Ο αγνοούμενος του Ματαρόα
Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, 672 σελ.
Η ιστορία εξερευνά τη ζωή ενός μυστηριώδους ζωγράφου που απουσιάζει από την ελληνική βιβλιογραφία, αλλά αναφέρεται από τους New York Times.
Οι φωτογραφίες αυτές είναι απλές φωτογραφίες από μια περασμένη ζωή. Αυτές που μπορούμε να ανακαλύψουμε σε κάποιο οικογενειακό άλμπουμ και δεν έχουμε κανέναν πια να μας εξηγήσει ποιος είναι ποιος, πού και με ποια αφορμή τραβήχτηκε η φωτογραφία. Το υλικό αυτό, το μέτριο και κοινότοπο, όπως οι ζωές όλων μας, ίσως μας βάλει για λίγο σε μιαν άλλη ζωή, που θα μπορούσε να είναι και η ζωή των δικών μας ανθρώπων. Ν.Α.
Γιατι ή Ιστορία δεν είναι παρά το σύνολο ενός τεράστιου ψηφιδωτού μικρών ιστοριών ανωνύμων απόντων. Και γιατί η μυθοπλασία εισχωρεί παντού, ακόμη και στις δικές μας, τις πιο προσωπικές αναμνήσεις .
Κοίταζα πάλι χθες τις φωτογραφίες του Νίκου.Φωτογραφίες από τα νεανικά του χρόνια, από τη Σχολή, τον ΄Αθω, το Παρίσι και το Κανταγκάι, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, την Αμερική. Τις κοιτάζω και τώρα και αναρωτιέμαι: Τι μπορώ να ξέρω εγώ γι αυτόν τον άνθρωπο που ποζάρει μεγαλοπρεπώς κάτω από την Ακρόπολη, που αστειεύεται με τους φίλους του, χορεύει με μια κοπέλα, κοιτάζει τρυφερά τη νεογέννητη κόρη του και σα να τις δαγκώνει το ποδαράκι, παίζει φορώντας μια γυναικεία καλτσα στο κεφάλι σαν ληστής και κάνει οτι χορεύει ζειμπέκικο κρατώντας ένα μαχαίρι φαγητού στο στόμα; Και ποιοί είναι όλοι αυτοί σε φωτογραφίες τραβηγμένες εξήντα, εβδομήντα ή και εννενήντα χρόνια πριν; Είναι φίλοι καρδιακοί, εφήμερες παρέες, φευγαλέοι έρωτες; Βρίσκεται ανάμεσά τους η Λουίζα, η Κάκια, η Στέλλα;. Και πού είχαν τραβηχτεί; Στο LA, στο Δαφνί, στη Σαλαμίνα, στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη; Με ποια αφορμή; Τι να σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ή λίγες ώρες μετά ο Νίκος; Πώς μπορείς να ξαναγράψεις μια ζωή που δεν κατέχεις; Με ποιο δικαίωμα;
Όμως πώς να γραφτεί μια βιογραφία χωρίς αυθαιρεσία; Πώς να μπεις εσύ στη μνήμη ενός άλλου, όταν ακόμη και η δική σου μνήμη δεν είναι παρά μία κατασκευή από αναμνήσεις φθαρμένες, μια συρραφή από εικόνες και στιγμές βαλμένες η μία πάνω στην άλλη σαν εκείνους τους χάρτες των πειρατών που λέγαμε κάμποσες σελίδες πριν και ο όπου ο θησαυρός τελικά είναι μια απατηλή ανάμνηση, φτιαγμένη από ψηφίδες ενός παρελθόντος που δεν είναι πια εντελώς δικό μας; Πόσες χιλιάδες, εκατομμύρια στιγμές της ζωής του Νίκου και όλων των άλλων δεν γνωρίζω και δεν πρόκειται να μάθω ποτέ, πράγματα που μπορεί να ανατρέπουν εντελώς όσα νόμιζα για αυτόν, τα πιστεύω του, τις πράξεις του, ακόμη και την ιστορία του με τη Μουν; Πόσο επικίνδυνα ισορροπώ ανάμεσα στην έρευνα και τη μυθοπλασία!
