Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Έρωτες, έρωτες, έρωτες»

Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Έρωτες, έρωτες, έρωτες» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ

OTAN ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ φλερτάρω με τη Βάλια, είχα μόλις χωρίσει από μια μακροχρόνια σχέση. Εκείνη την περίοδο ήμασταν ακόμα ένας πολιτικός συντάκτης και μια πολιτιστική συντάκτρια που γνωρίζονταν από καιρό. 

Δεν πρόλαβα να της εκδηλώσω το ερωτικό μου ενδιαφέρον, και αμέσως, με το χαρακτηριστικά απότομο ή ίσως ωμό ύφος της, μου λέει: «Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσεις τη δική μας σχέση για να ξεπλύνεις την προηγούμενή σου!» 

Και όντως, καθυστέρησε γύρω στον έναν χρόνο η σύναψη των σχέσεών μας. Όμως εμείς οι δύο είχαμε μέλλον, ένας χρόνος πάνω, ένας χρόνος κάτω δεν ήταν πρόβλημα. 

Αντιθέτως, ο πόθος μας φούντωσε ακόμα περισσότερο, ενώ επαληθεύτηκε και η τρομερή φράση της, και μόνο ξέπλυμα του παρελθόντος δεν αποδείχτηκε ο έρωτάς μας.

Σε πολλά, λες και είμαστε γεννημένοι αντίθετοι χαρακτήρες. Απολύτως χαοτική η Βάλια, κάτω από ένα λούστρο τακτικότητας, και αυστηρά οργανωμένος εγώ, όσο ακριβώς απαιτείται για να χαλιναγωγούνται τα έντονα πάθη μου. 

Ίσως ταιριάζουμε πιο πολύ από όσο αντέχουμε να παραδεχτούμε, όπως το θέτει μια γνωστή έκφραση.

Είχαμε αρχίσει ήδη να συζούμε, όταν η Βάλια έμεινε έγκυος, και σκεφτήκαμε να κρατήσουμε το παιδί. Και τότε ο πατέρας της έπαθε εγκεφαλικό κι έμεινε κατάκοιτος, η Βάλια έχασε το μωρό. 

Ο πεθερός μου ζούσε μαζί μας, και κάποια στιγμή εκδήλωσε και άνοια, τα πράγματα έγιναν σιγά σιγά πολύ ζόρικα. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, κι έπρεπε να τον κρατάμε καθηλωμένο, με τα χέρια δεμένα στα μπράτσα μιας μπαμπού πολυθρόνας. 

ΕΡΩΤΕΣ
Το νέο βιβλίο διηγημάτων του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Έρωτες, έρωτες, έρωτες» θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Κέδρος.

Κάποια στιγμή, έτσι δέσμιος όπως ήταν, μου λέει: «Δεν με λυπάσαι, βρε Δημήτρη; Ο πατέρας της Βάλιας είμαι!» Μου έδειχνε με τα μάτια τα φυλακισμένα χέρια του: «Λύσε με, παιδί μου, να ’χεις την ευχή μου, μη με βασανίζεις! Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!»

Μπαίνω στον πειρασμό να πω ότι γι’ αυτό γράφω εδώ τώρα, επειδή μου είπε όσα μου είπε εκείνη την ημέρα ο γέρος της Βάλιας, ο οποίος, όχι και πολύ αργότερα, πέθανε. 

Απλώς είχε προλάβει να χύσει το δηλητήριό του ή και να με κεντρίσει σαν άλλος σκορπιός, θα σκεφτόμουν αν ήμουν πρωταγωνιστής μελοδράματος.

Ήμασταν πάντα καθισμένοι στην κουζίνα, αυτός στην μπαμπού πολυθρόνα με τα χέρια του ακινητοποιημένα στα μπράτσα της, σφιγμένα με κάτι υφασμάτινες λουρίδες, κι εγώ μπροστά στο τραπέζι, να στριφογυρίζω μια αλυσιδίτσα, αντί για κομπολογάκι, ανάμεσα στα δάχτυλά μου.

Με είχε παρακαλέσει να τον λύσω και να μην τον βασανίζω και, όσο δεν έπαιρνε απάντηση από μένα, φρόντιζε να προσθέτει κι άλλες στρώσεις στην εξομολόγησή του.

