Στον έρωτα κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο σύντροφός του είναι «ο ένας και μοναδικός» ή ότι τα συναισθήματά του δεν θα αλλάξουν ποτέ.
Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν με αυτή την αβεβαιότητα.
Οι άνθρωποι όμως με relationship OCD – ή R-OCD, μια λιγότερο γνωστή υποκατηγορία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής – δεν μπορούν. Οι σκέψεις τους επαναλαμβάνονται και εντείνονται, γίνονται τόσο ανυπόφορες που με τον καιρό διαβρώνουν ή ακόμη και καταστρέφουν μια σχέση που θα μπορούσε να είναι ικανοποιητική.
«Το relationship OCD είναι πραγματικά βασανιστικό», λέει η Melissa Mose, θεραπεύτρια γάμου και οικογένειας και συγγραφέας του βιβλίου Internal Family Systems Therapy for OCD: A Clinician’s Guide. «Είναι σαν να βασανίζεσαι από αμφιβολίες για μια σχέση που μέσα σου ξέρεις ότι είναι καλή – αλλά ο εγκέφαλός σου δεν σε αφήνει να την εμπιστευτείς».
Ειδικοί εξηγούν πώς βιώνεται το relationship OCD, πώς επηρεάζει τα ζευγάρια και πώς αντιμετωπίζεται.
Πώς βιώνεται το relationship OCD
Έρευνες δείχνουν ότι περίπου 1% έως 4% του γενικού πληθυσμού εμφανίζει σε κάποιο βαθμό συμπτώματα relationship OCD (R-OCD). Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει περίπου στο 10% μεταξύ όσων ήδη αναζητούν θεραπεία για άγχος ή ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.
Παρότι το R-OCD δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί επίσημα ως ξεχωριστή διάγνωση στο DSM-5 – το βασικό διαγνωστικό εγχειρίδιο για ψυχικές διαταραχές – οι ερευνητές έχουν αναπτύξει τυποποιημένα εργαλεία αξιολόγησης που βοηθούν στη μέτρηση των συμπτωμάτων.
Το να ζει κανείς με R-OCD σημαίνει ότι βρίσκεται σε συνεχή μάχη με παρεμβατικές αμφιβολίες για τη σχέση του. «Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το άτομο βασανίζεται από ανεπιθύμητες σκέψεις που του προκαλούν έντονη δυσφορία – ουσιαστικά τον τρομοκρατούν, γιατί είναι το ακριβώς αντίθετο από όσα πραγματικά θέλει και πιστεύει», λέει η Lauren Spencer, θεραπεύτρια γάμου και οικογένειας στο Τέξας, η οποία ειδικεύεται στο OCD. «Πολλές φορές όσοι το βιώνουν νιώθουν σαν τέρατα, επειδή ο εγκέφαλός τους τούς λέει ότι ο χειρότερος φόβος τους γίνεται πραγματικότητα».
Αυτός ο καταιγισμός αμφιβολιών μπορεί να είναι εξαιρετικά βασανιστικός – αλλά και απομονωτικός. «Οι άνθρωποι με R-OCD πιστεύουν ότι είναι οι μόνοι στον κόσμο που δεν μπορούν απλώς να είναι βέβαιοι ότι αγαπούν τον σύντροφό τους», λέει η Mose.
Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες αμφιβολίες στις σχέσεις, οι άνθρωποι με R-OCD δεν παλεύουν επειδή υπάρχει κάτι ουσιαστικά λάθος στη σχέση. Αντί να αγχώνονται για μια επαναλαμβανόμενη σύγκρουση, για διαφορετικές προτεραιότητες ή για ασυμβατότητα αξιών, ο εγκέφαλός τους απαιτεί απόλυτη βεβαιότητα σε έναν τομέα όπου τέτοια βεβαιότητα δεν υπάρχει. Οι ανεπιθύμητες αυτές αμφιβολίες δεν συνδέονται με πραγματικά προβλήματα και συχνά εμφανίζονται ακόμη και σε σταθερές και αγαπημένες σχέσεις. Ένα άτομο μπορεί να γνωρίζει, λογικά και συναισθηματικά, ότι η σχέση είναι υγιής και παρ’ όλα αυτά να νιώθει την ανάγκη να την αμφισβητεί ξανά και ξανά.
Μερικές από τις ερωτήσεις που μπορεί να επανέρχονται διαρκώς είναι:
- Τον αγαπώ αρκετά;
- Είναι πράγματι ο/η "σωστός/ή" για μένα;
- Με ελκύει αρκετά;
- Είμαστε πραγματικά συμβατοί;
«Γίνεται ένας φαύλος κύκλος στο μυαλό τους από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν», λέει η Spencer. «Όταν έχεις OCD, δίνεις τόσο μεγάλο βάρος στη φαντασία σου που αρχίζεις να αγνοείς αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα».
Η αμφιβολία και το άγχος που χαρακτηρίζουν το R-OCD συνοδεύονται συχνά από καταναγκαστικές συμπεριφορές που αποσκοπούν στην ανακούφιση. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, συνεχή αναζήτηση επιβεβαίωσης – να ζητά κανείς διαρκώς από τον σύντροφό του να τον καθησυχάσει – ή επαναλαμβανόμενες εξομολογήσεις κάθε φορά που τα συναισθήματα αλλάζουν.
Η ανακούφιση όμως είναι προσωρινή. Σύντομα οι αμφιβολίες επιστρέφουν και κάθε προσπάθεια να νιώσει κανείς βεβαιότητα ενισχύει ακόμη περισσότερο τον φαύλο κύκλο.
