ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ των ημερών είναι τα χαμόγελα που έφερε ο πόλεμος στο Μαξίμου. Την αποστολή της νεοαποκτηθείσας γαλλικής φρεγάτας στην Κύπρο μαζί με τα F-16, μετά από αίτημα του Προέδρου της Κύπρου, παρότι ήταν μια αυτονόητη κίνηση, η κυβέρνηση κατάφερε να την περάσει στην κοινή γνώμη ως μια θαρραλέα ενέργεια υψηλού συμβολισμού και να καρπωθεί κάποια επικοινωνιακά οφέλη. Επιπλέον, όπως είναι γνωστό, σε περιόδους πολέμων, υγειονομικών και γεωπολιτικών κρίσεων, οπότε αυξάνεται η ανασφάλεια, ενισχύονται οι συντηρητικές τάσεις στην κοινωνία και η συσπείρωση γύρω από την εξουσία, ειδικά όταν αυτή προτάσσει την ασφάλεια. Πρόκειται για άλλη μία εκδήλωση του «rally ’round the flag» effect που είχαμε δει ξανά στην κρίση του Έβρου και στην πανδημία.
Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πόσο θα κρατήσει η αισιοδοξία του Μαξίμου, η οποία αντικειμενικά δεν έχει στέρεες βάσεις, αφού οφείλεται στη συγκυρία που σχετίζεται με τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν.
Η κυβέρνηση είδε τα ποσοστά της να ανεβαίνουν ελαφρώς στις τελευταίες δημοσκοπήσεις και στο Μαξίμου ελπίζουν τώρα ότι μπορεί οι συνέπειες των διεθνών εξελίξεων να τους δώσουν την ώθηση που χρειάζονται για να ανατρέψουν την καθοδική πορεία στην οποία βρίσκονταν από τις ευρωεκλογές και μετά. Υπάρχουν ωστόσο και οι πιο μετριοπαθείς αναλυτές, που θεωρούν αυτή την άνοδο καθαρά συγκυριακή και προβλέπουν ότι δεν θα αντέξει στον χρόνο, καθώς η κυβέρνηση έχει πολλά δύσκολα μπροστά της μέχρι τις εκλογές. Η δίκη των Τεμπών, για την οποία η πλειοψηφία των πολιτών εξακολουθεί να πιστεύει ότι επιχειρήθηκε συγκάλυψη των πολιτικών ευθυνών, και η καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση για τις παράνομες παρακολουθήσεις με το Predator, που ανοίγει ξανά την υπόθεση αυτή στριμώχνοντας την κυβέρνηση, είναι δύο από τα σημαντικά εμπόδια που θα βάλουν φρένο στην αισιοδοξία της κυβέρνησης τις επόμενες μέρες.
Τα ποιοτικά στοιχεία ορισμένων δημοσκοπήσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά την έναρξη της αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης στο Ιράν, όπως αυτά της Opinion Poll, είναι αρκετά ενδεικτικά για τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και θα έπρεπε να προβληματίσουν όλα τα κόμματα. Για παράδειγμα, το 73% συμφωνεί με την αποστολή των ελληνικών φρεγατών και των μαχητικών F-16 που αποφάσισε η κυβέρνηση, με μόλις το 22,7% να έχει αντίθετη άποψη. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η πλειοψηφία σε όλα τα κόμματα επικροτεί την αποστολή φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο και μόνο στο ΜέΡΑ25 η πλειοψηφία έχει αντίθετη γνώμη, αλλά κι εκεί αυτοί που συμφωνούν είναι το 45,8%. Ωστόσο, για τα μικρά κόμματα, επειδή το δείγμα είναι μικρό, πρέπει να υπάρχει πάντα μια επιφύλαξη όσον αφορά τα ποσοστά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η βοήθεια στην Κύπρο επιδοκιμάστηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών σε όλο το πολιτικό φάσμα.
