» Το Πάσχα πέρασε μια χαρά. Στην Κρήτη, χλοερό, γαλήνιο κι ευωδιαστό στο σπίτι του Μανούσου, ψηλά, σε ένα μικρό χωριό με θέα τον Αποκόρωνα, καλοκαιρινό στο Ammos του Νίκου Τσεπέτη, που μίλαγε για το καινούργιο ελληνικό όχι απαραίτητα κρητικό, «no frills» μενού που επιμελήθηκε ο ίδιος, με αιχμή του δόρατος την πρωτοποριακή έλλειψη φιλοδοξίας για οποιαδήποτε γευστική πρωτοπορία - «το νέο chic». Αν δεν νιώθεις (πια) κατάνυξη για το Πάθος του Χριστού, συζητάς ανενδοίαστα για το πόσα θα πληρώσει για το διαζύγιό του ο σκηνοθέτης του Πάθους του Χριστού, ο Μελ Γκίμπσον δηλαδή, με φίλους που συναντιούνται χωρίς ραντεβού - η καλύτερη παρέα με διαφορά είναι αυτή που συντονίζεται χωρίς τηλέφωνα εκτός έδρας.

»Λίγες μέρες πριν, στο Παρίσι. Ένας άλλος φίλος, ντόπιος, με τον αέρα που οι Γάλλοι αντιμετωπίζουν την τέχνη όταν την ξαναεπισκέπτονται, με προέτρεψε να δω την αναδρομική έκθεση του Ντε Κίρικο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Δεν ήταν από εκείνες τις συνηθισμένες συμβουλές στο στυλ «μη χάσεις τον Ντε Κίρικο γιατί είναι ο Ντε Κίρικο», αλλά «για να δεις», μου λέει, «αν σου έχει διαφύγει πόσο άκυρα και άστοχα έργα μπορεί να κάνει ένας μεγάλος καλλιτέχνης στη δύση, ας πούμε, της καριέρας του».

»Πήγα και φυσικά μαγεύτηκα ξανά από αυτά που ήδη γνώριζα, τα γάντια, τα εργοστάσια, τις μάσκες, τη θλιμμένη μάνα, τα μυστηριώδη λουτρά, τις πρώτες εντυπώσεις στη δική του χώρα, από τον Ιταλό που γεννήθηκε στο Βόλο και φοίτησε στο Πολυτεχνείο. Η Μεταφυσική του έστεκε ατόφια, όπως και ο μεγάλος Πύργος στο Τορίνο με τις μικροσκοπικές σιλουέτες, η συνεργασία του με τον Κοκτό στο Mythologie, η γεωμετρία του παράλογου, η μοναδική του σχέση με τις γραμμές και την προοπτική. Και μετά τον πόλεμο, άρχισε ένας διάλογος με τους κλασικούς και μια ενδοσκόπηση, ανερμήνευτη, όπως διάβασα αργότερα, παρά τις απόπειρες εγωκεντρικής αυτοβιογράφησής του, που δημιουργεί σύγχυση. Ναι, είναι ο Ντε Κίρικο, αλλά ξέχασε να ζωγραφίζει; Αντί να «μικραίνει» και να αφήνει αποσκευές, έκανε τεράστιες τοιχογραφίες και χρησιμοποιούσε οικεία στοιχεία του παρελθόντος του ή την κοστουμαρισμένη μορφή του ως προσωπογραφία, σε εκφράσεις μεγαλομανίας ή άτσαλης επικότητας - δείτε την «Επιστροφή του Οδυσσέα» από το 1968. Όχι πως δεν υπάρχουν ενδιαφέρουσες παραξενιές στη μεταγενέστερη περίοδο.

»Μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια ενός Έλληνα συνθέτη λαϊκής και pop μουσικής, που μου είχε πει κάποτε πως είναι σπουδαίος γιατί γράφει καλύτερη μουσική όσο περνάνε τα χρόνια, αντίθετα από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, κάτι που αποδεικνύει, είπε συμπληρώνοντας το επιχείρημά του, πως ο Χατζιδάκις είναι απλά καλύτερος από τον Μίμη Πλέσσα. Φυσικά, δεν υπάρχει σταγόνα αλήθειας στον αλαζονικό συλλογισμό. Καμία τρίτη πράξη δεν ακυρώνει τις προηγούμενες, και στην περίπτωση του αλαζονικού όπως λένε οι ειδικοί Ντε Κίρικο, τα πενιχρά τελευταία του έργα ολοκληρώνουν ένα αινιγματικό πορτρέτο συνεχούς αναζήτησης. «La fabrique des rêves» ήταν ο τίτλος της έκθεσης και θυμήθηκα το υλικό των ονείρων που κινεί το έργο του αγαπημένου μου Ντέιβιντ Λιντς. Δεν είναι άδικο να χαρακτηρισθεί επαναλαμβανόμενος, από τους πιο ψύχραιμους θεατές των πρόσφατων ταινιών του - παραείμαι θετικά εμπαθής μαζί του για να βρω ψεγάδι. Από την άλλη, ο διάλογος του Λιντς με τη γεωμετρία (τη φόρμα της αφήγησης του ασυνείδητου) και το παράλογο (τη σουρεαλιστική ερμηνεία του κόσμου που σκεπάζει σαν παραμορφωτική κουβέρτα αυτό που βλέπουμε ως κανονική καθημερινότητα) δεν μπορεί παρά να είναι αυτοαναφορικός και επικίνδυνος δημιουργικά. Η όποια εξέλιξή του, σε τέτοιο επίπεδο πλέον, δεν αναιρεί το σύνολο. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Ίστγουντ, διά της σοφιστείας, είναι καλύτερος και από τον Πλέσσα και από τον Χατζιδάκι και από τον Ντε Κίρικο, επειδή κάνει καλύτερες ταινίες στα 75 του απ' ότι στα 40.

»Από το αρνί του Πάσχα στον Λιντς; Ένας Θεός (κάτι θα) ξέρει...