No.1

Η «Λωξάντρα» και τα μυστικά της πολίτικης κουζίνας

Η «Λωξάντρα» και τα μυστικά της πολίτικης κουζίνας Facebook Twitter
Λέξεις, εκφράσεις, χειρονομίες, τελετουργικά και οικογενειακή ιεραρχία βρήκαν την ερμηνεία τους, μεταφρασμένα από τη Μαρία Ιορδανίδου.
0

Ήταν αρχές του 1980 όταν άρχισε να προβάλλεται στην κρατική τηλεόραση η «Λωξάντρα», μια σειρά βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου. Το Βιβλιοπωλείον της Εστίας είχε κάνει ήδη εννέα εκδόσεις από το 1963 που πρωτοκυκλοφόρησε, όμως έκανε τις επόμενες δέκα μέσα σε τρία μόλις χρόνια, για να φτάσει σήμερα τις εξήντα.

Γεννημένη στα τέλη του 19ου αιώνα, η Μαρία Ιορδανίδου ήταν ήδη 66 ετών όταν έγραψε την ιστορία της γιαγιάς της, της Λωξάντρας, για να καταγράψει όλα εκείνα που γνώριζε και δεν ήθελε να μείνουν προσωπικές αναμνήσεις.


Η επιτυχία του βιβλίου ενισχύθηκε από τη μεταφορά του στην τηλεόραση, χαρίζοντας έναν ρόλο ζωής στην πρωταγωνίστρια Μπέτυ Βαλάση και συνδέοντας την ανάγνωση με υποδειγματικές για την εποχή εικόνες, χάρη στη σκηνοθεσία του Γρηγόρη Γρηγορίου. Ήμουν έφηβη τότε, μου έκανε εντύπωση η φανατική προσήλωση της οικογένειάς μου στην παρακολούθηση των επεισοδίων που υποχρεωτικά κι εγώ παρακολουθούσα στη μοναδική, ασπρόμαυρη τηλεόραση του σπιτιού.

Ωστόσο, ήταν αρκετά λίγα επεισόδια για να κολλήσω κι εγώ, να αρχίσω να γελάω με ατάκες που επαναλαμβάνονταν από τους γονείς μου και σταδιακά να αρχίσω καταλαβαίνω τη γλώσσα της θείας Έλλης, της Πολίτισσας συζύγου του θείου Τάτση, αδελφού της Μακεδονίτισσας γιαγιάς μου.

Εκεί, στην Παπάφη, στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, η θεία Έλλη έστηνε τραπέζια με το τίποτε, με το που εμφανιζόμασταν στην πόρτα απροειδοποίητα σε κάποιο από τα ταξίδια μας στον Βορρά και με μόνο μία φράση: «Έλλη, ήρθαν τα παιδιά». Κεσεδάκια από γιαούρτι, βάζα και βαζάκια άνοιγαν και μέσα σε ελάχιστη ώρα οι μεζέδες του ούζου ήταν έτοιμοι, για να ανοίξουν την όρεξή μας και να της δώσουν χρόνο να μαγειρέψει για το «κανονικό» τραπέζι.

Η «Λωξάντρα» καταφέρνει, μέσα από τις απεριόριστες ώρες στην κουζίνα της και τη διαδρομή μισού αιώνα ζωής, να μεταφέρει την ιστορία ενός κομματιού της ελληνικής ιστορίας χωρίς διδακτισμό και μεγαλοϊδεατισμούς, χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού για τα μεγάλα και πλούσια που χάσαμε.


Αυτές οι μνήμες δεν ξύπνησαν και δεν εξηγήθηκαν μόνο στο δικό μας σπίτι αλλά και σε κάθε οικογένεια που είχε μέλη όχι μόνο από την Πόλη αλλά και από κάθε «χαμένη πατρίδα». Λέξεις, εκφράσεις, χειρονομίες, τελετουργικά και οικογενειακή ιεραρχία βρήκαν την ερμηνεία τους, μεταφρασμένα από τη Μαρία Ιορδανίδου. Στο σπίτι μας υπήρχαν ‒υπάρχουν‒ παραπάνω από μία εκδόσεις, με τελευταία εκείνη που αγόρασα για το δικό μου σπίτι το 1998, καθώς ο Πελοποννήσιος πατέρας δεν ήθελε να αποχωρίζεται τις δικές του, εκείνες στις οποίες με τρυφερότητα ανέτρεχε κάθε φορά που ήθελε να νιώσει ζωντανή τη σύνδεση με τους αγαπημένους της Πόλης που δεν είχαμε πια κοντά μας.


Γιατί η «Λωξάντρα» καταφέρνει, μέσα από τις απεριόριστες ώρες στην κουζίνα της και τη διαδρομή μισού αιώνα ζωής, να μεταφέρει την ιστορία ενός κομματιού της ελληνικής ιστορίας χωρίς διδακτισμό και μεγαλοϊδεατισμούς, χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού για τα μεγάλα και πλούσια που χάσαμε. Οι ιστορίες της οικογένειας και των γύρω από αυτήν εξελίσσονται με αρχή και τέλος στα οικογενειακά τραπέζια και η Λωξάντρα, μέσα από συνταγές και τεντζερέδια, ξεδιπλώνει τη φιλοσοφία των γυναικών της Πόλης. Όχι των μεγαλοαστών, όχι, αλλά εκείνων της καθημερινότητας, της εμπορικής ραχοκοκαλιάς, της μέσης αστικής τάξης που αποτελούσε των κορμών των Ρωμιών.