Ο πατέρας του ονομαζόταν Σαράντης, λέει. Ωρολογοποιός. Πολύ όμορφος, κοκέτης. Είχε και δύο κόρες. Ήταν φαντάρος και κάποιος τον χτύπησε στο κεφάλι; Κάτι είχε εκ γενετής; Τον έφεραν στην Αθήνα, όπου πέθανε το ’41. Τους έκαναν ενέσεις τότε για να τους σκοτώσουν, προκειμένου να τους πάρουν το δελτίο τροφίμων.

«Ψέματα σου είπα πριν! Ούτε στο κεφάλι τον χτύπησαν ούτε είχε τίποτα εκ γενετής! Του έστριψε και τον έκλεισαν στο τρελοκομείο, κι εκεί μέσα τον σκότωσαν οι γιατροί, στη μεγάλη πείνα επί Κατοχής, με ένεση, προκειμένου να δώσουν σε κάποιον γνωστικό το δελτίο τροφίμων».

Κάτι τέτοια τρελά, ή ίσως απλώς παραληρηματικά, μου έλεγε εκείνη την ημέρα ο πεθερός μου, όταν επιτέλους συνειδητοποίησα τι μου είχε πει μόλις, σαν να του ξέφυγε και να είχε αμολήσει τη ρουκέτα άθελά του.

Τι έκανε, λέει; Ο παππούς της Βάλιας είχε πεθάνει κλεισμένος στο Δαφνί; Επειδή ήταν ψυχοπαθής, σχιζοφρενής; Επειδή ήταν επικίνδυνος για τους άλλους και για τον εαυτό του;

Ο πεθερός μου ολοκλήρωσε την παρένθετη αφήγησή του ―παρένθετη στο χάος των ακατάληπτων λεγομένων που ξεστόμιζε συνήθως― και λίγους μήνες αργότερα μετέβη, όπως λένε, «εν τόπω χλοερώ».

Ώσπου τέσσερις περίπου μήνες πριν από το λαμπρό τώρα, που κάθομαι και γράφω αυτές τις γραμμές, η Βάλια έμεινε ξανά έγκυος.

Υπάρχει μία λέξη: κληρονομικότητα. Όπως υπάρχουν και αρρώστιες που μεταβιβάζονται κληρονομικά. Και πολύ συχνά αυτός ο κλήρος παραλείπει μια γενιά και επανεμφανίζεται στην επόμενη.

Πράγματα γραμμένα στο DNA. Πράγματα που μεταφέρονται με το γενετικό υλικό, κρύβονται μέσα του και μπορούν να μεταδοθούν από τη μία γενιά στην άλλη. Πράγματα που σαν να έχουν εγγραφεί, αποτυπωθεί στα γονίδια και κληροδοτούνται στις επόμενες γενιές μέσω μίας μορφής γενετικής μνήμης.

Με άλλα λόγια, όταν με το καλό γεννήσει η Βάλια, ίσως αποδειχτεί ότι το παιδί μας έχει πάρει το γονίδιο του παππού της. Το γονίδιο ή τα γονίδια ―κι ας μην ευθύνονται μόνο αυτά, υπάρχει και το περιβάλλον― χάρη στα οποία έκανε ό,τι έκανε ο Σαράντης, αναγκάζοντας τους γύρω του να τον κλείσουν στο Δαφνί.

Θυμάμαι ότι, ακούγοντας την εξομολόγηση του ανοϊκού πατέρα της γυναίκας μου, στην αρχή είχα αναρωτηθεί μήπως δεν ήξερε τι έλεγε. Μήπως τα είχε εντελώς χαμένα και ανακάτευε αλήθειες με ψευτιές, αναμηρυκάζοντας τη ζωή και τον θάνατο του πατέρα του.

Η Βάλια όμως είχε σπεύσει να μου επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του πατέρα της για τον δικό του πατέρα. Η ιστορία για τον παππού της τής ήταν γνωστή, αλλά είχε αποφύγει να μου την αποκαλύψει για ευνόητους λόγους.