Όμως αυτό δεν γίνεται πάντα; Η μυθοπλασία εισχωρεί παντού, ακόμη και στις δικές μας, τις πιο προσωπικές αναμνήσεις: Με το πέρασμα του χρόνου μπλέκονται τα πρόσωπα και οι τόποι, τα χρόνια και οι εποχές, μπερδεύονται με τις αναμνήσεις των φίλων μας, με τις εικόνες από ταινίες και ιστορίες από βιβλία και φτιάχνουν ιστορίες που συχνά απέχουν από την αλήθεια χωρίς να είναι ψεύτικες. Πότε τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία και πώς τους λέγανε αυτούς που είναι πιο πέρα, ποιοί είναι; Ακόμη και οι αυτοβιογραφίες μυθιστορήματα είναι -και ίσως πολύ περισσότερο, εκεί που ασυνείδητα η μνήμη αλλάζει τη ζωή μας στο κατα πώς τη θέλαμε.
Οπότε τι σημασία έχει αν όλα γίναν όπως υπέθεσα ή όχι; (…)
Το παρελθόν κρατάει καλά ό,τι θέλει να κρατήσει. Αγωνιζόμαστε να το νικήσουμε με όλο και περισσότερη μανία έχοντας πάντα ανοιχτή την κάμερα του κινητού μας, στο τέλος όμως το παρελθόν σκεπάζεται από το παρόν, πριν εξαερωθεί κι αυτό με το χαμό του τελευταίου ανθρώπου που μας γνώρισε, αφήνοντας πίσω του ένα ψηφιακό σύννεφο χωρίς καμμιά σημασία πια, κανένα νόημα. Μένουν μόνο κάτι δρόμοι όπου περπάτησαν οι γονείς μας και οι γονείς των γονιών μας, κάποια παλιά πλακιώτικα σπίτια, τα σημάδια από τους όλμους στην πρόσοψη της πολυκατοικίας Σαρρηγιάννη και δυο τρεις καχεκτικές πιπεριές στη Λεωφόρο Αμαλίας. Και αρκετές σελίδες βιβλίων που σαν κι ετούτο βρήκαν έναν άνθρωπο να τους γυρίσει πίσω στα χαμένα χρόνια. (… )
Αν κατάφερα χάρη σ' αυτόν, χάρη στη δική του μνήμη που καταχράστηκα, να διασώσω λίγες ψηφίδες του παρελθόντος του -του δικού μας παρελθόντος- από το αναπόφευκτο τελειωτικό, ολικό Αλτσχάιμερ, τότε κατάφερα να τον μιμηθώ, όπως τότε που περιέφερε ακατάβλητος τις δικές του ψηφίδες, σοφά κολλημένες πάνω στο αυτοκίνητο Αθηνά, μέσα στη ζεστή, αχανή, έρημο της Νεβάδα.
Γιατι ή Ιστορία, όπως τη βλέπω εγώ που δεν είμαι Ιστορικός, δεν είναι παρά το σύνολο ενός τεράστιου ψηφιδωτού μικρών ιστοριών ανωνύμων απόντων. Και αν η αφήγηση της ζωής του Νίκου Μπαλόγιαννη έγινε η αφορμή κάποιοι από αυτούς τους απόντες, τους αγνοούμενους, να ψελίσουν σπαράγματα της δικής τους ιστορίας, ας κρατήσουμε το καντηλάκι τους αναμμένο για λίγο ακόμα προτού κλείσουμε αυτό το βιβλίο.
Νίκος Αμανίτης
ΕΛΛΑΔΑ - ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ
ΠΑΡΙΣΙ - ΚΑΝΤΑΓΚΑΙ (CATANGAI) 1939
ΑΜΕΡΙΚΗ (1946 -1960)