Εντευκτήριο - Τεύχος: 101. Σελίδες: 176

1. Εντευκτήριο & Μέσκος: Ξανά η Ποίηση περνάει μπροστά. Ξεχνώ τον σφαγιασμό της από έναν σωρό παιγμένους/πηγμένους στο facebook. Ξανά η Ποίηση πάλλεται και γίνεται το οξυγόνο αντιδιαστολής, για το οποίο μας μιλούσε ο Νίκος Καρούζος. Είναι κυλικείο και πίστα η Ποίηση. Είναι ο τρόπος μας να ξεγελάμε τον χρόνο, όπως διατεινόταν ο Ανδρέας Μπρετόν. Και είναι το χθόνιο ύψος μας, η σαρκική μεταρσίωσή μας, όπως το ήθελε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Βρίσκει πάλι διόδους, βρίσκει περάσματα να βγει από την περικύκλωση της αμηχανίας κι από την κακοφωνία μιας ανερμάτιστης εποχής. Διαβάζω τρία ανέκδοτα ποιήματα του Μάρκου Μέσκου στο Εντευκτήριο, αυτό το ανθεκτικό περιοδικό. Λέω μπράβο στον εκδότη του, τον Γιώργο Κορδομενίδη. Συγχαίρω την ποιητική δύναμη του Μέσκου, ατόφια δύναμη. Αντιγράφω: «Μολύβι μέσα στα κόκαλα και στο γυαλί του / μαστίγιο δρολάπι καταιγίδας / θυμωμένο ατσάλι σχίζοντας σάρκες και νου // το κνούτο / που ησυχάζει τώρα στο κάστρο / σπαθί στα χέρια του απροσδόκητου μέλλοντος / φως ίσως / κάποτε...// Τότε που γυρίζουν τα πουλιά από τη βοσκή στον ύπνο / όταν η μέρα κλείνει τα μάτια της ανοίγοντας η σελήνη / την ευλογία από ψηλά στους αμέτρητους αδικοχαμένους / Τότε που ο κόρφος των ονείρων / λάδι και μύθος και ακροποταμιά / στη δόξα της Ανοίξεως / στον ήχο της Ουτοπίας τον φοβερό».

 

Νέα Εστία - Τεύχος: 1.859. Σελίδες: 2902. Νέα Εστία & Βιετνάμ: Ενώ αναμένω το νέο τεύχος της «Νέας Εστίας», ανακαλύπτω σε αυτό του Οκτωβρίου ένα ποίημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι στο στιλπνό κείμενο του ποιητή Γιώργου Βέη «Βιετνάμ, η ποίηση της καθημερινότητας». Το ποίημα το έχει μεταφράσει ο Γιάννης Υφαντής και έχει τον τίτλο «Για την επιθανάτια αγωνία του Χο Τσι Μινχ». Ας το ακούσουμε: «Γύψινα ύστερα θα στήσουνε μνημεία / που βέβαια ωραία δεν θα είναι / αφού αυτοί δεν ξέρουν παρά μόνο / να κάμνουνε ωραία χαρακώματα,/ καλύβες κι εργαλεία της δουλειάς τους / κι όχι μνημεία της εποχής των μηχανών./ Μα, δεν θα δεις τον άτυχο αγώνα τους / ενάντια στην τυράγνια της ειρήνης./ Και δεν θα δεις την κόκκινη σημαία τους/ να γίνεται σαν όλες τις σημαίες./ Γλυκέ πατέρα με το ταπεινό / κι αγαπημένο σου χαμόγελο / που 'γινε κιόλας τόσο μακρινό,/ αυτό που μένει από σένα στην καρδιά μας / είναι η στερνή φωνή ένα χωριό / λίγο πριν σβήσει το πανάρχαιο φως».