Και αν ο γιος ή η κόρη μας έχουν κι εκείνοι αύριο μια μορφή καθαρόαιμης τρέλας; Μήπως η απόφαση να κρατήσουμε αυτό το παιδί ήταν εξαρχής λάθος; Μήπως έπρεπε να απαιτήσω από τη Βάλια να κάνει έκτρωση; Ή μήπως να αφήσω τα πράγματα ως έχουν; Να κυλήσουν και να γίνει ό,τι είναι να γίνει;

Αποφάσισα να το ρισκάρω. Επειδή ήμουν, κι ακόμα είμαι, ερωτευμένος με τη Βάλια και δεν θέλω να τη χάσω. Επειδή γουστάρω να κάνω ένα παιδί μαζί της. 

Όπως ακριβώς γουστάρει κι εκείνη, τόσο πολύ, από ό,τι λέει, ώστε να αδιαφορεί για το ρίσκο που παίρνουμε.

«Όλα θα πάνε καλά, είμαι σίγουρη!»

Συμφωνώ μαζί της εκατό τοις εκατό. Και την ίδια στιγμή δυσκολεύομαι να βγάλω από τον νου μου όλα όσα μου είπε ο πεθερός μου για τον πατέρα του και μου τα επιβεβαίωσε αργότερα  και η Βάλια.

Κατ’ αρχάς ο Σαράντης ήταν πάντα πεισματάρης και ατίθασος, λέει. Με τους οικείους του εριστικός και ισχυρογνώμων, συχνά για επουσιώδη ζητήματα. Και τελευταία, μέχρι τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο, κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες καπνού αλλά και οινοπνευματωδών.

Ενδείξεις της ψυχικής διαταραχής του είχαν ένα σωρό: αλλεπάλληλες εκρήξεις θυμού, όπου απειλούσε ότι θα ξεκληρίσει την οικογένειά του, φορές που εξαφανιζόταν, περιπλανιόταν στους δρόμους και γύριζε σπίτι μόνο τα άγρια χαράματα.

Μια μέρα έφτασε στο σημείο να σπάσει τα έπιπλα, κατηγορώντας τη βαρήκοη σύζυγό του αφενός ότι τον απατά ερωτικώς και αφετέρου ότι τον περιφρονεί και συνωμοτεί εναντίον του.

Λίγο καιρό πριν από την τελική εκδήλωση της ψυχικής διαταραχής του είχε αρχίσει να δείχνει εχθρότητα προς τον γυναικαδελφό του, θεωρώντας ότι ο τελευταίος είχε αποπλανήσει την αδελφή του και σύζυγο του Σαράντη και είχε συνάψει «αθέμιτες», όπως έλεγαν τότε, σχέσεις μαζί της.

Διατεινόταν επίσης ότι ο πρεσβύτερος γιος του είχε αιμομεικτικές σχέσεις με τη μητέρα του.

Κάπου εκεί ο γυναικαδελφός του πέθανε και ο παππούς της Βάλιας άρχισε να ησυχάζει κάπως.

Και πάλι όμως, ούτε μήνα αργότερα άρχισε να διαμαρτύρεται για τα μάγια που του έκαναν: του είχε ξεκολλήσει, λέει, ένα κομματάκι δέρμα από το ένα δάχτυλο και είχε πέσει χάμω.

Παρουσιάστηκαν μερικές ακόμα εκδηλώσεις του νοσήματος, και τον έκλεισαν εντέλει στο Δαφνί.

Τα βράδια έλεγε ότι «το σπίτι φέγγει, άναψε» και ξεκαρδιζόταν στα γέλια.

Μετά έπεφτε απότομα σε μελαγχολία, δηλώνοντας ότι «πρόκειται να γίνει μεγάλο κακό».

Εξελάμβανε τους περαστικούς ως απειλητικές φιγούρες, που του έκαναν μάγια και τον «πέθαιναν».

Ή απαιτούσε μετά μανίας να απομακρυνθεί από το σπίτι η σύζυγός του, η «διαβόλισσα», η οποία υποτίθεται ότι έφταιγε για όλα.

Την τελευταία νύχτα πριν τον πάρουν ο παππούς είχε καταληφθεί από τερατώδη νευρική διέγερση και λογόρροια.

Αυτή τη στιγμή είμαι σε ένα καφενείο στην Τράπεζα Αχαΐας (ή Τράπεζα Διακοπτού Αιγίου Αχαΐας, μέχρι και αυτή την εκδοχή βρήκα στο Διαδίκτυο), έχω ανοιχτό το λάπτοπ μου πάνω στο τραπεζάκι, πλάι στο ποτήρι με τον φρέντο εσπρέσο, και γράφω.

