Όταν ο Νίκος Μάρκου ξεκίνησε τo 1982 να φωτογραφίζει το παλιό εργοστάσιο του Γκαζιού, συνάντησε ανθρώπους που είχε ήδη φωτογραφίσει έναν χρόνο πριν στις καλύβες του Περάματος. Άνθρωποι του μόχθου, εγκλωβισμένοι σε ένα σκληρό περιβάλλον και σε μια ανθυγιεινή εργασία, θυμάται ότι κάθε είκοσι λεπτά σταματούσαν τη δουλειά τους για να ξεκουραστούν και να πάρουν δυνάμεις να συνεχίσουν.
Και ο ίδιος όταν έφευγε, μετά από τρεις ώρες περιήγησης εκεί μέσα, η μύτη του ξερνούσε μαυρίλα. Ωστόσο δεν σταμάτησε να επιστρέφει επί δύο ολόκληρα χρόνια, καταγράφοντας, χωρίς να το ξέρει, τις τελευταίες βάρδιες μιας ιστορίας 120 και παραπάνω χρόνων. Γιατί πράγματι η ιστορία του αθηναϊκού εργοστασίου αεριόφωτος πάει πίσω, στα μέσα του 19ου αιώνα, λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Ιδρύθηκε το 1857 από τον Φρανσουά-Τεοφίλ Φεραλντί με βασιλικό διάταγμα που ζητούσε να χτιστεί μακριά από την πόλη για λόγους δημόσιας υγείας· χτίστηκε με οικοδομικά υλικά, τούβλα και κεραμίδια που έφτασαν στην Ελλάδα από τη Γαλλία με πλοίο, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του μηχανολογικού εξοπλισμού.
«Τα μπάνια ήταν το μόνο κομμάτι του χώρου που είχε χρώμα, όλο το υπόλοιπο ήταν ασπρόμαυρο. Από εκεί μού δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για το χρώμα, γι’ αυτό έκανα τα μπάνια έγχρωμα. Αυτές οι φωτογραφίες κλείνουν μέσα τους την ιστορία του Γκαζιού και τη δικιά μου με αυτόν τον τρόπο φωτογράφισης, γιατί μετά έκανα διάφορους πειραματισμούς».
Η λειτουργία του ξεκίνησε το 1862, κι όταν, αργότερα, το 1887, περιήλθε στην ιδιοκτησία και την επιχειρηματική δραστηριότητα των Τζιοβάνι Σερπιέρη και Φουλόν ντε Βολ, γνώρισε μεγάλη ακμή, φωτίζοντας την πρωτεύουσα αλλά και παρέχοντας ενέργεια σε σπίτια και εργοστάσια. Παρόλο που μέσα στα χρόνια ενισχύθηκε με εκσυγχρονισμένες εγκαταστάσεις, όταν την περίοδο της Κατοχής οι Γερμανοί θέλησαν να το επιτάξουν, διαπίστωσαν πόσο παλιάς τεχνολογίας ήταν και εγκατέλειψαν το σχέδιό τους.
Από το 1938 ήταν δημοτική επιχείρηση κι ενώ το ηλεκτρικό ρεύμα κατακτούσε τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, το 1952 ιδρύθηκε η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών, η οποία συνέχισε να τροφοδοτεί την Αθήνα με φωταέριο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής, και όχι μόνο, για την ατμοσφαιρική ρύπανση, για την οποία ήταν συνυπεύθυνο το εργοστάσιο του Γκαζιού, οδήγησε στο οριστικό του κλείσιμο το 1984. Το 1986 χαρακτηρίστηκε από την τότε υπουργό Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, ιστορικό μνημείο βιομηχανικού πολιτισμού, ανακαινίστηκε, και από το 1999 έως σήμερα στεγάζει τη γνωστή μας Τεχνόπολη.
Λίγο προτού κλείσει οριστικά, ο σημαντικός φωτογράφος Νίκος Μάρκου, ο οποίος είχε ξεκινήσει αρχικά ερασιτεχνικά –ο μοναδικός της γενιάς του που δεν σπούδασε εκτός Ελλάδας ώστε να έχει και τις ανάλογες επιρροές– να φωτογραφίζει τα νταμάρια της Πετρούπολης όπου ζούσε με την οικογένειά του και συνέχισε ως μαθητευόμενος παράλληλα με τις σπουδές του στο στούντιο των Κωστή Αντωνιάδη, Γιώργου Δεπόλλα και Στέφανου Πάσχου, θέλησε να μπει στο εργοστάσιο του Γκαζιού και να το φωτογραφίσει. Έκανε μια πρώτη κρούση στον δήμο Αθηναίων το 1980, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Αντ’ αυτού, κατέβηκε στο Πέραμα, κι άρχισε να χτυπάει τις πόρτες των μεροκαματιάρηδων της περιοχής.
Θυμάται σήμερα: «Εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον μου επικεντρωνόταν στους ανθρώπους. Στο Πέραμα φωτογράφισα το κομμάτι επάνω από τις δεξαμενές της Shell. Μια περιοχή με παράγκες και χαμόσπιτα, όπου πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο, χτυπούσα πόρτες, έπιανα κουβέντα, κι έμπαινα στα σπίτια τους. Αυτό κράτησε δύο χρόνια και όταν τελείωσα ξαναπάλεψα να δω πώς θα γίνει να μπω στο Γκάζι. Πήρα το θάρρος και ζήτησα να δω τον δήμαρχο Μπέη. Προς μεγάλη μου έκπληξη, χωρίς να ζητήσει να μάθει γιατί ήθελα να το κάνω, μου έδωσε μια εξάμηνη άδεια για να μπορώ να μπαίνω στον χώρο. Οπότε, αφού ξεπέρασα το τυπικό κομμάτι κι αφού πια με μάθανε οι πάντες, στην πύλη εισόδου αλλά και οι εργάτες, έκατσα δυο χρόνια.