 

Γιάννης Δούκας - Το Σύνδρομο Σταντάλ. Εκδόσεις: Πόλις. Σελίδες: 743. Σταντάλ, Μάριενμπαντ και Δούκας: Στα Μέσα Σύνορα (εκδ. Πόλις, 2011) είχα ταρακουνηθεί από κείνο το ποίημα, το δικό μας, με τη δικιά μας ιστορία, με τον Νίκο Καρούζο και τον Βασίλη Τσιτσάνη, με τον Ευγένιο Αρανίτση και τον Ηλία Λάγιο. Τώρα, στο Σύνδρομο Σταντάλ (εκδ. Πόλις), υποκλίνομαι στο concept του πράγματος, βγάζω το καπέλο μου στη μαστοριά, μια μαστοριά επίμονη και λίαν τολμηρή, όταν έχει προηγηθεί ο Λάγιος, μαζί κι ο Κοροπούλης, αλλά πιο πολύ λέω εύγε στον Δούκα για το ποίημα εκείνο στη σελίδα 38 που φέρνει εδώ ξανά από το έρμο το πουθενά, να 'ουμ, τον άδικα λησμονημένο φιλόσοφο κι αναρχικό, τον Μαξ Στίρνερ, συγγραφέα του Der Einzige und sein Eigentum. Γιάννης Δούκας (Αθήνα, 1981): «Στην ώρα που ζητά τη συμπλοκή της / με κάτι τ' ασχημάτιστο ακόμη,/ εκεί που συναντήθηκαν οι δρόμοι:/ με πλάτη στη Βουλή, σαν διμοιρίτης,// ή μάρτυρας που βλέπει, καταγράφει / χωρίς ν' ανήκει κάπου, αν μπορέσει./ Ωστόσο ετοιμάζεται και θέση / θα πάρει μάχης – ποιος τον ξαναγράφει;// Και να τος, αγκιτάροντας τα πλήθη./ Άγραφο να 'ν' το βάθρο του οφείλει,/ ελεύθερο κι ανένταχτο. Στη σμίλη / πώς μοιάζουν και τ' αγάλματα σαν μύθοι.// Στην εποχή της λάμψης και του κρότου,/ θα 'ναι ο μοναδικός και το δικό του».

 

4. Φιλοσοφία & Ειρηνάκης: Όταν ο άλλος αποφαίνεται ότι η λήθη έχει χρώμα κίτρινο, ότι γνωρίζουμε πού κρύβεται η σκιά της θάλασσας και ότι είναι αβυσσαλέα η μάσκα του αυθεντικού, ξέρεις ότι θα τον συναντήσεις στου Χάιντεγκερ τον δρυμό, στου Βίτγκενσταϊν το καλύβι, στους δαιδάλους της διαλεκτικής του χρόνου που έστησε και εξερεύνησε, ο T.Σ. Έλιοτ, στις ανάποδες ατραπούς που επίμονα ακολουθούσε ο Tόμας Μπέρνχαρντ. Η Ποίηση συνομιλεί με τη Φιλοσοφία και ο Νίκος Ειρηνάκης (Αθήνα, 1988) κρυφακούει, αφουγκράζεται, καταγράφει. Και συνθέτει: «Αν πρέπει να ταχτώ / Θα ταχτώ στη φαντασία // Εδώ που είμαι βρέχει / Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη στη φωτογραφία // Φέρνεις την Κίνηση / Τη μανία του πανικού // Μα τον εξεγερμένο έρωτά μας / Απειλή η αγάπη ακόμα // Δεν ξέρουμε να λέμε σ' αγαπώ / Χωρίς αλάτι στα χείλη // Θα ζήσουμε ανάμεσα σε δύο καθρέφτες // Τι έχει πάει τόσο λάθος μαζί σου / Για να μου αρέσεις τόσο πολύ // Θέλω να σε φιλήσω / Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος».

(Info: Νίκος Ειρηνάκης - Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά. Εκδόσεις: Γαβριηλίδης. Σελίδες: 58)