ΗΤΑΝ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2020 όταν η 67χρονη τότε Ζιζέλ Πελικό ανέβαινε τα σκαλιά του αστυνομικού τμήματος του Καρπαντρά, στη Νότια Γαλλία, συνοδεύοντας τον σύζυγό της Ντομινίκ Πελικό, ο οποίος είχε κληθεί με αφορμή την υπόθεση της σύλληψής του, σε ένα σουπερ μάρκετ λίγους μήνες νωρίτερα. Εκείνη τη μέρα, η ζωή της άλλαξε για πάντα. Οι φωτογραφίες που θα της έδειχναν οι αστυνομικοί θα έκαναν στάχτη την τακτοποιημένη καθημερινότητά της και πενήντα χρόνια έγγαμου βίου. Όλος ο κόσμος της θα κατέρρεε.
Τα γεγονότα της υπόθεσης που εκτυλίχθηκαν στο μικρό χωριό Μαζάν της Προβηγκίας και συντάραξαν όχι μόνο τη ζωή της Ζιζέλ Πελικό, αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη, είναι γνωστά. Ο επί πενήντα χρόνια σύζυγός της, Ντομινίκ Πελικό, τον Σεπτέμβριο του 2020 συνελήφθη σε σούπερ μάρκετ της περιοχής να βιντεοσκοπεί γυναίκες κάτω από τις φούστες τους. Η έρευνα των αστυνομικών στον υπολογιστή και στο κινητό του έφερε στο φως σοκαριστικά ευρήματα: για περίπου μία δεκαετία, από το 2011, νάρκωνε κρυφά τη γυναίκα του με υπνωτικά χάπια που έριχνε στο φαγητό της κι ενώ εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση αναισθησίας, τη βίαζε και έφερνε άλλους άντρες, που εντόπιζε μέσω διαδικτύου, να τη βιάζουν. Θα κατηγορηθούν ακόμα άλλοι πενήντα άντρες, για βιασμό ή απόπειρα βιασμού και σεξουαλική κακοποίηση, όσοι ήταν δυνατό να αναγνωριστούν.
Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες του, ο «Ύμνος στη ζωή» καταλήγει να είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του.
Το 2024, με την έναρξη της δίκης στη Γαλλία, η υπόθεση πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Η Πελικό, επιδεικνύοντας πρωτοφανές θάρρος, παραιτήθηκε από το δικαίωμά της για δίκη κεκλεισμένων των θυρών, δηλώνοντας πως «η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά». Τα λόγια αυτά έγιναν σύνθημα, έδωσαν ελπίδα σε κακοποιημένες γυναίκες σε όλο τον κόσμο και η ίδια αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο στον αγώνα κατά της σεξουαλικής βίας. Ο Πελικό καταδικάστηκε με τη μέγιστη ποινή κάθειρξης, σε 20 χρόνια φυλάκιση, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι κρίθηκαν όλοι ένοχοι. Η υπόθεση Πελικό οδήγησε στην αλλαγή του νομικού ορισμού του βιασμού στη Γαλλία.
Η Ζιζέλ Πελικό, που πριν από έναν χρόνο τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση της Γαλλίας, καθώς χρίστηκε Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής, αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της στην αυτοβιογραφία της, με τη συνδρομή της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ζιντίτ Περινιόν. Το βιβλίο, του οποίου ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Και η χαρά της ζωής» («Et la joie de vivre»), κυκλοφόρησε αυτόν τον μήνα ταυτόχρονα σε 22 γλώσσες. Στην Ελλάδα εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, με τον τίτλο «Ύμνος στη ζωή. Η ιστορία μου», σε μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου.
Οι αναμνήσεις της Πελικό δεν περιορίζονται στα γεγονότα που ακολούθησαν το σοκ της αποκάλυψης των ειδεχθών πράξεων του συζύγου της και της δεκαετούς κακοποίησης, ούτε μόνο στην ψυχοφθόρα δικαστική διαδικασία και τις καταστροφικές συνέπειες της εμπειρίας αυτής. Το βιβλίο, παράλληλα, αποτελεί και μια εξιστόρηση της ζωής της και του γάμου της, σε μια προσπάθεια να αναζητήσει τη ρίζα του κακού και να εξηγήσει πώς κατέληξε, υπό το καθεστώς χημικής υποταγής, να γίνει μια «πάνινη κούκλα» στα χέρια αγνώστων αντρών ενώ το σώμα της μετατρεπόταν σε «σκουπιδοτενεκέ των φαντασιώσεων» του «καλοσυνάτου και στοργικού» συζύγου της, όπως τον νόμιζε, προτού αυτός ο άντρας μεταμορφωθεί στο τρομακτικό «τέρας της Μαζάν» που δεν αναγνώριζε πια.