Είναι Μάιος και η θέα από εδώ πάνω, όπου όλα γύρω και κάτω από τα πόδια μου έχουν ανθίσει μέχρι τρέλας, είναι ειλικρινά εξωπραγματική. Σαν να πετάς με αεροπλάνο και χαζεύεις την ειδυλλιακή εικόνα, που περιλαμβάνει την πλαγιά του βουνού, τα παραθαλάσσια σπίτια και το κύμα που σκάει γαλήνια και υπνωτιστικά στην άμμο.

Η Τράπεζα είναι πολύ κοντά στη Λίμνη Αχαΐας, από όπου κατάγομαι.

Είμαι σε ένα καφενείο και γράφω, και παρότι μέσα μου αγωνιώ και αγχώνομαι, ταυτόχρονα είμαι και απέραντα ήρεμος και γαλήνιος, πιστεύοντας ότι κάνω το σωστό, αφού αγαπάω τη Βάλια.

Θα δείξω εμπιστοσύνη στην τύχη μας και θα αφήσω τα πράγματα ως έχουν, να κυλήσουν και να ξεκαθαριστεί η κατάσταση από μόνη της, χωρίς τις παρεμβάσεις μας.

Και από απλό ζευγάρι που είμαστε σήμερα θα προβιβαστούμε σε οικογένεια μόλις έρθει το αναμενόμενο στον κόσμο, και θα ενωθούμε με την ευρύτερη οικογένεια που αποτελούν τα δύο σόγια μας.

Θέλω να πιστεύω ότι θα μεταφερθούν αποκλειστικά και μόνο καλά, υγιή χαρακτηριστικά και από τις δύο πλευρές στο παιδί μας.

Σήμερα έληξε η διορία που είχα θέσει στον εαυτό μου. Έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνουμε με το μωρό, και κατέληξα ότι δεν τίθεται θέμα να μην το κρατήσουμε.

Το μεγάλο μωρό μου θα γεννήσει το μικρότερο μωρό μας.

Αλλά κάτι με τρώει.

Άφησα την έγκυο Βάλια να κοιμάται στο εξοχικό της οικογένειάς μου στη Λίμνη και ήρθα εδώ, δήθεν για καφέ.

Έχω ανοίξει το λάπτοπ μου και γράφω, λες και προσπαθώ να σταματήσω τον χρόνο, να τον ακινητοποιήσω.

Λες και αγωνίζομαι γράφοντας να μείνω περισσότερο καιρό αναποφάσιστος, να παρατείνω όσο μπορώ το δίλημμα.

Προφανώς δεν πρόκειται να κάνω πίσω, θα τηρήσω τις αποφάσεις μου κι έχω αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα τι θα κάνω.

Όμως πολύ θα ήθελα να κάνω αυτή τη φωνή που ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι μου να το βουλώσει.

Αυτή η φωνή μου λέει ότι είμαι ανεύθυνος και ανώριμος που προσπαθώ να κάνω παιδί με τη Βάλια.

Μου λέει ότι πρέπει να τη χωρίσω κανονικά και να φύγω μακριά της, όσο πιο μακριά γίνεται, προπαντός για το δικό της καλό.

Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα τέτοιο.

Ακόμα κι αυτό το ηλεκτρονικό αρχείο θα το πετάξω στα σκουπίδια του υπολογιστή και θα το διαγράψω σε λίγο.

Καλή ζωή.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Προδημοσίευση: Η Μοναξιά του Ενός του Κωνσταντίνου Πίττα

Βιβλίο / Προδημοσίευση: Η «Μοναξιά του Ενός» του Κωνσταντίνου Πίττα

Το πρώτο βιβλίο του αρχιτέκτονα και διδάκτορα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ κυκλοφορεί την επόμενη Παρασκευή από τις εκδόσεις Αίολος, και ακροβατεί μεταξύ αφηγηματικού και δοκιμιακού λόγου.
THE LIFO TEAM
Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «H πλειονότητα των πολιτικών μας δεν είναι αυτοί που μας αξίζουν»

Βιβλίο / Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «H πλειονότητα των πολιτικών μας δεν είναι αυτοί που μας αξίζουν»

