε γραφτεί στην κριτική, τα πάντα. Όμως, εκείνος δεν χρειαζόταν τίποτα. Τα είχε όλα στο μυαλό του. Ήταν εντυπωσιακό. Αυτό που καταφέρναμε μαζί –και που δεν είναι καθόλου δεδομένο– ήταν ότι δεν επικάλυπτε ο ένας τον άλλον. Ούτε στις θεματικές, ούτε στη συζήτηση. Ούτε μονοπωλούσε τη συζήτηση ο ένας και χανόταν ο άλλος. Συντονιζόμασταν και στρώναμε το χαλί για να αναδειχθεί η προσωπικότητα που είχαμε απέναντί μας.
― Τι είναι για σένα η δημοσιογραφία;
Είμαι περήφανη που λέω τον εαυτό μου δημοσιογράφο. Δεν θέλω να με πω κριτικό. Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι λογοτέχνης. Δεν είμαι τίποτε από αυτά. Είμαι δημοσιογράφος. Και αγαπώ πάρα πολύ αυτό που κάνω. Είχα την τύχη να ζήσω τις καλές εποχές της δημοσιογραφίας. Είχα την τύχη να έχω προϊσταμένους, διευθυντές, υπεύθυνους, ανθρώπους που μου έδωσαν ευκαιρίες. Πιστεύω βαθιά ότι η δημοσιογραφία είναι ένα σπουδαίο επάγγελμα. Δημοσιογραφία είναι να πλησιάζεις το θέμα με ταπεινότητα. Όχι καταγγελτικά, όχι επιθετικά. Να προσπαθείς να καταλάβεις τι έχεις απέναντί σου. Να βγάζεις από τον άνθρωπο που συναντάς ή από την κατάσταση που βλέπεις αυτό που πραγματικά είναι. Αν μου έλεγαν σήμερα να συναντήσω τον Μιχαλολιάκο της Χρυσής Αυγής, θα έλεγα ότι ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Αν όμως έπρεπε να πάω, επειδή δεν υπήρχε άλλος, δεν θα πήγαινα επιθετικά. Θα τον άφηνα να μιλήσει. Να αποκαλυφθεί. Και αυτό θα κατέγραφα. Και βεβαίως θα έπαιρνα απόσταση. Με σχόλιο. Με θέση. Αλλά όχι με κραυγή. Είχα την τύχη να έχω καλούς δασκάλους. Να βρεθώ σε δύσκολες συνθήκες. Να μαθαίνω δουλεύοντας. Όταν ξεκίνησα, πηγαίναμε στην Επίδαυρο. Αν έλειπε ο θεατρικός συντάκτης, έπρεπε να πας εσύ. Να δεις την παράσταση. Και πριν φύγει το πούλμαν, να δώσεις τηλεφωνικά την ανταπόκριση. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε, την ώρα που έβλεπες, να σκέφτεσαι. Να έχεις ήδη βρει τρεις λέξεις. Να ξέρεις τι θα πεις. Το ίδιο στο Ηρώδειο, παντού. Έμαθα έτσι. Επίσης, συνάντησα τρομερές προσωπικότητες. Στα 34 μου έκανα συνέντευξη με τον Ελύτη και δεν μου ζήτησε ποτέ να ελέγξει τι έγραψα. Μίλησα με τον Ρίτσο∙ με τους συγγραφείς της εποχής∙ με ανθρώπους σπουδαίους του κινηματογράφου∙ με τη Φρίντα Λιάππα, τον Νίκο Νικολαΐδη, τον Βούλγαρη, τον Αγγελόπουλο. Τον ακολουθούσα στα φεστιβάλ, στις βραβεύσεις του. Έβλεπα. Άκουγα. Καθόμουν μαζί τους. Αφιέρωνα χρόνο. Και αυτός ο χρόνος είναι ανεκτίμητος. Νομίζω ότι έτσι απέκτησα κάτι που θα το έλεγα κοινωνική σοφία. Αυτό ήταν για μένα η δημοσιογραφία. Και αυτός είναι ο λόγος που, ακόμα και σήμερα, είμαι περήφανη να λέω: είμαι δημοσιογράφος.
― Συνεντεύξεις, εφημερίδες, ταξίδια, συγγραφείς, υπουργεία. Τι μένει από όλα αυτά;
Οι άνθρωποι που συνάντησα. Αυτό είναι που κουβαλάς. Και δεν σε αφήνει ποτέ. Δεν το βγάζω όμως προς τα έξω. Δεν είναι κάτι που θα το πω πίνοντας ένα ποτό. Δεν λέω «τότε που συνάντησα τον Ρίτσο». Καθόλου. Αλλά όλα αυτά με έχουν διαμορφώσει. Με έχουν κάνει αυτό που είμαι. Ναι, πλούτισα. Με έναν τρόπο που δεν μετριέται. Νιώθω τυχερή. Γιατί είδα από κοντά ανθρώπους σημαντικούς. Μορφώθηκα από τη σοφία των άλλων. Και αυτό, τελικά, είναι ο μεγαλύτερος πλούτος.