Φωτό: Νίκος Κατσαρός
Φωτό: Νίκος Κατσαρός

  • Γεννήθηκα στη Βιέννη, κι αυτό ήταν σωστή απόφαση…  Όχι μόνο επειδή είναι καταπληκτική πόλη, αλλά και γιατί η Αυστρία ξυπνά διαχρονικά φιλικά στερεότυπα πάσης φύσεως: από τον Μότσαρτ έως τα ομώνυμα σοκολατάκια. Αργότερα, πολύ αργότερα, όλα αυτά άνοιγαν πόρτες λ.χ., σε συνεντεύξεις με μάρτυρες της Κατοχής: «Οι Αυστριακοί, καλοί άνθρωποι, όχι σαν τους Γερμανούς!». Βέβαια, ξέχναγαν τους Αυστριακούς Χίτλερ, Άιχμαν, Σιμάνα και Λαίρ – οι δύο τελευταίοι αρχηγοί των ΕςΕς και της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Άλλωστε, όταν γεννήθηκα, η Βιέννη ήταν γερμανική. «Προδίδω» έτσι την ηλικία μου (68).

 

  • Μεγάλωσα στη Γερμανία. Ζοφερές οι πρώτες αναμνήσεις: δελτία, ατέλειωτες ουρές για τρόφιμα. Βομβαρδισμένες πόλεις. Παιδική χαρά το (απαγορευμένο) κρυφτούλι στα χαλάσματα ενός απόμερου ερειπωμένου εργοστασίου. Μια μέρα είχα τιμωρηθεί και δεν πρόλαβα να παίξω. Έτσι, δεν ανακάλυψα εγώ την κρυμμένη βόμβα που δεν είχε εκραγεί για 4-5 χρόνια. Άκουσα το «μπαμ» από μακριά. Θυμάμαι την κηδεία… Άκουγα για κάποιον Πόλεμο που εξακολουθούσε να χτυπάει τη χώρα, διψώντας ακόμα για αίμα. Αυτός είχε καταβροχθίσει το παιδί που παίζαμε παρέα, αυτός έφταιγε για το κρύο, την πείνα, τα ρούχα πένθους. Φανταζόμουν τον Πόλεμο σαν ανθρωποφάγο Κύκλωπα. Γνώριμη η απαίσια φάτσα του, από το μοναδικό μάλλον βιβλίο που είχα. Από κάπου μακριά είχε εισβάλει…

 

Φωτό: Νίκος Κατσαρός
Φωτό: Νίκος Κατσαρός

  • Τότε δεν γνώριζα πως ο Κύκλωπας είχε ξεκινήσει από εμάς, πως «δικοί μας» τον είχαν εξαπολύσει προς άλλους στόχους, πως –μετά από πολύχρονη σφαγή στα «ξένα», στους «αλλόφυλους»– είχε τυφλωθεί και στράφηκε κατά του αφέντη του, γυρίζοντας στην αφετηρία. Καλά εγώ, ο πιτσιρικάς. Αλλά ούτε οι «μεγάλοι» δεν το ήξεραν; Το είχαν λησμονήσει, άραγε, ή απέφευγαν να μιλήσουν; Ακόμα και οι δάσκαλοί μου…

 

  • Αντιμέτωπος με τη συλλογική σιωπή, αποφάσισα να σπουδάσω ιστορία, να μελετήσω τον πόλεμο, ένθεν και ένθεν. Είχα φίλους στη Δανία, έμαθα δανέζικα. Κάνοντας μπάνιο στη Βόρεια Θάλασσα, αλλάξαμε σε ένα μπούνκερ της Κατοχής. «Δικό σου είναι το μπούνκερ, γερμανικό», κορόιδευαν οι φίλοι. Διάβαζα κείμενα συνταρακτικά. Συγγραφέας ο θεολόγος-ποιητής Kaj Munk, που προέτρεπε τους Δανούς να απορρίψουν τον δωσιλογισμό και να αντισταθούν στον φυλετικό διωγμό. Πράγματι, σχεδόν όλοι οι Εβραίοι σώθηκαν, αλλά κομάντο των Ες Ες δολοφόνησε τον Μουνκ. Η κηδεία έγινε παλλαϊκό συλλαλητήριο – τη μέρα που γεννήθηκα. Έτσι, άρχισα διατριβή για την κατοχή «μας» στη Δανία.

