Jean-Paul Jean. Les juges devant l’histoire. Savoir dire non, de Vichy à nos jours (Οι δικαστές απέναντι στην ιστορία.Να ξέρεις να λες όχι, από το Βισύ μέχρι σήμερα), PUR, 2025, 340 σελ.
FacebookTwitter Δικαστές στο Κλερμόν-Φεράν υποδέχονται τον στρατηγό Πεταίν. "Γιατί και πώς το καθεστώς του Βισύ, αυταρχικό, υπερσυντηρητικό, ξενοφοβικό και αντισημιτικό, κατάφερε να επιβάλει τη νομιμότητά του, χρησιμοποιώντας όχι μόνο κατασταλτικά μέσα, αλλά και χάρη στη βοήθεια των δικαστών και του νόμου;" Η δικαιοσύνη στην Κατοχή (2024), ντοκιμαντέρ της Camille Levavasseur.
Jean-Paul Jean: "Περάσαμε από μια δικαιοσύνη εντός του Κράτους, σε μια δικαιοσύνη εντός του Κράτους Δικαίου"
Ο Jean-Paul Jean είναι δικαστικός λειτουργός, επίτιμος πρόεδρος τμήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, αντιπρόεδρος της Γαλλικής Ένωσης για την Ιστορία της Δικαιοσύνης. FacebookTwitter
Olivia Dufour Actu-Juridique - 03.12.2025
Σε ένα έργο αναφοράς με τίτλο Οι δικαστές απέναντι στην ιστορία. Να ξέρεις να λες όχι, από το Βισύ μέχρι σήμερα, ο δικασής Jean-Paul Jean διερευνά και περιγράφει με ακρίβεια τους μηχανισμούς που οδήγησαν τον δικαστικό σωμα να δηλώσει υποταγή στο καθεστώς του Βισύ. Πρόκειται για μια πολύτιμη ανάλυση, τη στιγμή που γινόμαστε μάρτυρες της ανόδου αυταρχικών καθεστώτων σε όλο τον κόσμο.
Actu-Juridique : Το βιβλίο σας, εξαιρετικά ακριβές και τεκμηριωμένο, αφορά μια πολύ σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της γαλλικής δικαιοσύνης, αυτή της Κατοχής. Γιατί επιλέξατε αυτό το θέμα;
Jean-Paul Jean : Εδώ και περίπου τριάντα χρόνια, όταν καταφέρνω να βρω χρόνο από τις άλλες μου δραστηριότητες, συνεργάζομαι με ιστορικούς ειδικούς αυτής της σημαντικής περιόδου στη συλλογική μας μνήμη. Η γνώση του θεσμού της δικαιοσύνης εκ των έσω επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση και επαναξιολόγηση των νοοτροπιών και της συμπεριφοράς, εκείνη την εποχή, του πολύ συγκεκριμένου κόσμου των δικαστικών λειτουργών, καθώς και της σχέσης τους με την πολιτική εξουσία. Λόγω των πολλών παρεμβάσεών μου στην ENM (Εθνική Σχολή Δικαστών) και στο πανεπιστήμιο, ένιωσα την ανάγκη, πέρα από τη δημοσίευση άρθρων σε εξειδικευμένα περιοδικά, να προσφέρω στις διάφορες γενιές δικαστών, δικηγόρων και πανεπιστημιακών, ένα έργο αναφοράς που να ενσωματώνει το σύνολο των γνώσεων για τη δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου, μέσα από τις διαδρομές επαγγελματιών του δικαίου που έκαναν διαφορετικές επιλογές υπό το καθεστώς του Βισύ. Το έργο ενσωματώνει έγγραφα, πολλά από τα οποία είναι ανέκδοτα, για να φωτιστεί καλύτερα το κλίμα της εποχής, επειδή είναι, όπως ακούμε μερικές φορές, πολύ εύκολο να εκφέρουμε εκ των υστέρων εύκολες ηθικές κρίσεις τώρα που γνωρίζουμε "το τέλος της ιστορίας".