Πώς διαχειρίζεσαι ένα τέτοιο σοκ και πώς καταφέρνεις να μείνεις όρθια; Πώς κατορθώνεις να προχωρήσεις; Με τι υλικά ξαναχτίζεις μια ζωή όταν ο συνδετικός ιστός της έχει οριστικά διαρραγεί και οι αναμνήσεις σου έχουν υφαρπαχθεί; Πώς βαδίζεις μέσα από την κόλαση για να ξαναβγείς στο φως; Ποια ήταν τελικά αυτή η γυναίκα που έγινε σύμβολο χωρίς να το επιδιώξει; Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες του, ο «Ύμνος στη ζωή» καταλήγει να είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του.
Το βιβλίο ξεκινά –όχι τυχαία– με την ιεροτελεστία της ετοιμασίας του πρωινού, μια ρουτίνα η οποία έπειθε τη Ζιζέλ καθημερινά πως όλα θα πάνε καλά. Αμέσως μετά, ακολουθεί η περιγραφή τής εφιαλτικής στιγμής κατά την οποία η Ζιζέλ ενημερώνεται από την αστυνομία για τις αποτρόπαιες πράξεις του συζύγου της και αντικρίζει τον εαυτό της σε ένα από τα ντοκουμέντα του βιασμού της. Αρχικά, δεν θα αναγνωρίσει τον εαυτό της, το μυαλό της είναι αδύνατον να συλλάβει την εξωφρενική αλήθεια: «Το μυαλό μου ούρλιαζε πως όχι, όχι, δεν ήμουν εγώ αυτή, δεν ήταν αυτός». Μετά την αφήγηση του πρώτου σοκ, επιστρέφει με φλασμπάκ στο παρελθόν. Μιλά για τα παιδικά της χρόνια, τον στρατιωτικό πατέρα της και τον θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, όταν η ίδια ήταν μόλις εννέα ετών. Αναφέρεται στη γνωριμία με τον σύζυγό της το 1971, όταν ήταν πολύ νέοι και οι δύο, μιλάει για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και τον τύραννο πατέρα του. Ανακαλεί τα χρόνια του γάμου τους, στη διάρκεια του οποίου απέκτησαν τρία παιδιά και εγγόνια. Θυμάται τις κρίσεις στον γάμο τους, τις οικονομικές δυσκολίες και το εικονικό διαζύγιο που πήραν για να αντιμετωπίσουν τα χρέη τους. Περιγράφει τα κενά μνήμης που της προκαλούσαν τα χάπια που έπαιρνε εν αγνοία της και την ανησυχία για την υγεία της ενώ ο σύζυγός της τη χειραγωγούσε και την καθησύχαζε πως δεν έχει τίποτα. Στη συνέχεια, αφηγείται το πρώτο εφιαλτικό διάστημα, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, την απόφασή της να εγκαταλείψει το σπίτι της, τις αντιδράσεις των παιδιών της, την προετοιμασία για τη δίκη, το «τσουνάμι» της δημοσιότητας, τις επιθέσεις και τις ταπεινώσεις που υπέστη αλλά και τη συγκινητική συμπαράσταση του κόσμου. Μιλά για το νησί που έγινε το καταφύγιό της, τις καινούργιες σχέσεις που δημιούργησε με ανθρώπους που τη στήριξαν και αφηγείται πώς βρήκε ξανά τη χαρά σε μια νέα ερωτική σχέση.
Τα πολλαπλά ψυχολογικά στάδια που διένυσε, τα επώδυνα συναισθήματα που κλήθηκε να διαχειριστεί και οι αμυντικοί μηχανισμοί που χρησιμοποίησε εκτίθενται διεξοδικά στο βιβλίο. Η Πελικό μιλάει για το κενό, την ντροπή, τον θυμό, τη διάλυση και τη μοναξιά που συνοδεύουν τα θύματα βιασμού. Αναλύει τα συνεχή ερωτήματα που τη βασανίζουν για τη μεταστροφή του συζύγου της, για το «πώς κάποιος μπορούσε να αγαπήσει και να προκαλέσει τέτοιο κακό». Αναφέρεται στη δυσπιστία που εισέπραξε από τους γύρω της και τη δυσκολία τους να πιστέψουν πως δεν είχε καταλάβει τίποτα, αλλά και στην αντίδρασή της στην εικόνα του θύματος και στον τρόπο που οι ειδικοί ερμήνευαν τη ζωή της. Περιγράφει το αίσθημα ότι θα μπορούσε να έχει αποτρέψει το κακό και δεν το έκανε, την αγωνιώδη προσπάθεια να καταλάβει και την αναζήτηση για σημάδια που, υπό το φως των νέων δεδομένων, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει. Μιλάει ακόμα για το ρήγμα στην οικογένειά της, τους τριγμούς στις σχέσεις των μελών της και τη σύγκρουση με την κόρη της.