 

  • Μεσολάβησε, όμως, το απριλιανό πραξικόπημα στην Ελλάδα.  Είχα κάνει αρχαία (και λατινικά) στο σχολείο, είχα αγαπήσει τον κλασικό πολιτισμό. Αβάσταχτη η σκέψη πως η Δυτική Ευρώπη, εκτός των φασιστοειδών απολιθωμάτων στην Ιβηρική Χερσόνησο, μολύνθηκε και από άλλη δικτατορία: μάλιστα, στη χώρα του Θουκυδίδη, την οποία τόσα χρόνια ονειρευόμουν να γνωρίσω. Τελικά, την επισκέφτηκα – υπό τη βαριά σκιά της χούντας. Γνώρισα τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ακούραστο μαχητή κατά της Χούντας, που έπειτα με τίμησε με τη φιλία του. Τον Γεώργιο Παπανδρέου τον πρόλαβα μόνο στην κηδεία του (2.11.1968). Ακολούθησα τη σορό από το παρεκκλήσι της Μητροπόλεως μέχρι το Α’ Νεκροταφείο, μαζί με την Ελένη. Την κατοπινή γυναίκα μου την είχα γνωρίσει στο Βερολίνο, στους αντιδικτατορικούς κύκλους του πανεπιστημίου. Συγκλονίστηκα από την ταυτόχρονα κατανυκτική και αντιστασιακή ατμόσφαιρα. Η λαοθάλασσα βοούσε: «Ελευθερία!», «Σήμερα ψηφίζουμε!». Έπειτα γνώρισα και τον Αλέκο Παναγούλη, στην αίθουσα του Έκτακτου Στρατοδικείου. Το ίδιο βράδυ έστειλα ανταπόκριση σε εφημερίδα του Βερολίνου.

 

  • Τότε αποφάσισα να στραφώ προς την Ελλάδα, και επιστημονικά. Ενημέρωσα τον επόπτη μου, ειδήμονα στη σκανδιναβική ιστορία, πως θα μετατόπιζα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της διατριβής: «Κατοχή στην Ελλάδα»!, είπε. Διαφώνησε, νευρίασε, με προειδοποίησε πως δεν είχε ιδέα από ελληνική ιστορία. Τελικά υποχώρησε – έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε διδάσκων σε γερμανικό πανεπιστήμιο που θα γνώριζε περισσότερα. Επίπονη η έρευνα: αρχεία κλειστά, λεηλατημένα, κατεστραμμένα, ανύπαρκτα. Οι βιβλιοθήκες «εκκαθαρισμένες», πολλές ζώσες πηγές στα ξερονήσια. Έτσι, το εγχείρημα μου «στοίχισε» μια επταετία. Όταν τελείωσα, είχε ήδη τελειώσει η άλλη επταετία, η μαύρη της Χούντας.

 

  • Η Μεταπολίτευση άνοιγε τον δρόμο για εγκατάσταση εδώ. Τολμήσαμε το 1977. Και πάλι δυσκολίες. Έστελνα ανταποκρίσεις σε γερμανικές εφημερίδες (είχα σπουδάσει και ΜΜΕ) – συχνά μάταιος κόπος: ισχνό το ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Το 1978, ερευνητικό-εκδοτικό «πρότζεκτ» με την Ακαδημία Αθηνών. Τελικά αποσύρθηκα, απρόθυμος να δεχτώ λογοκρισία της έρευνάς μου ή και των εγγράφων των επιτελών της Βέρμαχτ, οι οποίοι (προφανώς κρυπτοκομμούνια!) επέμεναν πως όχι ο Ζέρβας αλλά το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αποτελούσε την κύρια αντιστασιακή δύναμη… Διασπάστηκε τότε η Επιτροπή Β’ Παγκοσμίου Πολέμου της Α.Α., αφού αποχώρησαν οι Παν. Κανελλόπουλος και Άγγελος Αγγελόπουλος που μου είχαν συμπαρασταθεί. Επικράτησε η σκληροπυρηνική φράξια του Κων. Τσάτσου, όπως καυχιόταν στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του.

