Η Κίνα δεν αποτελεί πλέον την κορυφαία προτεραιότητα σε θέματα ασφάλειας για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τη νέα Εθνική Στρατηγική Άμυνας του Πενταγώνου.
Το έγγραφο, που δημοσιεύεται κάθε τέσσερα χρόνια, αναφέρει ότι η βασική μέριμνα του υπουργείου Άμυνας είναι πλέον η προστασία της αμερικανικής επικράτειας και του Δυτικού Ημισφαιρίου, προσθέτοντας ότι η Ουάσινγκτον έχει επί μακρόν παραμελήσει τα «χειροπιαστά συμφέροντα» των Αμερικανών.
Το Πεντάγωνο δηλώνει επίσης ότι θα παρέχει «πιο περιορισμένη» υποστήριξη στους συμμάχους των ΗΠΑ.
Η στρατηγική αυτή ακολουθεί τη δημοσίευση, πέρυσι, της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, η οποία ανέφερε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «πολιτισμική κατάρρευση» και δεν παρουσίαζε τη Ρωσία ως απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε, η Μόσχα είχε δηλώσει ότι το έγγραφο ήταν «σε μεγάλο βαθμό συνεπές» με το δικό της όραμα.
Αντίθετα, η Εθνική Στρατηγική Άμυνας του 2022 χαρακτήριζε την «πολυδιάστατη απειλή» που θέτει η Κίνα ως την ύψιστη αμυντική προτεραιότητα, ενώ το 2018 το έγγραφο περιέγραφε τις «αναθεωρητικές δυνάμεις», όπως την Κίνα και τη Ρωσία, ως τη «βασική πρόκληση» για την αμερικανική ασφάλεια.
Το 34σέλιδο κείμενο, που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή, σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώνει τις πολιτικές κατευθύνσεις που έχει χαράξει η κυβέρνηση Τραμπ κατά τον πρώτο χρόνο της νέας της θητείας.
Κατά το διάστημα αυτό, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συλλάβει τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, έχει διατάξει πλήγματα κατά πλοίων που φέρονται να εμπλέκονται σε διακίνηση ναρκωτικών στον ανατολικό Ειρηνικό και την Καραϊβική, ενώ πιο πρόσφατα άσκησε πιέσεις σε συμμάχους των ΗΠΑ για την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Η στρατηγική επαναλαμβάνει ότι το Πεντάγωνο «θα διασφαλίσει τη στρατιωτική και εμπορική πρόσβαση των ΗΠΑ σε κρίσιμα γεωστρατηγικά σημεία, ιδίως στη Διώρυγα του Παναμά, στον Κόλπο της Αμερικής και στη Γροιλανδία».
Το έγγραφο αναφέρει ακόμη ότι η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ θα είναι «ριζικά διαφορετική από τις μεγαλόπνοες στρατηγικές των μεταψυχροπολεμικών κυβερνήσεων του παρελθόντος».
Και προσθέτει χαρακτηριστικά: «Τέλος στον ουτοπικό ιδεαλισμό· αρχή στον σκληρό ρεαλισμό».
Οι σχέσεις με την Κίνα θα προσεγγίζονται μέσα από το πρίσμα της «ισχύος και όχι της αντιπαράθεσης». Στόχος «δεν είναι να κυριαρχήσουμε επί της Κίνας, ούτε να την πνίξουμε οικονομικά ή να την ταπεινώσουμε», αναφέρεται στο κείμενο.
Σε αντίθεση με προηγούμενες εκδόσεις της στρατηγικής, η Ταϊβάν – το αυτοδιοικούμενο νησί που διεκδικεί η Κίνα – δεν κατονομάζεται. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να «αποτρέψουν οποιονδήποτε, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, από το να καταστεί ικανός να κυριαρχήσει σε εμάς ή στους συμμάχους μας».
Στα τέλη του περασμένου έτους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν μεγάλη συμφωνία πώλησης όπλων στην Ταϊβάν, ύψους 11 δισ. δολαρίων (8,2 δισ. λιρών), γεγονός που προκάλεσε στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας γύρω από το νησί.
Η στρατηγική ζητά επίσης μεγαλύτερη «κατανομή των βαρών» από τους συμμάχους, σημειώνοντας ότι οι εταίροι των ΗΠΑ ήταν «βολεμένοι» αφήνοντας την Ουάσινγκτον να «επιδοτεί την άμυνά τους».
Παράλληλα, απορρίπτει ότι αυτό συνιστά στροφή προς τον «απομονωτισμό».
«Αντιθέτως, πρόκειται για μια συγκεντρωμένη και πραγματικά στρατηγική προσέγγιση στις απειλές που αντιμετωπίζει το έθνος μας», αναφέρεται, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να εξισώνει τα αμερικανικά συμφέροντα «με εκείνα του υπόλοιπου κόσμου – δηλαδή να θεωρεί πως μια απειλή στην άλλη άκρη του πλανήτη είναι ίδια με μια απειλή για έναν Αμερικανό».
Αντίθετα, σημειώνεται ότι οι σύμμαχοι, ιδίως στην Ευρώπη, «θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο απέναντι σε απειλές που είναι λιγότερο σοβαρές για τις ΗΠΑ αλλά πιο κρίσιμες για τους ίδιους».
Η Ρωσία, η οποία εξαπέλυσε πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία πριν από σχεδόν τέσσερα χρόνια, περιγράφεται ως «επίμονη αλλά διαχειρίσιμη απειλή για τα ανατολικά μέλη του ΝΑΤΟ».
Η στρατηγική σκιαγραφεί επίσης έναν «πιο περιορισμένο» ρόλο των ΗΠΑ στην αποτροπή της Βόρειας Κορέας, σημειώνοντας ότι η Νότια Κορέα είναι «σε θέση να αναλάβει την κύρια ευθύνη».
Σε ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, δήλωσε ότι η παλιά παγκόσμια τάξη «δεν πρόκειται να επιστρέψει» και κάλεσε τις λεγόμενες μεσαίες δυνάμεις – όπως η Νότια Κορέα, ο Καναδάς και η Αυστραλία – να συσπειρωθούν.
«Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, γιατί αν δεν είμαστε στο τραπέζι, θα είμαστε στο μενού», είπε χαρακτηριστικά στο Νταβός.
Την ίδια στιγμή, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε για μια «μετάβαση προς έναν κόσμο χωρίς κανόνες».
Με πληροφορίες από BBC