ΜΙΑ ΤΑΣΗ ΠΟΥ τείνει να εξελιχθεί σε παράδοση και σε «χριστουγεννιάτικη» τελετουργία… Τις μέρες των γιορτών οι κινηματογραφικές αίθουσες πλημμύρισαν από κοινό, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου έκανε ουρές για να δει ελληνική ταινία. Όχι οποιαδήποτε φυσικά. Τον περιβόητο «Καποδίστρια» κυρίως, αλλά και τη «Σπασμένη Φλέβα» που η δυναμική της είχε διαμορφωθεί από πριν, καθώς και τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων», τη μοναδική από τις τρεις που ήταν τεχνικά στο πνεύμα των ημερών.
Σε πολλές αίθουσες, ειδικά στην επαρχία, αυτές ήταν και οι μοναδικές επιλογές. Ποιος ξέρει τι είδους εθνεγερτικό biopic μάς περιμένει του χρόνου τέτοιες μέρες. Τι πόρτα είναι κι αυτή που άνοιξε; Πότε ξαναγίναμε τόσο «χωριό»; Είναι ελιτισμός να στραβώνει κανείς τη μούρη του με μια τέτοια εξέλιξη την ώρα που καλπάζει ασυγκράτητη και ασύστολη η εθνικιστική ακροδεξιά;
Μπήκαμε ήδη στο 2026, το οποίο ξεκίνησε με άγριες διαθέσεις και υποσχέσεις για πρωτοφανές (οικουμενικό) μπάχαλο.
Σε κάθε περίπτωση, ο δημιουργός του «Καποδίστρια» κατοχύρωσε πανηγυρικά τη θέση του ως ενός είδους σινε-δημοδιδάσκαλου του γένους που κάθε τόσο μετατρέπει τις κινηματογραφικές αίθουσες σε «κρυφό σχολειό» για τις μάζες. Αυτή του την «εθνική» ιδιότητα αποτίμησε ενδεχομένως η Μαρία Καρυστιανού, η οποία φέρεται (σύμφωνα με «πληροφορίες» και «πηγές») να τον προσέγγισε στο πλαίσιο των διεργασιών για τον νέο πολιτικό φορέα, τον οποίον η ίδια ανακοίνωσε χθες.
Λίγο πιο πριν, ο Γιάνης Βαρουφάκης φρόντισε να μοιραστεί μαζί μας μια νοσταλγική ανάμνηση (πάντα ευπρόσδεκτη μέσα στον γενικό ζόφο) από το ανέμελο lifestyle της δεκαετίας του ’90, αποκαλύπτοντας ότι είχε κάποτε «κουμπώσει» ecstasy και χόρευε επί 16 ώρες και επίσης ότι ιδανικός του drug buddy θα ήταν η Άνγκελα Μέρκελ.
Δυστυχώς, όμως, μπήκαμε ήδη στο 2026, το οποίο ξεκίνησε με άγριες διαθέσεις και υποσχέσεις για πρωτοφανές (οικουμενικό) μπάχαλο. Στα τέλη του επόμενου μήνα, έναν χρόνο ακριβώς μετά τη μεγαλύτερη, πιο «παλλαϊκή» και πιο πολιτισμένη συγκέντρωση που έγινε ποτέ στη χώρα (προτού αναλάβουν τα καπνογόνα) και τρία χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών έχουμε προσκληθεί από την κ. Καρυστιανού να ξαναδώσουμε το «παρών» στο Σύνταγμα. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν θα είναι το ίδιο από τη στιγμή που πλέον εκείνη θα μας απευθυνθεί ως αρχηγός –ή ως το «πρόσωπο» ή το «έμβλημα»– ενός πολιτικού κόμματος ή κινήματος (το ΠΑΣΟΚ έκανε ταυτόσημες τις έννοιες προ πολλού) που ζητά τη συνδρομή μας.
Δεν θα ήθελα να βγάλω συμπεράσματα για το εγχείρημα σε τόσο πρώιμη φάση, παρότι θέσεις όπως «ούτε αριστερά ούτε δεξιά» ή «ιδεολογία είναι να αγαπάμε τη χώρα» μοιάζουν με δυσοίωνο προμήνυμα. Δεν συμμερίζομαι επίσης την πικρόχολη διάθεση όσων πίστευαν ότι τη χρησιμοποιούσαν για τα δικά τους πολιτικά οφέλη και τώρα τη βλέπουν και να τους χαιρετά από τον πλαϊνό καθρέφτη καθώς πατάει γκάζι και χάνεται στον ορίζοντα. Όμως και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για έναν κομματικό φορέα που φιλοδοξεί να μπει γερά στο πολιτικό παιχνίδι (στο πολιτικό σύστημα) μοιάζει λίγο αποκαρδιωτικό. Σαν να πέφτεις από το σύννεφο της πολιτικής υπέρβασης και να προσγειώνεσαι στις λεπίδες του μικροπολιτικού πολυκόφτη.