Πρόσκληση για συμμετοχή στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης, η οποία επικεντρώνεται στην υλοποίηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για την ανοικοδόμηση της Γάζας, έχει δεχθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, η πρόσκληση προήλθε από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να τοποθετηθεί επισήμως τις προσεχείς ημέρες.
Αντίστοιχη πρόσκληση έχει αποσταλεί και στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, όπως μετέδωσε το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων. Πηγές από τη Λευκωσία επιβεβαιώνουν την παραλαβή επιστολής από τον Αμερικανό πρόεδρο, με την οποία η Κύπρος καλείται να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης ως ιδρυτικό μέλος.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, στο Συμβούλιο θα συμμετέχουν συνολικά 25 χώρες, ανάμεσά τους και κράτη που είχαν δώσει το «παρών» στην τελετή που πραγματοποιήθηκε στο Σαρμ Ελ Σέιχ, στην οποία είχε συμμετάσχει και ο Κύπριος πρόεδρος. Όπως αναφέρει το Axios, η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου αναμένεται να πραγματοποιηθεί στις 19 Φεβρουαρίου, στην Ουάσινγκτον, στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου της Ειρήνης, με βασικό στόχο τον συντονισμό των επόμενων ενεργειών για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της Γάζας και τη διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας στην περιοχή.
Οι τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για το Συμβούλιο Ειρήνης
Υπενθυμίζεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την άφιξή του στην έκτακτη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες πριν από λίγες εβδομάδες, είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις, τονίζοντας ότι η Ελλάδα - όπως και η μεγάλη πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - προβληματίζεται για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η αμερικανική πρωτοβουλία.
Όπως είχε επισημάνει, το προτεινόμενο σχήμα δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των αποφάσεων του Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, γεγονός που εγείρει θεσμικά ζητήματα. Ο πρωθυπουργός είχε προτείνει οι χώρες που έχουν προσκληθεί να περιορίσουν τη συμμετοχή τους αποκλειστικά στο σκέλος που αφορά τη Γάζα και μόνο για όσο χρονικό διάστημα κριθεί απολύτως απαραίτητο, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια ρεαλιστική και συμβιβαστική προσέγγιση, η οποία δεν οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου θεσμού ανταγωνιστικού προς τον ΟΗΕ.