Η απουσία αντίδρασης, τόσο από τους δικηγορικούς συλλόγους όσο και από το δικαστικό σώμα, όταν η εξουσία απαίτησε την εκδίωξη των Εβραίων από τις τάξεις τους, αποκτά ιδιαίτερη απήχηση με φόντο την αναζωπύρωση του αντισημιτισμού στη Γαλλία σήμερα…
Αυτό καταδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα που βιώθηκε τότε και τη σημερινή μας ματιά, η οποία ενσωματώνει την τραγική πραγματικότητα της "Τελικής Λύσης". Γι' αυτό υπενθυμίζω τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του '30, όταν ο Xavier Vallat μπορούσε, με πλήρη ατιμωρησία, στις 6 Ιουνίου 1936, να εκφράζει την αγανάκτησή του στην Εθνοσυνέλευση για τον διορισμό του Léon Blum ως επικεφαλής της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, λέγοντας: "για πρώτη φορά, αυτή η παλιά γαλατορωμαϊκή χώρα θα κυβερνηθεί από έναν Εβραίο". Ο Xavier Vallat, δικηγόρος και μέλος του Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου, διορίστηκε τον Μάρτιο του 1941 Γενικός Επίτροπος για τα Εβραϊκά Ζητήματα. Ο Jacques Charpentier, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου του Παρισιού, υποστήριξε το numerus clausus του 2% για τους Εβραίους δικηγόρους που θέσπισε το καθεστώς του Βισύ, το οποίο οδήγησε στον αποκλεισμό 214 εξ αυτών, όπως απέδειξε ο Robert Badinter, αφού υπήρξε ο πρώτος που απέκτησε επιτέλους πρόσβαση στα αρχεία του Συλλόγου.
Όσον αφορά τον αποκλεισμό των 77 Εβραίων δικαστών, βάσει του επαίσχυντου νόμου της 3ης Οκτωβρίου 1940, αυτός πραγματοποιήθηκε χωρίς καμία δημόσια διαμαρτυρία από την πλευρά του θεσμού, ενώ η δικαστική ιεραρχία διευκόλυνε την ταχεία εφαρμογή του. Την ίδια στιγμή, ο πρώτος πρόεδρος και ο γενικός εισαγγελέας του Ακυρωτικού Δικαστηρίου του Βελγίου, καθώς και ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου των Βρυξελλών, συνυπέγραφαν μια επίσημη επιστολή προς τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή, αντιτιθέμενοι στον αποκλεισμό των Εβραίων συναδέλφων τους.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, από την πλευρά του, διεύρυνε τον αποκλεισμό των Εβραίων από το δικαστικό σώμα και τη δημόσια διοίκηση μέσω μιας νομολογίας εμπνευσμένης από έναν απροκάλυπτα αντισημίτη εισηγητή, τον Louis Canet. Ομοίως, η διυπουργική πολιτική που αποσκοπούσε στην "εξάλειψη των Ισραηλιτών από τη δημόσια διοίκηση" καθοδηγήθηκε στο Βισύ από τον Maurice Lagrange, τότε αποσπασμένο εισηγητή, ο οποίος προήχθη σε Σύμβουλο Επικρατείας το 1945, μετά από μια απλή επίπληξη που του επιβλήθηκε επειδή είχε λάβει το παράσημο του "διπλού πέλεκυ".
Από την υποταγή στον Πεταίν μέχρι το στρατοδικείο, περνώντας από τα ειδικά τμήματα και τη δίκη του Ριόμ [η δίκη του Ριόμ που ξεκίνησε στις 19 Φεβρουαρίου 1942 -αλλά δεν ολοκλρώθηκε ποτέ- με διαταγή του στρατάρχη Πεταίν, είχε ως στόχο να κρίνει τους υπεύθυνους για την ήττα του 1940, μεταξύ των οποίων και ο Λεόν Μπλουμ -σ.σ.], δεν αποφεύγετε κανένα θέμα. Η δικαιοσύνη την περίοδο της Κατοχής δίνει την εύγλωττη εικόνα ενός θεσμού ο οποίος υπηρέτησε τυφλά ένα αυταρχικό καθεστώς. Αποτελεί αυτό μια μορφή προειδοποίησης για την εποχή μας;
Προφανώς βρισκόμαστε σήμερα σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο από εκείνο της γερμανικής κατοχής. Ομοίως, οι σχέσεις μεταξύ του δικαστικού σώματος και της πολιτικής εξουσίας στη Γαλλία έχουν εξελιχθεί σε βάθος από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την ανατροπή που επήλθε λόγω των πολιτικοοικονομικών σκανδάλων. Αυτή η κίνηση ήταν η ίδια σε όλη την Ευρώπη, μετά τις ριζικές ρήξεις που ξεκίνησαν οι Ιταλοί δικαστές. Αυτοί, επωφελούμενοι ιστορικά από μια αδιαμφισβήτητη θεσμική θέση, είχαν ενισχύσει επίσης τη νομιμότητά τους απέναντι στον λαό μέσω του υποδειγματικού τους αγώνα κατά της μαφίας και της τρομοκρατίας των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Επιτέθηκαν στη διαφθορά της πολιτικής τάξης. Στη Γαλλία, και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δημιουργήθηκαν εκείνα τα χρόνια αλληλέγγυοι δεσμοί μεταξύ δικαστών, που διευκολύνθηκαν από τη σταδιακή οικοδόμηση μιας δικαστικής συνεργασίας εντός της ΕΕ. Ομοίως, η ενσωμάτωση στο εθνικό μας δίκαιο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθόρισε μια βάση θεμελιωδών δικαιωμάτων που διαπότισε την κουλτούρα των επαγγελματιών του νομικού κόσμου.