Επανεξετάζει, αναπολεί, εξηγεί, απολογείται, απορεί και η ίδια για πολλά, και ερμηνεύει σε μια χειμαρρώδη αφήγηση που σε αρπάζει από τα μούτρα με την ειλικρίνειά της, σε ξαφνιάζει, σε σοκάρει, σε εξοργίζει και σε συγκινεί. Το ύφος τής αφήγησης παραμένει νηφάλιο, παρότι κάποιες φορές λυγίζει κάτω από το συναισθηματικό βάρος όσων διηγείται. Η Πελικό εξιστορεί τα γεγονότα με σαφήνεια και με την απαραίτητη απόσταση, όσο της επιτρέπει τουλάχιστον ο χρόνος που έχει περάσει.
Επιστρέφει στο παρελθόν για να ανακαλύψει την αρχή του κακού και τη βρίσκει στη δική της απεγνωσμένη ανάγκη για ασφάλεια και αγάπη μετά τον θάνατο της μητέρας της και στη δική του καταπιεστική οικογένεια. Στην αρχή του γάμου τους, υπήρξε ένας άντρας που αγάπησε και του αφοσιώθηκε, όπως δηλώνει: «Ήμουν ευτυχισμένη, ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Δεν ήμουν μόνο ένα θύμα». Περιγράφει τον εαυτό της και τον Ντομινίκ σαν δυο τραυματισμένα παιδιά που βρήκαν καταφύγιο το ένα στο άλλο. Ο γάμος τους ήταν ένας τρόπος να δραπετεύσουν από τις τραγωδίες του παρελθόντος: τον θάνατο της μητέρας της και τον κακοποιητικό πατέρα του. Η διαφορά ήταν ότι η δική της τραγωδία είχε περάσει αφήνοντας πίσω μόνο αγάπη ενώ η δική του προερχόταν από τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς του και άφησε μόνο σκοτάδι.
Το όνειρο μιας ευτυχισμένης οικογένειας ήταν χτισμένο σε σαθρά θεμέλια. Όσο κι αν πίστεψαν πως είχαν επουλωθεί οι παλιές πληγές, το παρελθόν κατάφερε να τους αιχμαλωτίσει τελικά: «Νόμιζα ότι είχαμε μάθει να ζούμε, ότι το κακό σάπιζε κάτω από το έδαφος. Κι όμως, θέριευε μέσα του ακριβώς δίπλα μου, το γνωρίζω τώρα». Το βιβλίο δεν αφορά μόνο την ιστορία μιας γυναίκας που είχε υποστεί απίστευτα μαρτύρια στα χέρια του άντρα της, αλλά και το βάρος της οικογενειακής ιστορίας και τα τραύματα που δεν ξεπερνιούνται ποτέ – χωρίς αυτό να προσφέρει την παραμικρή δικαιολογία στον σύζυγό της. Αρκετές φορές, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης αλλά και στη δίκη, της καταλογίστηκε ότι προσπαθεί να δικαιολογήσει τον άντρα της. Η αυτοβιογραφία της καθιστά σαφές πως δεν ήταν παρά μια στρατηγική επιβίωσης, η πανοπλία της για να μην καταρρεύσει ολοκληρωτικά.
Οι αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών του παρελθόντος αποδεικνύονται σωτηρίες για τη Ζιζέλ. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, προσπαθεί να απομονώσει τις καλές στιγμές, όχι να τις σβήσει. Αρνείται να παραδοθεί στη θλίψη: «Είχα κρατήσει για τον εαυτό μου τον ύμνο μου στη ζωή», λέει. Η Πελικό έχει μια εγγενή παρόρμηση για ζωή, που εδράζεται στην παιδική της ηλικία. Επιλέγει να παραμείνει από την πλευρά της ζωής, όπως έκανε πάντα. Αν διέγραφε εντελώς το παρελθόν, τότε πού θα στηριζόταν; Ήταν αναγκαίο να διαχωρίσει μέσα της τους δύο Πελικό: τον φροντιστικό, ευγενικό σύζυγο που έζησε μια ζωή μαζί του, και το τέρας που της αποκαλύφθηκε στο τέλος. «Έκοβα στα δύο τον Ντομινίκ, ακριβώς όπως αποσυνδεόμουν από το κακοποιημένο σώμα».
