ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία» (1942, ελληνική μετάφραση του 2006 από τον Χ. Τσαμπρούνη, εκδ. Παπαζήση) ο Τζόζεφ Σούμπετερ παρουσιάζει το μοντέλο της Ανταγωνιστικής Δημοκρατίας ως εκείνη την παράλληλη με την ελεύθερη αγορά διαδικασία, κατά την οποία οι πολιτευόμενοι ανταγωνίζονται αλλήλους προκειμένου να κεφαλαιοποιήσουν τις ψήφους των πολιτών ως προϋπόθεση για την ανάληψη και την άσκηση της εξουσίας μέσω της αρχής της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία παρουσιάζεται έτσι ως ένα πολιτικό σύστημα που στηρίζεται στην ανταγωνιστική προσέλκυση ψηφοφόρων μέσω ελκυστικών κομματικών προγραμμάτων.
Στην εποχή των μετα-ιδεολογιών προκύπτει έτσι το ερώτημα τι δημιουργεί ένα προεκλογικό σύνολο πολιτικών δεσμεύσεων που να είναι γοητευτικό με όρους πολιτικής επικοινωνιακής διαφήμισης. Την εποχή του ανταγωνισμού των κοσμοθεωριών έχει διαδεχτεί σήμερα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είτε ο συμβιβασμός είτε η αγανάκτηση με τη διαχείριση μιας ενδημικής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
Αυτό το νέο πολιτικό σχήμα είναι πλήρως αφομοιωμένο από τη συστημική λογική που διέπει τη μεταπολιτευτική μας πραγματικότητα: πρωτοπόρα ηγεσία, πολιτική επικοινωνία βασισμένη στην καταγοήτευση, καθεστωτισμός, αντιπροσώπευση.
Από τους Αγανακτισμένους του Συντάγματος μεχρι τα νεότατα κυοφορούμενα πολιτικά σχήματα το κέντρο βάρους της πολιτικής αντιπαράθεσης θεμελιώνεται στην κριτική της νομοθεσίας ή των πρακτικών των παραδοσιακών φορέων της εξουσίας κατά τη Μεταπολίτευση, στις οποίες φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται και η «πρώτη φορά Αριστερά» που προτίμησε την ευθύνη από την εθνική περιπέτεια. Όμως, οτιδήποτε έχει λάβει μορφή πολιτικής πρότασης προς τους ψηφοφόρους εμφορείται έως τώρα από την ανάγκη ανταπόκρισης στην κοινωνική διαμαρτυρία καθώς και από την προσπάθεια εκμετάλλευσης λαϊκών ή θρησκευτικών ή τοπικών ευαισθησιών για την μετάπλαση της αποδοχής σε πολιτική ισχύ.
Αυτή καθαυτή η δομική κατασκευή του συστήματος στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ πεφωτισμένων ηγεσιών και δυνητικών παθητικών αποδεκτών του πολιτικού μηνύματος μέσα στην ανώνυμη μάζα των ψηφοφόρων πολιτών. Δημιουργούνται έτσι παρατάξεις, κινήματα και κόμματα φαινομενικά δύο ειδών, αυτά που είναι φορείς μιας σταθερής και ταυτοποιήσιμης ιδεολογίας, στην οποία καλούν τα πολιτικά υποκείμενα να συμμετάσχουν ως μόνιμοι οπαδοί και ως ψηφοφόροι, και εκείνα τα πολιτικά μορφώματα, τα οποία, ενώ δεν αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη της αγοράς, στηρίζονται σε συνθήματα που εκφράζουν θεμελιώδεις αφηρημένες πολιτικές αξίες, όπως η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ισότητα ή οι επίκαιρες πραγματικότητες σε κρίση, όπως το περιβάλλον, η διαφορετικότητα, η συμπερίληψη, η ελληνικότητα, η μετανάστευση ή το χρέος.
Αναφέρομαι στα παραπάνω με αφορμή την τηλεοπτική συνέντευξη της αυτοπροβαλλόμενης ως εναλλακτικής και σύγχρονης πολιτικής ηγέτιδας και πρώην προέδρου του Συλλόγου των Θυμάτων των Τεμπών. Από τη μέχρι τώρα πορεία του Κινήματος Πολιτών που εκπροσωπεί μπορεί να συμπεράνει κανείς αβίαστα τα ακόλουθα:
Πρώτον, ότι αναπαράγει το δομικό σχήμα Πεφωτισμένοι (Σοφοί που ετοιμάζουν το εκλογικό πρόγραμμα του υπό δημιουργία κόμματος) / Ακόλουθοι ψηφοφόροι-οπαδοί.
