«Δεν θέλουμε να ζήσουμε με τους υγιείς»

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter
Σπιναλόγκα, φωτογραφικό αρχείο Μορίς Μπορν, 1927. Φωτογραφία από το βιβλίο «Σπιναλόγκα, Βωμός και Ασκληπιείο» της Μαριάνθης Αλειφεροπούλου – Χαλβατζή
0


«ΙΣΩΣ Η ΝΟΣΗΡΑ 
περιέργεια μερικών αναγνωστών, διά να μείνει ικανοποιημένη, θα θέλη να κορεσθεί από μίαν περιγραφήν γεμάτην αγωνίαν, σπαραγμόν, δυσωδίαν σαπρίας και ζέοντα έλκη Ιώβ, θα ζητή βασανιστήρια και περιβάλλον Κολάσεως του Δάντη, θα θέλη ανθρώπους στάζοντας πρασινόμαυρον πύον και με καταφαγωμένας σάρκας... Πιθανόν άλλοι δημοσιογράφοι, διά να επιτύχουν εν τη ικανοποιήσει του πόθου της αναγνωστικής περιεργείας και τον ιδικόν των θρίαμβον, θα υπερθεμάτιζον εις την μέχρι τούδε φαντασιώδη φιλολογίαν, εξαίροντες τοιουτοτρόπως τον ψευδοηρωισμόν των να κατέλθουν εις τους κύκλους της ζωντανής αυτής κολάσεως, να αντικρύσουν τα μαρτύρια, τας πυώδεις πληγάς, τα ακρωτηριασμένα σώματα, να ακούσουν τας οιμωγάς του πόνου και τους θρήνους της δυστυχίας, αψηφώντες συγχρόνως τον κίνδυνον της ιδίας τύχης».

Ο Άγγελος Σγουρός, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Εμπρός», είναι ξεκάθαρος ως προς την προσέγγιση που θα ακολουθήσει στην περιγραφή όσων είδε τον Ιούλιο του 1929 σε επίσκεψή του στη Σπιναλόγκα.

Ο ρεπόρτερ θα ζωγραφίσει πιστά την αρρώστια τους, θα περιγράψει την κατάντια στην οποία τους έριξε αυτή ακριβώς η πρόληψη και θα φωνάξει δημοσίως τα δίκαια παράπονα μιας πολιτείας απομονωμένης και καταδικασμένης στη βρόμα και τη δίψα.

Αν ακολουθούσε τον τρόπο της «δάντειας» φιλολογίας για να περιγράψει τη Σπιναλόγκα και τους λεπρούς, δεν θα έκανε τίποτε άλλο παρά να προσθέσει ένα βάρος στη δυστυχία τους. Δεν θα έκανε τίποτε άλλο παρά να ενισχύσει «την υφισταμένην πρόληψιν, να ενδυναμώνη την μέχρι παντελούς αναλγησίας απέχθειαν των υγιών προς τους ασθενείς αυτούς, οι οποίοι τίποτε άλλο δεν ζητούν παρά ελαχίστην παρηγορίαν ελπίδος».

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter
Όλων των λεπρών τα πρόσωπα ήταν πρησμένα. Φουσκωμένα τα χείλη και άλλα φαγωμένα, συσπασμένα σε κάποια γκριμάτσα που έμοιαζε με στραβό χαμόγελο. Παραμορφωμένες μύτες κομμένες ως επί το πλείστον, αλλά επουλωμένες χωρίς να φαίνεται το κόκαλο.

Στο ρεπορτάζ του, λοιπόν, δεν θα επιστρατεύσει μαρτύρια κόλασης, ούτε κανέναν Βιργίλιο για οδηγό στη Σπιναλόγκα, ούτε βρικόλακες, ούτε οκάδες πύου και σήψης. Δεν θα προσπαθήσει να βρει κατάλληλες φιλολογικές εκφράσεις για να διακοσμήσει ένα μελανό και απεχθές ντεκόρ, ούτε θα συμπληρώσει με μακάβριες φαντασιώσεις ό,τι δεν υφίσταται.

