Ξενύχτησα χτες με τo βιβλίο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη. Οικεία πράγματα, ταυτισμένα με μεγάλες χαρές και λύπες της ζωής μου. Τυπωμένοι στίχοι που ανακαλούν μελωδίες γεμάτες απλότητα και μεγαλείο, ήθος σιγανό και σοβαρό (ένα κελάηδημα, το ίδιο πάντα) που σε κάνει να σηκώνεις τα μάτια ψηλά, ασχέτως της τρικυμίας σου - μέσα κι έξω.

Το βιβλίο δεν έχει την πρωτογένεια των βιβλίων π.χ. του Χατζηδουλή, ούτε παρουσιάζει ιδιαίτερα καινούργια ευρήματα γύρω από το έργο του Τσιτσάνη. Είναι συγκίνηση που προσποιείται την επιστήμη. Συγκίνηση όμως, υψηλής τάξεως. Ταξινομεί με ζήλο όσα περίπου ξέρουμε για τα συγκεκριμένα τραγούδια που ανθολογούνται. Και υπάρχει ένας σύντομος πρόλογος από τον οποίο κρατώ τη σωστή διαπίστωση ότι μεταθανάτια ο Τσιτσάνης μεγαλύνεται όπως περίπου ο Καβάφης.

Πιστεύω ότι στο μέλλον ο Τσιτσάνης θα ανακαλυφθεί ξανά, αποκλειστικά για την ψίχα της τέχνης του, που είναι αγγελική -για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του. Τώρα, ακόμα τον θολώνουν οι γραφικότητες, τα βαρίδια της γενιάς του, η μυθοποίηση του χαμένου, ζόρικου κόσμου μέσα στον οποίο γεννήθηκε και άνθισε η τέχνη του.

Ιδίως για ανθρώπους σαν τον Χριστιανόπουλο, που θρηνούν για τις Νεκρές Πιάτσες, ο Τσιτσάνης είναι το σάουντρακ της αλητείας τους, κάτι από το χαμένο παράδεισο της νεότητας τους. Πίσω από τις μάντρες των μπουζουκιών, τότε, ο Χριστιανόπουλος έτρωγε χώμα και σχεδίαζε της τέχνης του την περιοχή. Το αυστηρό ρεμπέτικο ήθος, σε συνδυασμό με την κέρινη εγκράτεια των κατηχητικών, δημιούργησε αυτό το παράξενο σαδομαζοχιστικό φρούτο που είναι η περίπτωση του, η οποία χαρακτηρίζεται αφενός από παραδειγματική εντιμότητα, αφετέρου από την ηθικολογική βία του κήνσορα. Η προσωπική ζωή του Χριστιανόπουλου έχει μοναστηριακή ποιότητα, αλλά εισαγγελική επιφάνεια -και δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η περσόνα των σκαμπρόζικων συνεντεύξεων σκεπάζει τον ποιητή, ο οποίος ολοένα θαμπώνει-σε αντίθεση με μοναχικές, καθαρές και ανθεκτικές περιπτώσεις όπως π.χ. ο Ασλάνογλου. Φοβάμαι ότι ο Χριστιανόπουλος είναι ένας παράξενος και σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος, αλλά όχι τόσο σπουδαίος ποιητής όσο νομίζαμε. Κάθε χρόνο, τα ποιήματά του πέφτουνε σαν μύγες - σε ακριβή αντιδιαστολή με τα διαμάντια του Τσιτσάνη, στα οποία ανακαλύπτεις διαρκώς ένα καινούργιο φως. Ο ποιητής είναι πια ένας πνευματικός αντι-παράγων (όπως αντισταρ), που αμολάει ρουκέτες και γράφει συγκινημένες αποδελτιώσεις για το έργο άλλων, όπως το βιβλίο που αναφέρουμε. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός, με υπέροχο εξώφυλλο του Κάρολου Τσίζεκ.

Ωστόσο, το βιβλίο αξίζει, ακόμα και για το λόγο ότι είναι το πρώτο συστηματικό και λόγιο βιβλίο για τον Τσιτσάνη.