R-OCD: Πώς επηρεάζει τις σχέσεις;
Κατά μέσο όρο χρειάζονται επτά χρόνια μέχρι να διαγνωστεί κάποιος με OCD. Αυτό σημαίνει ότι συχνά τόσο το ίδιο το άτομο όσο και ο σύντροφός του δεν καταλαβαίνουν τι προκαλεί τις φαινομενικά αδικαιολόγητες αμφιβολίες.
«Ακούω συχνά ότι οι σύντροφοι είναι μπερδεμένοι – δεν ξέρουν πραγματικά τι συμβαίνει», λέει η Mose. «Δυστυχώς, μερικοί άνθρωποι περνούν ακόμη και δεκαετίες χωρίς να μπορούν να καταλάβουν γιατί δεν καταφέρνουν να έχουν μια ικανοποιητική σχέση».
Χωρίς να υπάρχει όνομα για αυτό που συμβαίνει, οι επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και τα ασταθή συναισθήματα μπορεί να φαίνονται πολύ προσωπικά για τον σύντροφο.
Μπορεί να αναρωτιέται γιατί η επιβεβαίωση που δίνει δεν φαίνεται ποτέ να αρκεί, ή γιατί μια σχέση που δείχνει σταθερή συνεχίζει να τίθεται υπό αμφισβήτηση. «Ένα από τα πιο σκληρά στοιχεία του relationship OCD», λέει η Mose, «είναι ότι ο ίδιος ο φόβος μήπως πληγώσεις τον σύντροφό σου είναι τελικά αυτός που σε οδηγεί να τον πληγώσεις».
Όταν κάποιος παλεύει με R-OCD και έχει συνεχώς παρεμβατικές σκέψεις, η φυσική αντίδραση του συντρόφου είναι συνήθως να προσπαθεί να τον καθησυχάσει – να απαντά ξανά και ξανά στις ίδιες ερωτήσεις με την ελπίδα ότι θα μειώσει το άγχος. «Σκέφτονται: “Έχω απαντήσει σε αυτή την ερώτηση 20 φορές, αλλά θα το κάνω άλλη μία γιατί ξέρω ότι θα ηρεμήσει τον σύντροφό μου”», λέει η Mose. «Και αυτό τελικά κάνει το OCD χειρότερο».
Κι αυτό γιατί η δυναμική μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε έναν φαύλο κύκλο. Το άτομο με R-OCD ζητά επιβεβαίωση για να καταπραΰνει τις αμφιβολίες του και ο σύντροφός του την προσφέρει από αγάπη. Όμως, επειδή το OCD απαιτεί απόλυτη βεβαιότητα – όχι απλώς παρηγοριά – η ανακούφιση διαρκεί πολύ λίγο.
Η αντιμετώπιση του R-OCD
Τα καλά νέα είναι ότι, παρά το πόσο αποσταθεροποιητικό μπορεί να φαίνεται, το relationship OCD είναι σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίσιμο.
Η πιο αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση είναι η θεραπεία Exposure and Response Prevention (ERP), μια μορφή ψυχοθεραπείας που στοχεύει στον φαύλο κύκλο που διατηρεί το OCD.
Η ERP διδάσκει τους ανθρώπους να σταματούν να προσπαθούν να λύσουν τις αμφιβολίες που στροβιλίζονται στο μυαλό τους και αντί γι’ αυτό να μάθουν να αντέχουν την αβεβαιότητα. Αυτό σημαίνει να αναγνωρίζουν τις παρεμβατικές σκέψεις χωρίς να τις αντιμετωπίζουν ως αποδείξεις.
Ο στόχος δεν είναι να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για έναν ρομαντικό σύντροφο, λέει η Mose, αλλά να αποκτήσει κανείς «την ικανότητα να είναι ερωτευμένος χωρίς να χρειάζεται να είναι σίγουρος για τα πάντα».
Ακόμη και η ενημέρωση και κατανόηση της διαταραχής μπορεί να φέρει ανακούφιση. Πολλοί άνθρωποι αλλάζουν οπτική μόλις συνειδητοποιήσουν ότι οι αμφιβολίες τους είναι συμπτώματα και όχι κρυφές αλήθειες. Όπως το περιγράφει η Spencer, συχνά σκέφτονται: «Δεν είμαι τέρας - απλώς ο εγκέφαλός μου λειτουργεί λάθος».
Η θεραπεία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει και τον σύντροφο, ο οποίος μαθαίνει πώς να διαχειρίζεται την ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση. Αντί να διαβεβαιώνουν ότι ο φόβος δεν θα πραγματοποιηθεί, οι ειδικοί ενθαρρύνουν τα ζευγάρια να αναπτύξουν μαζί ανοχή στη δυσφορία και την αβεβαιότητα.
Για παράδειγμα, αντί να πει κάποιος «Φυσικά και είμαστε καλά», ένας σύντροφος μπορεί να απαντήσει: «Ξέρω ότι αυτό είναι δύσκολο - αλλά μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μαζί την αβεβαιότητα».
Για πολλούς ανθρώπους, η ανάρρωση δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστεί κάθε παρεμβατική σκέψη. Σημαίνει όμως ότι δεν θα καθορίζονται πλέον από αυτές και ότι θα μπορούν ξανά να εμπιστευτούν τις σχέσεις τους.
«Ίσως να έχεις πάντα OCD σε κάποιο βαθμό», λέει η Mose. «Αλλά η ικανότητα να αναγνωρίζεις ποιες σκέψεις είναι αποτέλεσμα του OCD και ποιες δεν έχουν σημασία μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικά βαθιά θεραπεία».
Με πληροφορίες από Time Magazine