Θα περιοριστεί σε ό,τι πραγματικά είδε, αφού είναι ο μόνος, ο πρώτος δημοσιογράφος που μπήκε στη Σπιναλόγκα, την πολιτεία των λεπρών, στα σπίτια και τα καταστήματά τους, «αφού είχα τον “ηρωισμόν” (τι αστειότης) να ειδώ τα παραμορφωμένα πρόσωπα και να μείνω ώρες μαζί τους αψηφών ένα φανταστικό κίνδυνο που κατά βάθος εις επίσκεψιν μιας ημέρας δεν υφίσταται».

Θα ζωγραφίσει πιστά την αρρώστια τους, θα περιγράψει την κατάντια στην οποία τους έριξε αυτή ακριβώς η πρόληψη και θα φωνάξει δημοσίως τα δίκαια παράπονα μιας πολιτείας απομονωμένης και καταδικασμένης στη βρόμα και στη δίψα.

«Καλύτερα να έχω να μην ακούω τις απελπισμένες φωνές των αρρώστων αυτών που ζητούν το ανθρώπινον έλεος ως αντισήκωμα αυτού που τους εστέρησεν η μοίρα, παρά την επίκρισιν ενός ικανοποιημένου γούστου. Καθένας γράφει με την συνείδησίν του».

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter

Όταν εκείνα τα παραμορφωμένα χείλη τού ζητούσαν έλεος, δεν το ζητούσαν από την τύχη που τους καταδίκασε στο μαρτύριο αυτό, αλλά από τον κόσμο που απολάμβανε τα αγαθά τα οποία αυτοί στερούνταν μόνο και μόνο επειδή υπήρχε η πρόληψη ότι ο λεπρός πρέπει να είναι καταδικασμένος σε πλήρη εγκατάλειψη. Όταν τα σκασμένα από την αρρώστια μάτια, όταν οι τυφλοί, ξεθωριασμένοι βολβοί πλένονταν μέσα σε δάκρυα, δεν έκλαιγαν τα βάσανα της ασθένειάς τους, αλλά το επιπρόσθετο μαρτύριο της ανθρώπινης αδιαφορίας.

«Ζητούμε να μας δώσουν έναν τόπο καλύτερο»

Όλοι όσοι άκουσαν ότι θα πήγαινε στη Σπιναλόγκα τον χαρακτήρισαν τρελό, ενώ πολλοί, αφού επέστρεψε στην Αθήνα, τον κοίταζαν με φρίκη σαν να ήταν φορέας της λέπρας. Ίσως θα περίμεναν να περάσει και μέσα από τον απολυμαντικό κλίβανο για να απαλλαγεί από το φορτίο των μικροβίων της λέπρας ή του βακίλου του Χάνσεν, καθώς «σε όλα αυτά πταίει η πρόληψις, η προκατάληψις».

Δυο φορές επισκέφτηκε το νησί των λεπρών. Την πρώτη φορά πήγε με σφιγμένη καρδιά και το φρικώδες συναίσθημα ότι κάνει ένα λουτρό σε πύον λέπρας. Δεν είδε τίποτα και έφυγε άρον άρον.

«Έπρεπε όμως να ειδώ και να πάρω σκίτσα. Δεν μου άρεσε να ακολουθήσω τον γνωστόν και αποκλειστικώς δημοσιογραφικόν δρόμον, εναερίως επί των νώτων του Πηγάσου της φαντασίας».

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter
«Γιατί η εγκατάλειψις των λεπρών στο άνυδρο αυτό ξερονήσι;»

Μπήκε από μια ενετική πύλη που άφηνε δίοδο μέσω του παλαιού τείχους του φρουρίου. Μια πένθιμη αχλύς τύλιγε την ατμόσφαιρα και το τοπίο της Σπιναλόγκας καθώς το πρωτοαντίκρισε. Αφού είδε καλύτερα, πείστηκε ότι δεν είναι η αρρώστια που έκανε το νησί πένθιμο και αποκρουστικό, ούτε το ότι αυτό κατοικούνταν από λεπρούς. Ήταν μόνο του φυσικά τραχύ, ξερό και εντελώς ακατάλληλο για ανθρώπους, και προπαντός για δυστυχισμένους. Αυτό άλλωστε ήταν το μεγάλο παράπονο των λεπρών, το οποίο φώναζαν με τα παραμορφωμένα τους στόματα.

