Είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και αμφιλεγόμενες μορφές της βρετανικής σύγχρονης τέχνης και τώρα επιστρέφει δυναμικά με μια μεγάλη έκθεση στην Tate Modern, παρουσιάζοντας μια ζωή γεμάτη προκλήσεις, υπερβολές, αρρώστια και αναγέννηση. Η Τρέισι Έμιν, που σόκαρε τη δεκαετία του 1990 με το έργο της «My Bed» –ένα άστρωτο κρεβάτι με λεκιασμένα σεντόνια, άδεια μπουκάλια και προσωπικά αντικείμενα– και με τη λεπτομερή καταγραφή της ερωτικής της ζωής σε μια σκηνή κεντημένη με ονόματα, εμφανίζεται σήμερα πιο ήρεμη και αφοπλιστικά ειλικρινής.
Η καθημερινότητά της στο Μάργκεϊτ, την παραθαλάσσια πόλη όπου ζει πλέον μόνιμα, και στην οποία πέρασε τη δύσκολη παιδική και εφηβική της ηλικία, ακολουθεί νυχτερινούς ρυθμούς. Η καλλιτέχνιδα εργάζεται από νωρίς το βράδυ έως τα ξημερώματα. Η ζωή της έχει αλλάξει ριζικά μετά τη σοβαρή περιπέτεια υγείας που αντιμετώπισε το 2020, όταν διαγνώστηκε με επιθετικό καρκίνο πλακωδών κυττάρων. Η ασθένεια οδήγησε σε εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις: αφαίρεση της ουροδόχου κύστης, πλήρη υστερεκτομή, αφαίρεση λεμφαδένων, τμήματος του εντέρου, της ουρήθρας και μέρους του κόλπου.
Παρά την εύθραυστη κατάστασή της, δηλώνει ότι δεν επιθυμεί πλέον τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε περιόδους βαθιάς μελαγχολίας στο παρελθόν. Η επιβίωση τής έδωσε την αίσθηση ότι κέρδισε πίσω τον χρόνο της.
Έκτοτε ζει με ουροστομία, μια μόνιμη οπή στην κοιλιακή χώρα μέσω της οποίας αποβάλλονται τα ούρα σε ειδικό σακουλάκι. Αυτή η νέα καθημερινότητα απαιτεί συνεχή διαχείριση, με συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα για άδειασμα του σάκου, κίνδυνο διαρροών και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις. Έχει περάσει επεισόδια σηψαιμίας και παραμένει ευάλωτη σε ουρολοιμώξεις που μπορούν να εξελιχθούν γρήγορα σε σοβαρότερες επιπλοκές. Η κόπωση είναι διαρκής και η ανάγκη για προγραμματισμό περιορίζει τον αυθορμητισμό της. Παρά τις δυσκολίες, επισημαίνει ότι αισθάνεται τυχερή που επέζησε.
Η εμπειρία της ασθένειας αποτέλεσε για κείνη καθοριστική καμπή. Τη χαρακτήρισε «δεύτερη ζωή», τίτλο που δίνει και στην επικείμενη έκθεσή της στην Tate Modern, τη μεγαλύτερη της καριέρας της. Η έκθεση καλύπτει τέσσερις δεκαετίες δημιουργίας, χωρίς να παρουσιάζεται ως αναδρομική. Περιλαμβάνει πρώιμα έργα, αλλά και πρόσφατες φωτογραφίες του σώματός της με εμφανή τα ίχνη των επεμβάσεων, σε αντιπαραβολή με φωτογραφίες από τη νεότητά της. Το σώμα, άλλοτε συνδεδεμένο με τη σεξουαλικότητα και την πρόκληση, προβάλλεται πλέον ως πεδίο μάχης και επιβίωσης.
Στην έκθεση θα παρουσιαστεί και το «My Bed», το έργο που είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις όταν εκτέθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης για το βραβείο Turner το 1999. Τότε είχε κατηγορηθεί για ναρκισσισμό και επιδειξιομανία. Σήμερα, μεγάλο μέρος εκείνης της κριτικής επανεκτιμάται ως σεξιστικό, καθώς το γεγονός ότι μια γυναίκα από την εργατική τάξη μιλούσε ανοιχτά για το σώμα, το σεξ, τις αμβλώσεις και την ψυχική της κατάσταση θεωρήθηκε προκλητικό και «ανάρμοστο».
Ιδιαίτερη θέση στο έργο της καταλαμβάνει το φιλμ «Why I never became a dancer» του 1995. Σε αυτό αφηγείται την εφηβεία της στο Μάργκεϊτ. Στα 15 της, όταν συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό χορού, ορισμένοι άνδρες με τους οποίους είχε συνευρεθεί την αποδοκίμασαν δημόσια φωνάζοντάς την «τσούλα». Το φιλμ αποτυπώνει το κλίμα διαπόμπευσης και εκφοβισμού, ενώ το έργο ολοκληρώνεται με την ίδια να χορεύει ξανά, διεκδικώντας τον έλεγχο της αφήγησης.