Συνήθως πήγαινα το πρωί, γύρω στις 6:30 με 7:00, έμενα δυο-τρεις ώρες, και μετά δούλευα επαγγελματικά στο στούντιο καθώς βιοποριζόμουν από τη φωτογραφία. Ο χώρος δεν είχε αλλάξει καθόλου από το 1857. Οι συνθήκες ήταν ακριβώς οι ίδιες. Προσωπικά δεν ήξερα ότι πήγαινε για κλείσιμο, φαντάζομαι όμως ότι προς το τέλος, το 1984, θα το συζητούσανε.
Η παραγωγή του φωταερίου διοχετευόταν στην ευρύτερη περιοχή για θέρμανση και φωτισμό. Αυτό που με ενδιέφερε εμένα περισσότερο ήταν οι άνθρωποι, δεν με ενδιέφερε τόσο ο χώρος. Η επαφή με αυτούς τους ανθρώπους. Kάθε βάρδια είχε 50-60 άτομα».
Σταδιακά κέρδισε την εμπιστοσύνη τους, άλλωστε τον έβλεπαν καθημερινά και συχνά τους χάριζε φωτογραφίες από αυτές που έβγαζε, μέχρι που ανακάλυψε μάλλον τυχαία και χωρίς να το επιδιώξει και τα ενδότερα του μικρόκοσμού τους, εκεί όπου οι εργαζόμενοι, άντρες κάθε ηλικίας, άλλαζαν, πλένονταν και ντύνονταν.
Θυμάται: «Αυτό έγινε μετά από έξι μήνες. Υπήρχε ένας χώρος όπου άφηναν τα πολιτικά τους ρούχα όταν άλλαζαν και φορούσαν τις φόρμες της δουλειάς. Τα ανεβάζανε ψηλά με συρματόσχοινα όπως έκαναν παλιά στα καθαριστήρια. Κάποια στιγμή βρέθηκα εκεί, παρατήρησα μια άθλια ξύλινη πόρτα και ρώτησα τον υπεύθυνο πού οδηγούσε. Μου είπε ότι εκεί ήταν τα μπάνια. Ρώτησα αν μπορούσα να μπω, και μου είπε “μπες”. Μπήκα, ήταν 5-6 που έκαναν μπάνιο, γελούσαν, έκαναν πλάκες μεταξύ τους, δεν έδωσαν σημασία που με είδαν, μετά από τόσον καιρό εκεί μέσα με ήξεραν. Δεν θα έλεγα ότι ήταν μόνο κουρασμένα σώματα, ανάμεσά τους υπήρχαν και νέοι που είχαν γυμνασμένα κορμιά.
Τα χωρίσματα ήταν μάρμαρα, τα οποία με την υγρασία και τις σκουριές από τους σωλήνες είχαν πάρει απίστευτες πατίνες, ενώ υπήρχε και ένας φεγγίτης από τον οποίο έμπαινε φως γιατί ο ηλεκτρικός φωτισμός ήταν ισχνός. Ο χώρος αυτός δεν υπάρχει πια, έχει καταστραφεί – εκεί που ήταν τα μπάνια είναι τώρα οι τουαλέτες. Τα μπάνια ήταν το μόνο κομμάτι του χώρου που είχε χρώμα, όλο το υπόλοιπο ήταν ασπρόμαυρο. Από εκεί μού δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για το χρώμα, γι’ αυτό έκανα τα μπάνια έγχρωμα. Αυτές οι φωτογραφίες κλείνουν μέσα τους την ιστορία του Γκαζιού και τη δικιά μου με αυτόν τον τρόπο φωτογράφισης, γιατί μετά έκανα διάφορους πειραματισμούς».
Ο κύκλος φωτογραφιών «Γκάζι» αποτελείται από 45 φωτογραφίες και παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1985 στο πάλαι ποτέ Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών της οδού Σίνα, όταν πλέον το εργοστάσιο του Γκαζιού αποτελούσε παρελθόν. Παρουσιάστηκε για δεύτερη φορά τη δεκαετία του ’90 στον Αστρολάβο στη Δεξαμενή και όταν δημιουργήθηκε στην Τεχνόπολη το Μουσείο Γκαζιού, στον χώρο των φούρνων, η μόνιμη συλλογή απέκτησε και ενέταξε στα εκθέματά της 7 φωτογραφίες. Προσεχώς η γκαλερί CAN θα παρουσιάσει εκ νέου τον κύκλο των φωτογραφιών από το Γκάζι, 12 έγχρωμες φωτογραφίες και 13 ασπρόμαυρες, αυθεντικές αναλογικές εκτυπώσεις της δεκαετίας του 1980, αποκαλύπτοντας μια διάσταση της Αθήνας παντελώς ξεχασμένη σήμερα.
Νίκος Μάρκου, «Γκάζι, 1982–1984», Γκαλερί CAN,Διάρκεια: 4/4-9/5
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.