— Οι άνθρωποι μας εγκατέλειψαν, η πολιτεία μάς επέταξε σ’ έναν έρημο τόπο χωρίς χώμα, χωρίς νερό, χωρίς σκιά πρασινάδας. Δεν θέλουμε να ζήσουμε με τους υγιείς, αλλά ζητούμε να μας δώσουν έναν τόπο καλύτερο που να μας παρέχει και κάποια γεωργική απασχόληση, που να μας κάνει να ξεχνούμε την μεμψιμοιρία και την αρρώστια...

Όλων των λεπρών τα πρόσωπα ήταν πρησμένα. Φουσκωμένα τα χείλη και άλλα φαγωμένα, συσπασμένα σε κάποια γκριμάτσα που έμοιαζε με στραβό χαμόγελο. Παραμορφωμένες μύτες κομμένες ως επί το πλείστον, αλλά επουλωμένες χωρίς να φαίνεται το κόκαλο. Πολλοί είχαν χάσει εντελώς την όρασή τους, άλλοι μονόφθαλμοι, χωρίς βολβό και γενικώς όλοι προσβεβλημένοι στα μάτια.

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter

«Νομίζω ότι δεν έχει εκλείψει παντελώς κάθε αίσθημα φιλαρεσκείας από τις γυναίκες. Το παρετήρησα από το ότι όλες εσιάχνονταν όταν ήθελα να τις σχεδιάσω, και έπειτα, όπως όλες οι γυναίκες των σαλονιών, ζητούσαν να δουν τα σκίτσα που τους έκαμα για να αντιληφθούν αν τις κολακεύω ή τις παραμορφώνω περισσότερον. Το βέβαιον είναι ότι καθρέφτης δεν υπάρχει εκεί πουθενά. Καταλαβαίνω λοιπόν ότι μεταξύ των δεν τας πειράζει η ασχημία τους, αλλά στους ξένους θέλουν να ελαττώσουν όσο το δυνατόν αυτήν την εντύπωσιν. Είναι άραγε από φιλαρέσκειαν;».

«Γιατί πρέπει να μαρτυρούν οι φλογισμένοι λάρυγγές των για μια σταγόνα νερό;»

Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Εμπρός» συνήθισε σιγά σιγά στο θέαμα αυτών των παραμορφωμένων προσώπων που τον κοίταζαν τόσο παράξενα. Μέσα του άρχισε να καταπνίγεται ο φόβος και να επικρατεί μόνον περιέργεια να μπει παραμέσα, να δει πώς ζουν, και ακόμη να αντικρίσει τους φρικτότερα παραμορφωμένους που μένουν στα σπίτια.

Καθώς περνούσε μέσα στα στενά δρομάκια, έβγαιναν στις πόρτες διαρκώς λεπροί. Ήταν πολυάριθμοι, περίπου 270. Οσφράνθηκε αναζητώντας τη φρικώδη οσμή της αποσύνθεσης, αλλά από κάποιο περβάζι παραθύρου ερχόταν η ευωδιά του βασιλικού της γλάστρας και δυο τρία ωραία γεράνια σκόρπιζαν μερικές δέσμες από τη φλογοκόκκινη χαρά τους.

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter

Από ένα στενό παράθυρο κρεμόταν ένας λεπρός με κουτσουρεμένα χέρια ως τους καρπούς. Τα αδυνατισμένα αυτά ατροφικά του χέρια έμοιαζαν με καμένα κούτσουρα. Κι ακόμη κάποιος καλόγηρος από το Καρπενήσι πρόβαλε από την πόρτα μιας τρώγλης την ειδεχθή μορφή του, φωνάζοντας κι αυτός τα παράπονά του για καλύτερη διαβίωση.

Το «κουτσουρόχερο», καθώς λεγόταν, ήταν ο ακρωτηριασμός. Έπεφταν τα δάχτυλα και έμεναν ως τον καρπό. Έμεναν δυο χέρια και δυο πόδια χωρίς δάχτυλα, αδύνατα, ατροφικά, μαυρισμένα σαν καμένα στη φωτιά. Κάποια γριά εβδομηντάρα, αόμματη, καθισμένη στο κεφαλόσκαλο της εμπατής του σπιτιού της, προσπαθούσε με τα απομεινάρια των χεριών της να διορθώσει το μαύρο τσεμπέρι που της τύλιγε το πρόσωπο. Δίπλα της μια νέα, λεπρή κι αυτή, αλλά με ελάχιστες εκδηλώσεις, έγνεθε μαλλί.