Η Έμιν έχει μιλήσει ανοιχτά για τον βιασμό που υπέστη στα 13 της, εμπειρία που περιέγραψε και στο βιβλίο της «Strangeland». Μετά τον βιασμό άρχισε να έχει σεξουαλικές επαφές με μεγαλύτερους άνδρες, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο, όπως λέει η ίδια. Η σεξουαλική βία, όπως τονίζει, δεν αποτελεί παρελθόν, αλλά διαρκή πραγματικότητα. Παράλληλα, έχει δημιουργήσει έργα γύρω από τις δύο αμβλώσεις που έκανε τη δεκαετία του 1990, η μία εκ των οποίων παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή λόγω επιπλοκών. Υπογραμμίζει ότι τα έργα αυτά δεν έχουν ακτιβιστικό χαρακτήρα, αλλά αποτυπώνουν την προσωπική της εμπειρία.
Η εγκατάστασή της στο Μάργκεϊτ σηματοδοτεί και μια στροφή προς τη στήριξη της τοπικής κοινωνίας. Έχει επενδύσει σε ακίνητα με στόχο να προσφέρει φθηνή στέγη και στούντιο σε καλλιτέχνες, έχει ιδρύσει μια σχολή τέχνης και στηρίζει εκπαιδευτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες, όπως μια εκπαιδευτική κουζίνα για ανέργους. Σε μια περιοχή με υψηλά ποσοστά παιδικής φτώχειας, θεωρεί ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αναγέννησης.
Η πολιτική της τοποθέτηση είναι σαφής. Δηλώνει αντίθετη στη ρητορική της ακροδεξιάς και ανήσυχη για την άνοδο του Reform στο Κεντ, την κομητεία στην οποία ανήκει το Μάργκεϊτ. Έχει ψηφίσει κυρίως Εργατικούς, με εξαίρεση δύο εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες στήριξε τους Συντηρητικούς λόγω της στάσης συγκεκριμένων υπουργών απέναντι στις τέχνες. Εκφράζει φόβους για το μέλλον των πολιτιστικών θεσμών σε περίπτωση που επικρατήσουν δυνάμεις οι οποίες εχθρεύονται τη σύγχρονη τέχνη, αν και θεωρεί ότι η τέχνη ως έκφραση δεν μπορεί να κατασταλεί.
Η προσωπική της ταυτότητα, με ρίζες στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και τη Νουβία –περιοχή που σήμερα εκτείνεται στο βόρειο Σουδάν και τη νότια Αίγυπτο– από την πλευρά του πατέρα της και Ρομά καταγωγή από τη μητέρα της, αποτελεί για την ίδια παράδειγμα πολυπολιτισμικής βρετανικότητας. Ο πατέρας της είχε και δεύτερη οικογένεια και εγκατέλειψε την ίδια, τη μητέρα της και τον αδελφό της όταν κατέρρευσε η ξενοδοχειακή του επιχείρηση, βυθίζοντάς τους στη φτώχεια. Η παιδική της ηλικία χαρακτηρίστηκε από αστάθεια και απουσίες. Παρά τις δυσκολίες και τη διακοπή του σχολείου, βρήκε διέξοδο στην τέχνη και κατάφερε, χωρίς τυπικά προσόντα, να φοιτήσει τελικά στο Royal College of Art.
Σήμερα δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένη που δεν απέκτησε παιδιά, θεωρώντας ότι η ζωή της διαμορφώθηκε ελεύθερα γύρω από τη δημιουργία. Αναγνωρίζει ως βασικά λάθη της το κάπνισμα και την ανεπαρκή φροντίδα του εαυτού της στα νεανικά της χρόνια, καθώς και μια περίοδο υπερβολικής κοσμικής ζωής στα μέσα της δεκαετίας του 2000, που απομάκρυνε την προσοχή της από τη ζωγραφική.
Η ζωγραφική αποτελεί πλέον τον πυρήνα της δραστηριότητάς της. Στο στούντιό της εργάζεται πάνω σε πολλούς καμβάδες ταυτόχρονα, συχνά καλύπτοντας παλαιότερες μορφές για να γεννηθούν νέες. Περιγράφει τη διαδικασία ως διέλευση μέσα από έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην ίδια και τον καμβά, όπου συσσωρεύονται βιώματα και συναισθήματα. Η δημιουργία γι’ αυτήν είναι έκρηξη και αποκάλυψη.
Παρά την εύθραυστη κατάστασή της, δηλώνει ότι δεν επιθυμεί πλέον τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε περιόδους βαθιάς μελαγχολίας στο παρελθόν. Η επιβίωση τής έδωσε την αίσθηση ότι κέρδισε πίσω τον χρόνο της. Σήμερα ζει με μεγαλύτερη αυτονομία και εσωτερική ηρεμία, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην τέχνη και στη δεύτερη ευκαιρία που, όπως πιστεύει, της δόθηκε.