EXEI ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ κουραστικό κλισέ αυτό που λένε οι θαυμαστές του Bowie, ότι δηλαδή όλα πήγαν στραβά στον κόσμο μετά τον θάνατό του το 2016. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα. Ο Bowie δεν ήταν ένας από τα τελευταία άβαταρ μιας φιλελεύθερης τάξης που έχει καταρρεύσει μπροστά στα μάτια μας. Αντιθέτως, ήταν εκείνος ο οποίος προφήτευσε το χάος που την αντικατέστησε. Στα τελευταία του χρόνια, πίστευε ότι είχαμε εισέλθει σε μια ζώνη χάους και κατακερματισμού.
Είχε ήδη υπάρξει εξαιρετικά προφητικός για το διαδίκτυο – όχι για τις υποσχέσεις του αλλά για την απειλή του. Δεν υπάρχει σχέδιο ούτε τάξη. Υπάρχει μόνο καταστροφή και κοινωνική κατάρρευση. Όσοι αναζητούν επιβεβαίωση και να καθυσυχαστούν, δεν πρέπει να ακούνε Bowie. Ο κόσμος του, από το «Space Oddity» μέχρι τη βία που κυριαρχεί στο παρασκήνιο του «Next Day» και του «Blackstar» ήταν ένας κόσμος σε αποσύνθεση. «Αυτό δεν είναι rock ‘n’ roll, είναι γενοκτονία», φώναζε ήδη από την εποχή του «Diamond Dogs».
Αντί να τρέχει φοβισμένος σαν νευρικός φιλελεύθερος, ο Bowie είδε κάτι άλλο «στο επίκεντρο των πάντων», όπως επαναλαμβάνει στο «Blackstar», το σπαρακτικό κύκνειο άσμα του. Αυτό είναι που αποκαλούσε «ένα τρομερό μυστήριο».
Οποιαδήποτε σημασία μπορεί να έχουν σήμερα ο Θεός και η θρησκεία πρέπει να αξιολογηθεί με βάση αυτή την εικόνα της κατάρρευσης. Παραδόξως ίσως, αυτό ακριβώς ήταν και η άποψη του Bowie. Αντί να τρέχει φοβισμένος σαν νευρικός φιλελεύθερος, είδε κάτι άλλο «στο επίκεντρο των πάντων», όπως επαναλαμβάνει στο «Blackstar», το σπαρακτικό κύκνειο άσμα του. Αυτό είναι που αποκαλούσε «τρομερό μυστήριο»: το μυστήριο της παροδικότητας, του γεγονότος ότι πεθαίνουμε, ότι είμαστε οι νεκροί, όπως το θέτει στο «Diamond Dogs».
«David Bowie and the search for life, death and God», Bloomsbury Publishing PLC
Στο νέο του βιβλίο, με τίτλο «Ο David Bowie και η αναζήτηση για ζωή, τον θάνατο και τον Θεό» («David Bowie and the search for life, death and God»), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πίτερ Όρμεροντ αφηγείται την ιστορία της ζωής και της μουσικής του Bowie μέσα από το πρίσμα της θρησκείας, το οποίο είναι απολύτως ταιριαστό ως κεντρικό θέμα, καθώς ο Bowie ήταν ουσιαστικά ένας θρησκευτικός καλλιτέχνης.
Ξεκινώντας από τον αγγλικανισμό της εκκλησίας St Mary’s στο Bromley του Λονδίνου, στη χορωδία της οποίας ο Bowie τραγουδούσε παιδί, συνεχίζοντας με την εμβάπτισή του στον θιβετιανό βουδισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και φτάνοντας στον αποκρυφισμό του Άλιστερ Κρόουλι, ο συγγραφέας αναλύει τις θρησκευτικές ανησυχίες της τέχνης του Bowie σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές του εμμονές (Κίρκεγκορ, Νίτσε και ούτω καθεξής).
Το βιβλίο αποκτά μεγαλύτερη δυναμική όταν αναλύει τα μεταγενέστερα έργα του Bowie, ιδιαίτερα στο κεφάλαιο για το άλμπουμ «Heathen» του 2002. Αυτή η δυναμική εξελίσσεται στην λεπτομερή ανάλυση του «Next Day» και του «Blackstar», αλλά και του «Lazarus», του εκπληκτικού ύστατου πειράματός του με το μουσικό θέατρο. Το βιβλίο κλείνει με το συναρπαστικό επιχείρημα ότι αυτό που κινεί το έργο του Bowie πηγάζει από δύο βασικές πηγές: τη ζωή και την αγάπη. Όταν ρωτήθηκε αν είχε κάποια θρησκευτική πρακτική, ο Bowie απάντησε: «Τη ζωή. Αγαπώ πολύ τη ζωή».
Για ένα μεγάλο μέρος αυτής της ζωής, το έργο του αντισταθμίστηκε από μια ανικανότητα να αγαπήσει. Αυτό εκφράστηκε στη μουσική του ως μια απίστευτα οδυνηρή λαχτάρα και ως μια εμπειρία της απομόνωσης, που είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο στο έργο του. Ευτυχώς, βρήκε τελικά την αγάπη τόσο στην απλότητα της οικογενειακής ζωής όσο και στη χαλαρότητα της ύπαρξης που, αν είναι κανείς τυχερός, μπορεί να συμπέσει με τo γήρας και τον θάνατο.
Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, υπάρχει μια αποφατική διάσταση στην τέχνη του Bowie – δηλαδή, μια επίμονη τάση να αρνείται οποιαδήποτε πρόταση, προσφορά ή υπόδειξη (ούτε αυτό, ούτε εκείνο, ούτε και το άλλο). Αυτό είναι εμφανές σε όλο το έργο του, αλλά ακούστε το τελευταίο του τραγούδι, το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ «Blackstar», το «I can’t give everything away», το οποίο είναι διακριτικά συνταρακτικό με τον τρόπο που συνδυάζει το βαθύ συναίσθημα με την άρνηση: «Λέω όχι, αλλά εννοώ ναι / Αυτό είναι το μόνο που εννοούσα πάντα / Αυτό είναι το μήνυμα που έστειλα». Αυτή η τάση προς την άρνηση, προς αυτό που η Σιμόν Βέιλ ονόμαζε «αποδημιουργία», τον τοποθετεί στη συντροφιά των χριστιανών μυστικιστών του Μεσαίωνα, όπως η Μαργκερίτ Πορέτ.
Και θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι υπάρχει ένας περίεργος νεο-μεσαιωνισμός ανάμεσα στους θαυμαστές του Bowie. Δεν ήταν ένας μεσσιανικός θεός του ροκ (αν και έπαιξε αυτόν τον ρόλο με την περσόνα του Ziggy Stardust). Αλλά λειτουργούσε ως ένα είδος αγίου και είναι ακαταμάχητα δελεαστικό το να βλέπεις το εξαιρετικό αρχείο του που εκτίθεται στο Victoria & Albert East ως μια τεράστια λειψανοθήκη που εμπνέει την πιο μεσαιωνική από τις θρησκευτικές πρακτικές: το προσκύνημα. Το να ακούς Bowie είναι σαν να πηγαίνεις στην εκκλησία. Η θρησκεία δεν επηρεάζει απλώς τη μουσική του. Είναι η μουσική του. Είναι η συγκινητική της ουσία. Είναι στο επίκεντρο των πάντων.
Με στοιχεία από την «Guardian»