Κι ενώ η ενέργεια αυτή ήταν η ενδεδειγμένη έκφραση αλληλεγγύης που οφείλει η Ελλάδα, όπως και κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. προς την Κύπρο, η κυβέρνηση εξακολουθεί να την προβάλλει ως επιτυχία της, ειδικά μετά τις πρώτες δημοσκοπήσεις στις οποίες διαπίστωσε τη μεγάλη αποδοχή. Υπάρχουν πάντως κάποιες πληροφορίες που αναφέρουν ότι ο πρωθυπουργός είχε δεχθεί και αρνητικές εισηγήσεις γι’ αυτό το θέμα, δηλαδή κάποιοι τον συμβούλευσαν να μη στείλει τις φρεγάτες και τα F-16 στην Κύπρο «για να μην ενοχλήσει την Τουρκία», και ότι την απόφαση αυτή την έλαβε μόνος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πάντα στο μυαλό του την κριτική του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή (δευτερευόντως) για τα εθνικά θέματα και, μετά την πίεση που δέχθηκε με το θέμα της Chevron, θεωρεί ότι πήρε πόντους. Γνωρίζει ότι υπάρχει ένα νεοδημοκρατικό κοινό που τους ακούει με προσοχή, και μπορεί ένα μικρό μόνο μέρος από αυτό να ακολουθήσει τον Αντώνη Σαμαρά, αν τελικά κάνει κόμμα, αλλά ακόμα κι ένα πολύ μικρό ποσοστό να χάσει θα είναι κρίσιμο. Άλλωστε ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν χρειάζεται απλώς τη νίκη στις επόμενες εκλογές αλλά την αυτοδυναμία, και είναι βέβαιο ότι στη Νέα Δημοκρατία δεν θέλουν όλοι το ίδιο.
Οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν επίσης ότι το 71,9% συμφωνεί και με τα εξοπλιστικά προγράμματα, στοιχείο που κατέδειξε ότι η κριτική ενός τμήματος της αριστεράς στο θέμα αυτό έχει ελάχιστη απήχηση στην ελληνική κοινωνία και είναι ενδεικτικό ότι υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό αριστερών ψηφοφόρων που συμφωνεί.
Σε αντίθεση με τα εξοπλιστικά, όμως, οι ενεργειακές συμφωνίες έχουν μεν την αποδοχή της πλειοψηφίας αλλά όχι με συντριπτικά ποσοστά, όπως οι εξοπλισμοί και η βοήθεια στην Κύπρο, κάτι που δείχνει ότι οι πολίτες δεν «αγοράζουν» εξίσου όλα τα αφηγήματα της κυβέρνησης.
Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πόσο θα κρατήσει η αισιοδοξία του Μαξίμου, η οποία αντικειμενικά δεν έχει στέρεες βάσεις, αφού οφείλεται στη συγκυρία που σχετίζεται με τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, όμως φαίνεται ότι έχει βάλει αρκετούς συνεργάτες του πρωθυπουργού σε σκέψεις μήπως θα έπρεπε τελικά να επισπεύσει τις εκλογές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει πολλές φορές με κατηγορηματικό τρόπο ότι οι εκλογές θα γίνουν στην ώρα τους – άλλωστε μια τέτοια απόφαση θα είχε σημαντικό ρίσκο και σε αυτά τα ζητήματα δεν συνηθίζει να ενεργεί με τυχοδιωκτικό τρόπο. Οπότε μια τέτοια απόφαση δεν αποκλείεται, καθώς πολλοί βλέπουν στη συγκυρία αυτή μια ευκαιρία, θα ήταν όμως έκπληξη.
Από την άλλη, η δίκη των Τεμπών που ξεκινά σε λίγο θα είναι μια δοκιμασία για την κυβέρνηση και θα ξαναθυμίσει όχι μόνο τα τραγικά γεγονότα και τις ευθύνες αλλά και τους κακούς χειρισμούς που έγιναν μετά το δυστύχημα.
Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ στην κυβέρνηση θεωρούν ότι έχουν ξεμπερδέψει αφού, σύμφωνα με το πόρισμα της ΝΔ (και σε αντίθεση με τις ενδείξεις και το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας), δεν προέκυψε καμία ποινική ευθύνη για τους πρώην υπουργούς Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη και όσα αποκαλύφθηκαν χαρακτηρίστηκαν από την κυβέρνηση «διαχρονικά και διακομματικά» προβλήματα.
Το αν τα χαμόγελα στο Μαξίμου θα έχουν διάρκεια ή θα αποδειχθούν απλώς ένα διάλειμμα πριν από τις δύσκολες εξελίξεις που έρχονται μένει να φανεί.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.