Μου πήρε πολλά χρόνια, μέχρι την επαγγελματική μου ενασχόληση με τη γαστρονομία, να ανατρέξω στις σελίδες της με ερευνητική διάθεση πια, να ανακαλύψω μυστικά της πολίτικης κουζίνας, της καθημερινής, της γνώσης που κρυβόταν πίσω της. Βαθιά συναισθηματικό καθώς είναι το κείμενο, συχνά με παρέσερνε η ανάγνωσή του και λοξοδρομούσα από το ζητούμενο, τελικά όμως το έβρισκα αυτό που έψαχνα.

Η «Λωξάντρα» και τα μυστικά της πολίτικης κουζίνας Facebook Twitter
Η Μπέτυ Βαλάση στο ρόλο της Λωξάντρας.


Όταν η Εύη Βουτσινά μού μιλούσε για τα πολίτικα ντολμαδάκια, όπως της τα είχε μεταφέρει Πολίτισσα νοικοκυρά, για την ισορροπία και την αντιστοιχία ρυζιού και κρεμμυδιού, για τα μυριστικά τους, για το μαγείρεμά τους, επέστρεφα κι έψαχνα τις σελίδες της Λωξάντρας. Και ήταν όλα εκεί, όπως ακριβώς η Εύη μου τα είχε περιγράψει. Έμαθα να γυρνάω, να επιστρέφω στις σελίδες της και για άλλους λόγους.

Μεταφέρω ένα απόσπασμα που πολύ αγαπώ: «Γύρισε, λέει, ο Επαμεινώντας απ' την Αρετσού και έφερε μαζί του μέσα στο χαρτί δύο τσίρους κι ένα σκουμπρί γαράτο (σ.σ. σε γάρο) και ζήτησε το καραφάκι με το ντούζικο (σ.σ. ούζο). Του τόφερε η Ευφημία, που σαν είδε τους τσίρους άρχισε να χτυπά τα χέρια της και να χορεύει και να τραγουδά το "Γιαρούμπι". Η Ευτέρπη και η Κλειώ αηδίασαν μαζί της και κατεβήκαν στην κουζίνα να ψήσουνε πιλάφι. Ως που να πάρει μπρος το ρύζι να βράζει, έγινε ό,τι έγινε απάνω! Σαν ανεβήκαν τα κορίτσια βρήκαν το καραφάκι του ντούζικου σπασμένο στο πάτωμα, σπασμένα όλα τα ποτήρια και αυτό το γράμμα πάνω στο τραπέζι, που έλεγε πως αγαπήθηκαν οι δυο τους και κλεφτήκαν».


Κάπου εκεί, στις απαρχές της ενασχόλησής μου με την ελληνική γαστρονομία και τα παρακλάδια της, γνώρισα και τη Σούλα Μπόζη, μέσα από τα βιβλία της. Το πρώτο της, «Για την πολίτικη κουζίνα», υπήρξε η μετάφραση, η λόγια και λογική συνέχεια των κειμένων της Μαρίας Ιορδανίδου. Μιλήσαμε, φτιάξαμε συνταγές της, μου εξήγησε τη δική της έρευνα, τις δικές της αναμνήσεις στο αστικό σπίτι της Πόλης με τον Καππαδόκη πατέρα με τις αυστηρές αρχές.

Δεν είναι σύμφωνη η Σούλα Μπόζη με τις διηγήσεις της Ιορδανίδου, έχει αντιρρήσεις σε πολλά θέματα, όπως εκείνα περιγράφονται. Όμως οι δύο συγγραφείς μιλάνε για εποχές διαφορετικές που βίωσαν και στο τέλος τέλος, διαβάζοντας και τις δύο, κατέληξα ότι οι διαφορές τους είναι πολύ λιγότερες από τις ομοιότητες.


Το τελευταίο βιβλίο της Σούλας Μπόζη, «Η πολίτικη κουζίνα των Τεσσάρων Εποχών» από τις εκδόσεις Πατάκη, κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2019. Ένα βιβλίο που απέχει παρασάγγας από τα συνηθισμένα βιβλία μαγειρικής. Δεν έχει ωραίες ιλουστρασιόν φωτογραφίες των πιάτων, στην πραγματικότητα δεν έχει καθόλου φωτογραφίες των συνταγών.


Τα εβδομαδιαία μενού της, χωρισμένα ανά εποχή, δίνουν μια σαφή εικόνα της οικιακής οικονομίας μιας οικογένειας της Πόλης, με τη σοφία και τη γνώση που απαιτούν. Είναι όμως οι αφηγήσεις της ‒για όσους αγαπούν τις ιστορίες πίσω από τις συνταγές‒ εκείνες που κάνουν το βιβλίο τόσο ξεχωριστό. Και η δική της διαπίστωση, που σε κάθε συζήτηση επανέρχεται, σαν σε λούπα, ένα παράπονο και μια αποδοχή μαζί:

«Στην Πόλη η γαστρονομία των Ρωμιών έχει τελειώσει, αυτό είναι γεγονός. Εκείνη που ήταν ένα κράμα ρωμαίικης, τουρκικής και ευρωπαϊκής κουζίνας ταυτόχρονα, ένα ευγενές συμπίλημα. Όταν από τα 20 εκατομμύρια κατοίκων της σημερινής Πόλης, τα 15 έχουν έρθει από τα βάθη της Τουρκίας, είναι λογικό ο πολιτισμός τους, η γευστική τους παράδοση να υπερισχύει. Η πολίτικη κουζίνα έχει εκλείψει, δεν έχουν απομείνει ούτε 1.000 Ρωμιοί κάτοικοι. Στο σχολείο, στο γυμνάσιο, στο μάθημα της Ιστορίας, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατό να εξαφανιστούν οι Αζτέκοι. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς χάνεται ένας λαός. Σήμερα το καταλαβαίνω. Κι εμείς, σαν τους Αζτέκους, τελειώσαμε».

Βιβλίο
0

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