Δεύτερον, ότι η νέα πολιτική κίνηση επιδιώκει την αλίευση ψηφοφόρων χρησιμοποιώντας συνθήματα που απευθύνονται σε παρορμήσεις απελπισμένων και αγανακτισμένων πολιτών και όχι βάσει μιας ιδιαίτερης νέας πολιτικής ιδεολογίας.
Τρίτον, ότι υπερισχύει στις πρακτικές αυτές ο ρεαλισμός της σκοπιμότητας παρά ο ιδεαλισμός της πολιτικής ουτοπίας. Έτσι εξηγείται η αναμόχλευση ενός ζητήματος όπως οι αμβλώσεις προκειμένου να προσελκυσθούν συντηρητικοί θρησκευόμενοι ψηφοφόροι, ενώ το κοινωνικό αυτό πρόβλημα έχει λυθεί με τρόπο βιοηθικά ορθό, θεμελιωμένο στη λυσιτελή στάθμιση μιας αξιακής αντινομίας μεταξύ ελευθερίας και ζωής, πολιτικά δίκαιο, αναγνωρίζοντας στη γυναίκα το υπέρτερο συνταγματικό δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, και νομικά άμεμπτο, γιατί εξασφαλίζει με σαφείς προϋποθέσεις συνθήκες ιατρικά ασφαλούς επέμβασης στο σώμα και κοινωνικής πρόνοιας, εφόσον χρειάζεται.
Γίνεται μάλιστα εντελώς εσφαλμένα επίκληση σε «δικαιώματα» του εμβρύου, προφανώς κατά αντιγραφή των pro life επιχειρημάτων των αμερικανικών οργανώσεων, παρόλο που η έννοια του δικαιώματος συναρτάται στον νομικό μας πολιτισμό με την ικανότητα δικαίου του ανθρώπου, που υφίσταται μόνο αφότου κανείς γεννηθεί ζωντανός. Τέλος, εκφράζεται κατά περίεργο τρόπο η καθεστωτική βεβαιότητα ότι η δικαστική εξουσία θα γίνει επιτέλους τόσο ανεξάρτητη, ώστε θα της ανατεθεί από την εκτελεστική εξουσία η βέβαιη τιμωρία των ένοχων πολιτικών που μέχρι τώρα κρύβονται πίσω από το νόμο!
Τέταρτον, δεν αμφισβητείται η χρήση περιστασιακών πλειοψηφιών ως κριτηρίου δημοκρατικών αποφάσεων, όταν χρησιμοποιούνται όροι όπως «δημόσια διαβούλευση» χωρίς το τεράστιο θεωρητικό υπόβαθρο που έχει αναπτυχθεί ως φιλοσοφία της διαβουλευτικής δημοκρατίας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μιας αντίληψης που θέτει στο επίκεντρο της ποιότητας μιας δημοκρατίας τη συναίνεση αντί για την επιβολή της θέλησης μιας αρχηγικά διαμορφούμενης κομματικής γραμμής ως κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Με τις παρατηρήσεις αυτές θέλω να εκφράσω την βεβαιότητα ότι και αυτό το νέο πολιτικό σχήμα είναι πλήρως αφομοιωμένο από τη συστημική λογική που διέπει τη μεταπολιτευτική μας πραγματικότητα. Πρωτοπόρα ηγεσία, πολιτική επικοινωνία βασισμένη στην καταγοήτευση, καθεστωτισμός, αντιπροσώπευση. Υπό αυτούς τους παλαιοκομματικούς όρους δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε μια ευαγγελιζόμενη ουσιαστική πολιτική καινοτομία.
O Μιχαήλ Παρούσης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών με ειδίκευση στη Φιλοσοφία του Δικαίου και τη Βιοηθική, συγγραφέας του βιβλίου «Διαβουλευτική δημοκρατία και επικοινωνιακή ηθική», Ίνδικτος, 2005.