«Γιατί όμως αυτή η εγκατάλειψις των λεπρών στο άνυδρο αυτό ξερονήσι; Γιατί πρέπει να μαρτυρούν οι φλογισμένοι λάρυγγές των για μια σταγόνα νερό; Αν δεν τους ποτίσει η Θεία Πρόνοια με το βρόχινο νερό της, αυτοί δεν πίνουν. Και το βρόχινο αυτό νερό μαζεύεται μέσα από τους ακάθαρτους δρόμους».

Αυτό ήταν το μαρτύριο των καταδικασμένων «εγκληματιών» της Σπιναλόγκας, οι οποίοι έκαναν το μεγάλο, για την κοινωνία, έγκλημα να αρρωστήσουν.

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter

«Γιατί να μην έχουν οι λεπροί δύο μόνο σπιθαμές γη να καλλιεργούν, όσων τα δάκτυλα μπορούν να σφίξουν ακόμη την τσάπα, ένα χωραφάκι, ένα μποστάνι, ένα περβόλι; Έτσι σιγά σιγά, με την εργασία, με κάποια απασχόληση, θα βλέπουν μέσα από τους πέπλους της δυστυχίας που σκεπάζουν την αδυνατισμένη τους όραση ότι υπάρχει στη ζωή μια ζυγαριά που στο ένα της μέρος βαραίνει λίγη χαρά, κάποια ευτυχία, ως αντίβαρον της πικρίας των».

Δυστυχισμένες υπάρξεις που η μοίρα τις έκανε με σαρακοφαγωμένα πρόσωπα

Και όμως, ανάμεσα στα σιωπηλά, ερειπωμένα μουράγια του παλαιού φρουρίου, στους άνυδρους βράχους, στον ήλιο και στη μανία των ανέμων του Κρητικού Πελάγους, ζούσαν άνθρωποι φυλακισμένοι. Δεν ήταν άνθρωποι του φόνου και του κακουργήματος, δεν ήταν αιμοβόροι ληστές που τυραννιούνταν καταδικασμένοι σε ισόβια δεσμά. Δεν ήταν δολοφόνοι, απατεώνες, πλαστογράφοι που πλήρωναν στην ανθρώπινη δικαιοσύνη τα αμαρτήματά τους. Ήταν δυστυχισμένες υπάρξεις που η μοίρα τις άφησε με σαρακοφαγωμένα πρόσωπα, χωρίς μάτια, χωρίς μύτες, με ακρωτηριασμένα χέρια, με πόδια ανίκανα να τους κρατήσουν.

«Η μεταφορά των λεπρών εκ της Σπιναλόγκης είναι απαραίτητος. Πρέπει να ιδρυθή λεπροκομείον με την επιστημονικήν σημασίαν της λέξεως, και όχι η Σπιναλόγκα να λέγεται λεπροκομείον, δηλαδή τόπος ισοβίου μαρτυρικής εξορίας. Να ιδρυθή νοσοκομείον και ιατρείον όπου σοβαροί επιστήμονες να αφιερώσουν την ζωήν των εις την μελέτην, ούτως ώστε να προκύψη και κάτι το αποτελεσματικόν κατά της νόσου. [...] Η θεραπεία της λέπρας ακόμη ευρίσκεται εις πειραματικόν στάδιον. [...] Εις την Σπιναλόγκαν σήμερον η θεραπεία είναι αστεία, η δε παρακολούθησις των ασθενών πλημμελέστατη».

Με τους αποδιοπομπαίους της Σπιναλόγκας Facebook Twitter

Οργιάζουν σαν τα ζώα

«Η λέπρα έχει το κακόν να επιφέρη και διαρκή ερεθισμόν εις τας φυσικάς ορμάς. Ωθεί ακαταπαύστως προς τον έρωτα και την απόλαυσιν, προς τον αισθησιασμόν και την ηδονήν. Οι έρωτες των λεπρών, αι αντιζηλείαι, οι καυγάδες, αι διαμάχαι περί μίαν κατάκτησιν, αναστατώνουν διαρκώς την μικράν των κοινωνίαν».

Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Εμπρός» αναλογιζόταν με φρίκη τους έρωτες αυτούς στις σκοτεινές τρώγλες και συλλογιζόταν εκείνα τα παραμορφωμένα χείλη, που αναζητούσαν τη λεπτή, την απροσδιόριστη ηδονή του φιλήματος. Προσπαθούσε να σχηματίσει εικόνα αγκαλιάσματος με χέρια που δεν αισθάνονται, που είναι ξερά σαν κούτσουρα και δεν έχουν δύναμη να σφίξουν, και ζητούσε να καταλάβει ποιο συναίσθημα κυριαρχούσε μέσα τους καταπνίγοντας όλη αυτή την αποκρουστική εντύπωση.

«Και όμως οργιάζουν καθώς μαθαίνω. Οργιάζουν σαν τα ζώα, μη ζητώντας κανένα αισθησιασμό, αλλ’ απλώς την βάναυση ικανοποίησιν μιας ωρισμένης φυσικής ορμής. Και οι γυναίκες γεννοβολούν διαιωνίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπον την δυστυχίαν μιας καταραμένης ζωής, από γενεάν εις γενεάν».

Κάθε νεόφερτη στη Σπιναλόγκα αποτελούσε μοιραία και νόμιμα τη σύντροφο του ισχυρότερου. Αντιζηλίες, διενέξεις, διαμάχες, παλικαρισμοί. Ο κουτσαβακισμός δεν έλειπε και από εκεί μέσα.

«Κατά τα κρητικά έθιμα, οι ερίζοντες περί μίαν κατάκτησιν στολίζονται με γιορτινά, με βασιλικό εις το αυτί και με κουμπούρες εις την ζώνην».

Και ο ναΐσκος της Σπιναλόγκας δέχονταν πολλές φορές ζευγαρωμένους λεπρούς που ζητούσαν να ενωθούν και με την ευλογία της Εκκλησίας. Και ο ρασοφόρος που δέχτηκε αυτήν τη θέση με την ελπίδα της σωτηρίας της ψυχής του, ευλογούσε τους γάμους αυτούς χωρίς διατυπώσεις, πομπές, κουφέτα και νυμφικούς πέπλους.

«Άραγε τι άλλο μένει πλέον γραμμένο στην μονήρη σκοτεινή και αιωνίως στείρα ζωή της νήσου των λεπρών, από την ιερή αυτή λειτουργία;».

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Έκφυλοι καλόγεροι και κολασμένες μοναχές στον Μεσοπόλεμο

Αρχαιολογία & Ιστορία / Έκφυλοι καλόγεροι και κολασμένες μοναχές στον Μεσοπόλεμο

«Το ότι ευάριθμοι κληρικοί αρχιμανδρίται, ιερείς και διάκονοι παρεσύρθησαν από την σημερινήν θύελλαν της ανομίας δεν είναι τίποτε νέον»: Αυτά αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, το σχετικό ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως» το 1933.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένα άγαλμα, δύο ζωές: Το παιδί που ταξίδεψε στον χρόνο

Ιστορία μιας πόλης / Ένα γλυπτό, δύο ζωές: Το παιδί που ταξίδεψε στον χρόνο

Ένα μαρμάρινο κεφάλι αγοριού από τη ρωμαϊκή Αθήνα, με έναν σταυρό χαραγμένο στο μέτωπο, αφηγείται μια σπάνια ιστορία επιβίωσης. Πώς ένα αρχαίο, «ειδωλολατρικό» γλυπτό δεν καταστράφηκε, αλλά επανερμηνεύτηκε και απέκτησε νέα σημασία μέσα στους αιώνες;
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Έκφυλοι καλόγεροι και κολασμένες μοναχές στον Μεσοπόλεμο