Αλλά απέναντι στην ολοφάνερη άνοδο των αυταρχικών καθεστώτων σε όλο τον κόσμο, είναι σήμερα εύκολο για τους δημαγωγούς να αποδυναμώσουν στα μάτια της κοινής γνώμης τη θεσμική θέση της δικαιοσύνης. Αυτή, πράγματι, είναι εύθραυστη, διότι οφείλει, με περιορισμένα μέσα, να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις προκλήσεις μιας βίαιης εγκληματικότητας που απαιτεί κατά μέτωπο αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας παράλληλα τις θεμελιώδεις ελευθερίες, αλλά και ικανοποιώντας τις τεράστιες ανάγκες της καθημερινής δικαιοσύνης. Για να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, η χώρα μας χρειάζεται ένα δικαστικό σώμα υψηλού επιπέδου, σεβαστό και διαθέτοντας τα απαραίτητα μέσα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς του, όπως έχω επισημάνει για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια στο πλαίσιο της CEPEJ [Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης], έστω και μόνο για να δικάζει σε εύλογο χρόνο όλες τις σοβαρές ποινικές υποθέσεις.
Μεταξύ των ανησυχητικών στοιχείων που αναδεικνύονται από το βιβλίο σας, συγκαταλέγεται η πλαστικότητα του δικαίου, η οποία επέτρεπε στους δικαστές εκείνης της εποχής να παρέχουν φαινομενικά νομική αιτιολόγηση στις αποφάσεις τους, οι οποίες στην πραγματικότητα πήγαζαν από την υποταγή τους στην εξουσία. Δεν αποτελεί αυτή μία από τις αδυναμίες του Κράτους Δικαίου;
Ο δικαστής παραμένει θεσμικά "ένα στόμα του νόμου". Αλλά στην εφαρμογή σε συγκεκριμένες υποθέσεις, τα περιθώρια εκτίμησης είναι μεταβλητά και τα διαδικαστικά μέσα, πολλαπλά. Οι δικαστές της εποχής του Βισύ ήταν πολιτισμικά συντηρητικοί και θετικιστές. Η ανώτατη δικαστική ηγεσία εξαρτιόταν πλήρως από την πολιτική εξουσία, η οποία τότε ήταν μια δικτατορία, όπως υπενθυμίζει το πρόσφατο έργο του Laurent Joly [Γάλλος ιστορικός, δημιουργός, μαζί με τον σκηνοθέτη David Korn-Brzoza, του ντοκιμαντέρ Η Αστυνομία του Βισύ, το οποίο εξιστορεί τα μαύρα χρόνια της γαλλικής αστυνομίας, από τη συνεργασία με τους κατακτητές έως την καταδίωξη των κομμουνιστών, και από τις μαζικές συλλήψεις Εβραίων έως την Αντίσταση, την Απελευθέρωση και τις δίκες -σ.σ.]. Σε όλες τις ευαίσθητες υποθέσεις, η εισαγγελία εκτελούσε τις οδηγίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή τις προλάμβανε, και οι εισαγγελείς βαθμολογούσαν τους ανακριτές μέχρι το 1958.
Έχουμε αλλάξει εποχή. Περάσαμε σταδιακά από μια δικαιοσύνη εντός του Κράτους —η οποία υπήρχε και στην Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία του Ντε Γκωλ— σε μια δικαιοσύνη εντός του Κράτους Δικαίου, με πολύ πιο σύνθετες σχέσεις σήμερα μεταξύ δικαιοσύνης και πολιτικής, οι οποίες διευρύνουν την εξουσία, αλλά και την ευθύνη του δικαστικού σώματος.
