Μαθαίνω πως το Κίτρινο Σκυλί γράφτηκε «ακαριαία»...

 

Ο μονόλογος «εξωτερικά» γράφτηκε μέσα σε είκοσι μέρες - κάτι αδιανόητο για τα δικά μου μέτρα. Προφανώς, έβραζε μέσα μου για καιρό. Ξέρετε, όπως ζούμε αυτά που κάποτε ζήσαμε έτσι και γράφουμε αυτά που κάποτε γράψαμε. Δεν υπάρχουν ουρανοκατέβατα στοιχήματα στη ζωή της τέχνης. Κάποια στιγμή έρχεται ο σπινθήρας, η ηλεκτρική εκκένωση και ανακεφαλαιώνει, εντάσσει, οργανώνει μικρολεπτομέρειες σ' ένα ενιαίο σύνολο. Όλα αναπνέουν στο παιχνίδι του ανέκφραστου. Όνειρα, διαβάσματα, αγγίγματα, περίπατοι, ημερολόγια και, πάνω απ' όλα, η κρίσιμη σιωπή.

Γιατί είχατε ανάγκη να πάρει τη μορφή θεατρικού κειμένου, να υπάρξει το στοιχείο της «παράστασης» και όχι του διηγήματος;

Η μορφή ενός κειμένου δεν είναι κάποιο κουνέλι που βγάζει ο συγγραφέας από το μαγικό καπέλο του ούτε απλώς αποτυπώνει το γούστο του (καλό ή κακό). Είναι ένα χνάρι μιας μακράς διαδρομής. Εξού κι αυτός ο περιδινούμενος μονόλογος πιάνει το νήμα του παραμιλητού «Κοιμόσουν...» (Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, 1994), του διηγήματος «Θαμμένη (ζωντανή) ιστορία» (Απ' το ίδιο ποτήρι, 1999), του αφηγήματος Aegypius monachus (2001) και του φωτογραφικού βιβλίου Η πόλη στα γόνατα (2002). Το Κίτρινο σκυλί, ως κείμενο επείγουσας γλωσσικής πραγματικότητας, αποζητούσε και τη μορφή της ζωντανής συλλογικής συμμετοχής.

Πόσο σοφό είναι τελικά να δημιουργεί ο καλλιτέχνης κάτι εν θερμώ;

Υποφέρω από χρόνιες και βαριές ημικρανίες. Με τα γνωστά παρελκόμενα: κεφαλγίες, λιποθυμικές τάσεις, στομαχικό ίλιγγο, συνεχείς εμετούς, φωτοφοβία, ηχοφοβία. Συνήθως, κρατάνε εφτά με δέκα ώρες. Δείτε αυτό το κείμενο σαν παρατεταμένη ημικρανία που η μόνη θεραπεία ήταν η ολοκλήρωσή του. Δεν ξέρω αν λειτούργησα ως «σοφός» ή ως βλάξ, πάντως ανακουφίστηκα από έναν επίμονο πόνο.

Το γεγονός ότι το θύμα της επίθεσης με το καυστικό υγρό ήταν μια γυναίκα, η Κούνεβα, επηρέασε την απόφασή σας να γράψετε το Κίτρινο Σκυλί;

Από την Παλαιά Διαθήκη τα προγραμμένα άτομα στο ρόλο του θύματος είναι τα παιδιά, οι γυναίκες, οι φτωχοί και τα ζώα. Στο Κίτρινο σκυλί χωνεύονται μοτίβα των αποδιοπομπαίων μιας μακράς θυματικής αλυσίδας, που φτάνει έως τους λιθοβολημένους της μετανεωτερικής ζωής μας. «Είμαστε καθαρίστριες ή γυναίκες; Είμαστε γυναίκες ή μετανάστριες; Είμαστε μετανάστριες ή τι σκατά είμαστε;» αναρωτιούνται κάποια στιγμή η Ρούσεβα και μαζί της και ο γράφων.

Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Κίτρινο Σκυλί»;

Είναι το όνομα του στριπτιτζάδικου στο ποίημα του Μπρεχτ που απαγγέλλει η Καλτσίκη στην παράσταση; Είναι το σκυλάκι στον Πόρο που μπουγελώσανε με βιτριόλι; Είναι το κίτρινο φως που λούζει την ηθοποιό και αποσταθεροποιεί τη φωνή της; Είναι το αντίθετο από το «οξύ της αγάπης», που μετατρέπει τις καθαρίστριες σε «πρόσωπα δημόσιας αγάπης»;

 

Συνάντησα συχνά το χαρακτηρισμό «θεατρική αντανάκλαση της Κούνεβα» στα κείμενα για το Κίτρινο Σκυλί. Πιστεύετε ότι εκφράζει σωστά το κείμενο και την πρόθεσή σας;

Ψάχνοντας συνέχεια για αιτίες, σκοντάφτουμε συνέχεια σε αποτελέσματα που μασκαρεύονται τις αιτίες. Ο ίδιος ο κόσμος όμως δεν είναι ένα αποτέλεσμα που όσο περισσότερο το ερμηνεύουμε τόσο πιο σκοτεινή γίνεται η αιτία του; Το κείμενο το διαπερνά μια αποκαλυπτική και συνάμα αποσιωπημένη φράση του Μαρξ: «Η αγάπη ανταλλάσσεται μόνο με αγάπη». Είτε λοιπόν γονατίζουμε μπροστά στις εικόνες είτε ξαπλώνουμε στο ντιβάνι και λέμε το πρόβλημά μας είτε βγαίνουμε στους δρόμους με τη γροθιά σηκωμένη, αν δεν αλλάξουμε εκ βάθρων, δεν έχουμε να περιμένουμε και πολλά. Ή, διά στόματος Ρούσκα: «Αν δεν αγαπήσεις τα σκατά του διπλανού σου, αν δεν περπατήσεις το μακρύτερο δρόμο, το δρόμο του Άλλου, ένα δρόμο στρωμένο σκατά και τριαντάφυλλα, ένα δρόμο που δεν υπάρχει».

Η Ρούσεβα δεν είναι ακριβώς η Κούνεβα. Είναι σταυροδρόμι προσώπων και στιγμών;

Η Ρούσκα Ρούσεβα είναι ένα διαρκές σταυροδρόμι φωνών. Λειτουργεί φανατικά ως αγωγός φωνών. Φτάνει στον εαυτό της μέσων των άλλων. Είναι ένα μέντιουμ ανάμεσα σε πρόσωπα οικεία, τυχαία, υπερβατικά, που συναντά καθώς καθαρίζει, και στον αναγνώστη/θεατή. Είναι ένα κινούμενο πολυφωνικό παραμιλητό. Κάποια στιγμή μας λέει: «Με ποιον μιλάμε όταν μιλάμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας; Πάντως όχι με τον εαυτό μας». Και δεν είναι τυχαίο ότι η μόνη φράση που λέει στη γλώσσα της (στο βαθμό που δεν μιλάει ούτε ελληνικά ούτε βουλγάρικα αλλά τη γλώσσα των μεγάλων αισθημάτων και των μεγάλων χειρονομιών) είναι στο τέλος: «Горя. Дайте ми малко вода. Казвам се Руска и Горя» («Καίγομαι. Ένα ποτήρι νερό. Είμαι η Ρούσκα και καίγομαι»). Το ταξίδι του εαυτού, το ταξίδι της δίψας του εαυτού μόλις αρχίζει. Η ηρωίδα φέρει κάτι από την Αντιγόνη (ως εμμονική της αγάπης), της Σεχραζάτ (εμμονική των ημιτελών ιστοριών) και τη Ζαν ντ' Αρκ (εμμονική της έσω ακοής).

Τι αισθάνεστε ως καυστικό υγρό πάνω σας;

Αυτά δεν λέγονται, μεταμορφώνονται -αν και εφόσον η βάσανος γίνει χάρις- σε κείμενα. Το Κίτρινο σκυλί βρίθει τέτοιων «εγκαυμάτων». Ας δώσουμε χώρο στον αναγνώστη/θεατή να τα αγγίξει. Ας δώσουμε χώρο στο ρεαλισμό της επιθυμίας κι όχι στο ρεαλισμό του αντικειμένου.