Αρχαιολογία & Ιστορία / Έκφυλοι καλόγεροι και κολασμένες μοναχές στον Μεσοπόλεμο

«Το ότι ευάριθμοι κληρικοί αρχιμανδρίται, ιερείς και διάκονοι παρεσύρθησαν από την σημερινήν θύελλαν της ανομίας δεν είναι τίποτε νέον»: Αυτά αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, το σχετικό ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως» το 1933.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
ΕΠΕΞ Πώς η τεχνητή νοημοσύνη βοήθησε στην ταυτοποίηση ενός Ναζί εκτελεστή

Αρχαιολογία & Ιστορία / Πώς η τεχνητή νοημοσύνη βοήθησε στην ταυτοποίηση ενός ναζί εκτελεστή

Μετά από έξι δεκαετίες, ο Γερμανός ιστορικός Γιούργκεν Ματέους κατάφερε να αποκαλύψει την ταυτότητα του αξιωματικού των SS που εκτελεί εν ψυχρώ έναν Εβραίο σε μία από τις πιο ανατριχιαστικές εικόνες του Ολοκαυτώματος.
THE LIFO TEAM
Θεολογία της Απελευθέρωσης, χριστιανισμός και παγανιστικές παραδόσεις στη Λατινική Αμερική

Αρχαιολογία & Ιστορία / «H Γουατεμάλα είναι γεμάτη φωτογραφίες εξαφανισμένων»

Η συνύπαρξη χριστιανισμού και αρχέγονων παραδόσεων των Μάγιας στη Γουατεμάλα μέσα από τον φακό της Λίλης Τσίγκου και μια αναδρομή στους αγώνες καθολικών ιερέων για κοινωνική δικαιοσύνη στη Νότια Αμερική.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Κάτω το Συγγρού! Ζήτω η ελευθερία! 

Αρχαιολογία & Ιστορία / «Τι είναι το νοσοκομείον Συγγρού; Είναι η κόλασις που φαντάζονται;»

Τον Σεπτέμβρη του 1933 «έγκλεισται γυναίκες ελευθέρων ηθών εστασίασαν, αποπειραθείσαι να δραπετεύσουν» και ο Ε. Θωμόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», περιέγραψε όσα έγιναν στο αθηναϊκό νοσοκομείο.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Πώς ήταν τα αρώματα στην αρχαιότητα; Μια πινακίδα αποκάλυψε μια συνταγή

Αρχαιολογία & Ιστορία / Πώς ήταν τα αρώματα στην αρχαιότητα; Μια πινακίδα αποκάλυψε μια συνταγή

Η Ομότιμη Καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών Cynthia W. Shelmerdine ερευνά τα ευρήματα των ανασκαφών στην Πύλο, στα Νιχώρια και την Ίκλαινα της Μεσσηνίας όλη της τη ζωή. Πρόσφατα, σε συνεργασία με τον αρωματοποιό Μάικλ Νόρντστραντ, ανασυνέθεσαν  ένα άρωμα 3.000 χρόνων από το ανάκτορο του Νέστορα, για μία έκθεση που έρχεται και στην Αθήνα.
M. HULOT
Ακαδημία «Λέοντες»: Ένα βράδυ στον Πειραιά με σπαθιά και βυζαντινές πανοπλίες

Living / Ένα βράδυ στον Πειραιά με σπαθιά και βυζαντινές πανοπλίες

Παρακολουθήσαμε μια προπόνηση των «Λεόντων», μιας ακαδημίας ιστορικών ευρωπαϊκών πολεμικών τεχνών, και ανακαλύψαμε τα μυστικά ενός αθλήματος που ισορροπεί μεταξύ Ιστορίας και σωματικής άσκησης.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΠΙΛΑΛΗΣ
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Τότε που οι Αμερικανοί μάς έφερναν τον Ντίζι Γκιλέζπι στην Αθήνα

Ιστορία μιας πόλης / Τότε που οι Αμερικανοί μάς έφερναν τον Ντίζι Γκιλέζπι στην Αθήνα

Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν εκτυλίχθηκε μόνο σε χάρτες και διπλωματικές αίθουσες. Στην Αθήνα του ’50 και του ’60 περνούσε και από συναυλίες, εκθέσεις, θεατρικές σκηνές και βραδιές τζαζ στο κέντρο της πόλης.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