Στη συνέχεια, στο βιβλίο σας, περιγράφετε αυτή την αργή χειραφέτηση του δικαστικού σώματος. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα στοιχεία που διασφαλίζουν σήμερα την ανεξαρτησία του;
Το δικαστικό σώμα είναι ένα επαγγελματικό σώμα αποτελούμενο από άνδρες και γυναίκες –χρειάστηκε να περιμένουμε τον νόμο της 11ης Απριλίου 1946 για να συμβεί αυτό– οι οποίοι εκπαιδεύονται με εξαιρετικό τρόπο στην Εθνική Σχολή Δικαστών (ENM) σε τεχνικό επίπεδο. Αναμφίβολα, θα έπρεπε ωστόσο να ανοίξει περισσότερο αυτή η εκπαίδευση προς την κοινωνία. Αυτή η συλλογική και ποικιλόμορφη κατάρτιση τους επιτρέπει να ξεφεύγουν από την απομόνωση και την εξάρτηση που καθιστούσαν ευάλωτους τους προκατόχους τους. Ένα "ανοιχτό" Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (CSM), το υψηλό ποσοστό συνδικαλισμού, καθώς και τα δίκτυα ανταλλαγών μεταξύ συναδέλφων ανά ειδικότητα, ενισχύουν επίσης την επαγγελματική αλληλεγγύη. Η αναθεώρηση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου το 2008 διασφάλισε την ανεξαρτησία των διορισμών των δικαστών, συνιστώντας μια τομή για το δικαστικό σύστημα.
Τι λείπει ακόμη για τη διασφάλιση αυτής της ανεξαρτησίας;
Από κοινωνιολογική άποψη, λείπει μια μεγαλύτερη κοινωνική ποικιλομορφία στην πρόσληψη μέσω του διαγωνισμού της Εθνικής Σχολής Δικαστών (ENM) για τους φοιτητές, ο οποίος ευνοεί υπέρμετρα τα παιδιά των ανώτερων κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών που έχουν πρόσβαση στο κλασικό πολιτισμικό υπόβαθρο και στις δαπανηρές ιδιωτικές προετοιμασίες. Σε θεσμικό επίπεδο, είναι απαραίτητη η συνταγματική μεταρρύθμιση που έχει υποσχεθεί επανειλημμένα, η οποία θα επιτρέπει τον διορισμό των εισαγγελικών λειτουργών κατά το πρότυπο των δικαστών της έδρας. Η αμεροληψία των μελών της εισαγγελίας ενισχύθηκε από την πρακτική της κυβέρνησης Ζοσπέν να μην προχωρά σε διορισμούς αντίθετους με τη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (CSM), μια αρχή που πρέπει να εγγραφεί στο Σύνταγμα. Οι εισαγγελείς, οι οποίοι επωμίζονται τον βαρύτερο φόρτο εργασίας σε σύγκριση με αντίστοιχες ευρωπαϊκές χώρες, κερδίζουν τον σεβασμό μέσω του επαγγελματισμού τους, αλλά ολόκληρη η ποινική δικαιοσύνη αποδυναμώνεται από τη μεταρρύθμιση της δικαστικής αστυνομίας, η οποία ευνόησε μόνο την αστυνομία δημόσιας τάξης για πολιτικούς λόγους. Δεν υπάρχει ποιοτική ποινική δικαιοσύνη χωρίς ποιοτικές έρευνες της δικαστικής αστυνομίας, διεξαγόμενες σε πλήρη συντονισμό με τους εισαγγελείς και τους ανακριτές. Η τρέχουσα αντιμετώπιση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών υποθέσεων, ιδιαίτερα των περιπτώσεων απάτης, είναι από αυτή την άποψη δραματική.
Πιστεύετε ότι το σημερινό δικαστικό σώμα είναι καλύτερα θωρακισμένο για να αντισταθεί στην άνοδο ενός ολοκληρωτικού κόμματος στην εξουσία;
Το να είσαι δικαστής σημαίνει να κάνεις κάθε μέρα δύσκολες επιλογές, σύμφωνα με τη συνείδησή σου. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να επιβάλεις τον σεβασμό στις αξίες του Κράτους Δικαίου. Υπάρχουν πολλά ενδιάμεσα πολιτικά σενάρια πριν από αυτή την ακραία κατάσταση, την οποία δεν μπορώ να διανοηθώ. Σε κάθε περίπτωση, ο κάθε πολίτης θα έκανε τις επιλογές του. Και ο κάθε δικαστής, από τη θέση του, θα αναλάμβανε τις ευθύνες του όπως εκείνος κρίνει. Όμως, δεν θα ήταν πλέον μόνος του σε αυτό.
La justice sous l'Occupation (Η δικαιοσύνη στην Κατοχή), ντοκιμαντέρ (2024) της Camille Levavasseur. (Προβάλλεται εδώ ανάποδα)
Pétain, un héros si populaire (Πεταίν, ένας τόσο δημοφιλής ήρωας), ντοκιμαντέρ (2010) του Serge de Sampigny.