 

  • Το 1979 πρωτοδίδαξα σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Στην Αθήνα, στην (πιο φιλελεύθερη) Κρήτη∙ το 1992 γύρισα στην Αθήνα. Αρχικά, πολλοί φοιτητές με κοίταγαν σαν εξωτικό πλάσμα: ένας Γερμανός που διδάσκει ταμπού θεματικές (Πόλεμος – Κατοχή –Αντίσταση), και μάλιστα πρώτος σε ελληνικό ΑΕΙ, ακουγόταν ως ανέκδοτο. Όταν το ’87-’88 εκπροσωπούσα τη νέα πατρίδα (ήδη Νεοέλληνας με το ΦΕΚ!) στη Διεθνή Επιτροπή Ιστορικών για το παρελθόν του Αυστριακού προέδρου Βάλντχαϊμ, σατιρικό περιοδικό αναρωτήθηκε δις γιατί η Ελλάδα έστελνε τον «συμπαθέστατο κατά τα άλλα» Φλάισερ και όχι Έλληνα εκ γενετής…

 

  • Από το 1972, όταν ο Βάρναλης πρώτος με αποκάλεσε Γερμανο-έλληνα, δεν έχω ρίξει μαύρη πέτρα προς την πρώτη πατρίδα: απλώς αγωνίζομαι εκείνη να είναι ηθικά «εν τάξει» (φευ) με τη δεύτερη που επέλεξα. Και αλλού δεσπόζει το Β’ σκέλος της ταυτότητάς μου: στις γαστρονομικές, κλιματικές κ.λπ. προτιμήσεις, στα όνειρα, στα χούγια… Ως προς τον ύπνο, είμαι διχασμένος: ξυπνάω με τους Γερμανούς και πέφτω με τους Έλληνες.

 

  • Πώς να ιεραρχήσω τα κυριότερα βιβλία μου; Σε χαλεπή εποχή, «με αίμα, ιδρώτα και δάκρυα», έγραψα το πρώτο, το δίτομο Στέμμα και Σβάστικα, μετεξέλιξη της διατριβής. Θεωρείται έργο αναφοράς, επειδή –όπως γράφηκε– «ξεχέρσωσε» το ναρκοπέδιο της κατοχικής ιστορίας, αφαιρώντας απολιθωμένους παραταξιακούς μύθους μέσω της αντιπαράθεσης όσο το δυνατόν περισσότερων νέων πηγών: αρχεία, βιβλιογραφία και προφορικές μαρτυρίες. Το τελευταίο βιβλίο, Οι Πόλεμοι της Μνήμης, εξετάζει τη «δημόσια ιστορία» του Β’ Παγκόσμιου σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες. Στηρίζεται κυρίως στα ΜΜΕ και ως εκ τούτου διαβάζεται ευκολότερα…

 

  • Πολλοί φοιτητές διψούν για γνώση. Με αυτούς με συνδέει μια «ερωτική» σχέση… Το 2010 κάναμε δεκαπενθήμερη ερευνητική εκδρομή με τελειόφοιτους και μεταπτυχιακούς σε τόπους μνήμης της ναζιστικής φρίκης, με αφετηρία το Βερολίνο. Ο σκηνοθέτης Ηλίας Γιαννακάκης μας συνόδευε και γύρισε ένα πολυπαιγμένο ντοκιμαντέρ. Φέτος τον Μάιο, μετά την ανησυχητική άνοδο της Χ.Α. και την απήχησή της σε ιστορικά αναλφάβητους νέους, με την τηλεοπτική άρνηση των κρεματορίων, οργάνωσα ανοιχτό «μεταπτυχιακό σεμινάριο» με επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος και 450 συμμετέχοντες! Άλλο δείγμα, το πρόσφατο τριήμερο συνέδριό μας για τη δεκαετία του ’40, ασφυκτικά γεμάτο σε πείσμα των αντικειμενικών δυσχερειών. Δεν υπάρχει άλλο αντίδοτο, ικανό ν’ αποστομώσει τους μισαλλόδοξους αρνητές και διαστρεβλωτές της ιστορίας από την τεκμηριωμένη ενημέρωση και διαφώτιση.

 

 

Φωτό: Νίκος Κατσαρός
Φωτό: Νίκος Κατσαρός