Η είδηση του θανάτου του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, εν μέσω της κλιμακούμενης στρατιωτικής σύγκρουσης στην περιοχή, δεν προκάλεσε μόνο πολιτικές αναλύσεις και διπλωματικές τοποθετήσεις. Στον χώρο του ιρανικού κινηματογράφου —ιδίως στη διασπορά— η αντίδραση υπήρξε άμεση, δημόσια και βαθιά φορτισμένη.
Σκηνοθέτες, κριτικοί και δημιουργοί που ζουν και εργάζονται εκτός Ιράν, πολλοί από τους οποίους έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με διώξεις ή λογοκρισία στο παρελθόν, τοποθετήθηκαν ανοιχτά στα social media, μιλώντας για «το τέλος ενός 47χρονου εφιάλτη», αλλά και για την αβεβαιότητα της επόμενης ημέρας.
Ο οσκαρικά υποψήφιος σκηνοθέτης Μοχάμαντ Ρασούλοφ, που πλέον ζει στη Γερμανία, χαρακτήρισε τον Χαμενεΐ «την πιο μισητή μορφή στη σύγχρονη ιρανική ιστορία» και εξέφρασε την ελπίδα ότι η πολιτική αλλαγή «δεν μπορεί πλέον να κατασταλεί». Σε άλλη ανάρτησή του μίλησε για το δικαίωμα των Ιρανών «να καθορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους».
Αντίστοιχα, ο Σουηδο-Ιρανός ντοκιμαντερίστας Νίμα Σαρβεστανί περιέγραψε τη στιγμή ως «φως που μπαίνει στο κάδρο», γράφοντας ότι ο «47χρονος εφιάλτης δεν έχει ακόμη τελειώσει πλήρως, αλλά ένα σκοτεινό κεφάλαιο πλησιάζει στο τελευταίο του πλάνο». Η γλώσσα του —κινηματογραφική, συμβολική— δείχνει πώς η πολιτική αλλαγή βιώνεται μέσα από το φίλτρο της τέχνης.
Η Μαχσίντ Ζαμανί, κριτικός κινηματογράφου και μέλος της Independent Iranian Filmmakers Association στο Λος Άντζελες, δήλωσε ότι «πολλοί στη διασπορά είναι εξαιρετικά χαρούμενοι που ο δικτάτορας πέθανε», σημειώνοντας ωστόσο πως η ανακούφιση συνοδεύεται από αγωνία για το τι θα ακολουθήσει. «Κάθε Ιρανός εκτός χώρας ανησυχεί για την οικογένειά του μέσα στο Ιράν», είπε, περιγράφοντας ένα κλίμα ανάμεικτων συναισθημάτων.
Η ιρανική κινηματογραφική διασπορά δεν εμφανίζεται ενιαία, αλλά εδώ και χρόνια λειτουργεί ως πολιτισμικός φορέας αντίστασης απέναντι στο καθεστώς. Ανοιχτές επιστολές, διεθνείς παρεμβάσεις και φεστιβαλικές παρουσίες έχουν καταστήσει πολλούς Ιρανούς δημιουργούς φωνές που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας. Μόλις τον Ιανουάριο, η νομπελίστρια Σιρίν Εμπαντί και ο σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ είχαν απευθύνει δημόσια έκκληση για διεθνή στήριξη των Ιρανών πολιτών απέναντι στην «κατασταλτική μηχανή» της Τεχεράνης.
Την ίδια στιγμή, περίπου 200 Ιρανοί δημιουργοί έχουν υπογράψει ανοιχτές επιστολές που καταγγέλλουν τη «συστηματική διαφθορά» και την «καταστολή» του καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει οδηγηθεί «στην άβυσσο της φτώχειας και της απόγνωσης».
Η συγκυρία ωστόσο είναι εύθραυστη. Ενώ σε πόλεις της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής καταγράφηκαν συγκεντρώσεις και εορτασμοί από αντικαθεστωτικούς Ιρανούς, υπήρξαν και μικρότερες φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις, με συνθήματα κατά της ξένης στρατιωτικής επέμβασης. Η διασπορά αντικατοπτρίζει τις πολλαπλές όψεις μιας κοινωνίας σε μετάβαση.
Παράλληλα, η στρατιωτική ένταση στην περιοχή παραμένει υψηλή, με διεθνείς αναλυτές να προειδοποιούν για παρατεταμένη σύγκρουση και αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή αγορά. Ωστόσο, για πολλούς δημιουργούς της διασποράς, η πολιτισμική στιγμή προηγείται της γεωπολιτικής ανάλυσης: η εστίαση βρίσκεται στη δυνατότητα μιας νέας αρχής.
Το ιρανικό σινεμά, από την εποχή του Αμπάς Κιαροστάμι μέχρι τους σύγχρονους δημιουργούς που βραβεύονται σε Κάννες και Βερολίνο, υπήρξε διαχρονικά χώρος υπαινικτικής πολιτικής κριτικής. Σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον, οι σκηνοθέτες συχνά κατέφυγαν στη μεταφορά και στη σιωπή για να μιλήσουν για καταπίεση, απώλεια και επιθυμία ελευθερίας.
Σήμερα, εκτός συνόρων, η γλώσσα γίνεται πιο άμεση. Τα social media λειτουργούν ως πλατφόρμα δημόσιας τοποθέτησης, και η τέχνη δεν περιορίζεται στο φιλμικό κάδρο αλλά επεκτείνεται στον δημόσιο λόγο.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό δεν αφορά μόνο την πολιτική διαδοχή στην Τεχεράνη, αλλά και τον ρόλο της διασποράς στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτισμικής αφήγησης για το Ιράν. Αν το «φως μπαίνει στο κάδρο», όπως έγραψε ο Σαρβεστανί, μένει να φανεί ποια ιστορία θα αφηγηθεί το επόμενο πλάνο.