Ίσως αυτό που έσωσε εν τέλει την Πελικό, πέρα από το ότι, εξαιτίας της χημικής υποταγής, δεν είχε καμία ανάμνηση των βασανιστηρίων της, ήταν η αγάπη που είχε εισπράξει ως παιδί. Ένα από τα πιο δυνατά αποσπάσματα του βιβλίου είναι αυτό στο οποίο περιγράφει τη στιγμή που πέθανε η μητέρα της: «Η ιδέα μου για τη ζωή γεννήθηκε, πιστεύω, με την τελευταία πνοή της μαμάς, όταν ο μπαμπάς, γερμένος από πάνω της, μουρμούρισε το όνομά της, ενώ εγώ πίεζα τον ώμο της, παρακαλώντας τη να ξυπνήσει. Ένιωσα την αγάπη να με διαπερνά, μια απεριόριστη αγάπη που εκείνη τη στιγμή ήταν πιο δυνατή από τον θάνατο». Αυτό το συναίσθημα τη στήριξε, έστω κι αν την παραπλάνησε και την έσπρωξε στον λάθος άνθρωπο. Η αγάπη ήταν η δική της κληρονομιά που τη βοήθησε να μη διαλυθεί.
«Αυτή η ιστορία αναδεύει τη βία μας», σημειώνει η Πελικό. «Είναι η άσχημη αντανάκλαση της κυριαρχίας και της αρπακτικής συμπεριφοράς που εξακολουθούν να δομούν τον κόσμο μας», μας λέει. Παράλληλα, η ιστορία της είναι και η απόδειξη πως τα τέρατα κατοικούν στη διπλανή πόρτα και το πιο επικίνδυνο μέρος για μια γυναίκα μπορεί να είναι το ίδιο της το σπίτι. Οι άγνωστοι βιαστές της ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι, άντρες σαν όλους τους άλλους, διαφόρων ηλικιών και επαγγελμάτων, πολλοί παντρεμένοι, με οικογένειες και παιδιά. Το βιβλίο της επιβεβαιώνει αυτήν την τόσο δυσκολοχώνευτη και αποκρουστική για κάθε γυναίκα αλήθεια: τα τέρατα ζουν και κοιμούνται δίπλα μας, μπορεί να είναι ο σύντροφος, ο πατέρας, ο αδερφός, ο γείτονας που καλημερίζουμε κάθε μέρα, ο συνάδελφος.
Η ντροπή αποτελεί συχνά το ανυπέρβλητο εμπόδιο σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης. Είναι αυτή που κρατά τους δράστες ατιμώρητους και μακριά από τη δικαιοσύνη. Η μετατόπισή της υπήρξε το κομβικό σημείο για την υπόθεση Πελικό και μια διαδικασία που ξεκίνησε από την απόφασή της να μην αποδεχτεί το δικαίωμα για δίκη κεκλεισμένων των θυρών, συνεχίστηκε με τη θαρραλέα στάση της καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης και ολοκληρώνεται τώρα με την κατάθεση της ιστορίας της. Χάρη στον «Ύμνο στη ζωή», μπορούμε πλέον να αντιληφθούμε πιο καθαρά την ιστορική σημασία της στάσης της και το πώς ακριβώς η Πελικό κατάφερε να νικήσει την ντροπή: «Δεν φοβόμουν πια τα βλέμματα, δεν φοβόμουν πια μήπως το μάθουν οι άνθρωποι. Η ντροπή έπρεπε να αλλάξει στρατόπεδο», λέει για τη στιγμή της απόφασης. Αρνήθηκε να προστατεύσει τους βιαστές της από τη δημοσιότητα: «Όλοι έπρεπε να δουν τους 51 βιαστές. Έπρεπε αυτοί να σκύψουν το κεφάλι. Όχι εγώ». Στάθηκε απέναντι σε αυτήν την «αγέλη», όπως τη χαρακτηρίζει, τους κοίταξε κατάματα και δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Τους ανάγκασε να το χαμηλώσουν εκείνοι.
«Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής» και «Για να νικήσω το κενό, χρειάζομαι την αγάπη», είναι το αισιόδοξο μήνυμα της Πελικό που κλείνει το βιβλίο. Ο «Ύμνος στη ζωή» είναι πρωτίστως μια ιστορία νίκης και επιβίωσης, και λιγότερο μια καταγραφή της φρίκης. Αποτελεί το απόσταγμα μίας ιστορικής στιγμής που έδωσε δύναμη σε εκατομμύρια γυναίκες που ήρθαν αντιμέτωπες με τη σεξουαλική βία, ενώ ταυτόχρονα στέλνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα: η ντροπή ήρθε η ώρα να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει, η δίψα για ζωή μπορεί να αναβλύσει ακόμα και μέσα από τα πιο ζοφερά σκοτάδια και μια καινούργια ζωή να χτιστεί μέσα στα συντρίμμια.