Mε αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου, ο γνωστός συγγραφέας μιλά για την περίοδο που ζούμε, την υγειονομική κρίση, τους πολιτικούς, τη λογοτεχνία, προσωπικότητες που σημάδεψαν τη ζωή του, όπως ο Μένης Κουμανταρέας, την ψυχοθεραπεία αλλά και ποια πληγή τον ακολουθεί ακόμη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Τζορτζ Μάικλ: Η ζωή και τα σκοτάδια του σε μια βιογραφία

Βιβλίο / Τζορτζ Μάικλ: Η ζωή και τα σκοτάδια του σε μια βιογραφία

Πεθαίνει σαν σήμερα ένα μεγάλο είδωλο της ποπ. Στο βιβλίο «George Michael - Η ζωή του» ο Τζέιμς Γκάβιν δεν μιλάει μόνο για τις κρυφές πτυχές του μεγαλύτερου ειδώλου της ποπ αλλά και για την αδυναμία του να αποκαλύψει τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που μετέτρεψε το πάρτι της ζωής του σε πραγματική τραγωδία.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Το πίσω ράφι/ Έλενα Χουζούρη «Δυο φορές αθώα»

Το Πίσω Ράφι / Έλενα Χουζούρη: «Δεν ξεχάσαμε απλώς την ταυτότητά μας, την κλοτσήσαμε»

Στο μυθιστόρημά της «Δυο φορές αθώα» η συγγραφέας θέτει το ερώτημα «τι σημαίνει πια πατρίδα», επικεντρώνοντας στην αίσθηση του ξεριζωμού και της ισορροπίας ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Θεσσαλονίκη πριν

Βιβλίο / «ΣΑΛΟΝΙΚΗ»: Ένα σπουδαίο βιβλίο για τη Θεσσαλονίκη

Το πρωτότυπο βιβλίο του Γιάννη Καρλόπουλου παρουσιάζει μέσα από 333 καρτ ποστάλ του εικοστού αιώνα –αποτυπώματα επικοινωνίας– την εξέλιξη της φωτογραφίας και της τυπογραφίας από το 1912 μέχρι τα τέλη των ’80s.
M. HULOT
Η επαναστατική φιλοσοφία του Διογένη, του αυθεντικού Κυνικού

Βιβλίο / Η επαναστατική φιλοσοφία του Διογένη, του αυθεντικού Κυνικού

Μια νέα βιογραφία αναζητεί τα ίχνη του Έλληνα φιλοσόφου: κάτι ανάμεσα σε άστεγο και αλήτη, δηλητηριώδη κωμικό και performance artist, επιδείκνυε την περιφρόνησή του για τις συμβάσεις της αστικής τάξης της αρχαίας Αθήνας.
THE LIFO TEAM
Η πρώτη αγάπη: Ένας τόπος όπου ζεις πραγματικά

Βιβλίο / Αρρώστια είναι ν’ αγαπάς, αρρώστια που σε λιώνει*

«Ανοίξτε, ουρανοί»: Το queer μυθιστόρημα ενηλικίωσης του Βρετανοϊρλανδού ποιητή Σον Χιούιτ αποτελεί το εντυπωσιακό ντεμπούτο του στην πεζογραφία, προσφέροντας μια πιστή, ποιητική και βαθιά συγκινητική απεικόνιση του πρώτου έρωτα.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Είναι το «Singapore Sling» η πιο παρεξηγημένη ταινία του ελληνικού σινεμά;

Βιβλίο / Είναι το «Singapore Sling» η πιο παρεξηγημένη ταινία του ελληνικού σινεμά;

Μια συζήτηση με τη Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου για την ταινία που αδικήθηκε στην εποχή της, αλλά σήμερα προκαλεί εκ νέου το ενδιαφέρον, και για την «επιστροφή» της μέσα από ένα βιβλίο.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ντόμινικ Αμερένα: «Έκανα το πειραματόζωο σε ιατρικές δοκιμές για να έχω χρόνο να γράφω ελεύθερα»

Βιβλίο / Ντόμινικ Αμερένα: «Έκανα το πειραματόζωο σε ιατρικές δοκιμές για να έχω χρόνο να γράφω ελεύθερα»

Το πρώτο βιβλίο του Αυστραλού συγγραφέα Ντόμινικ Αμερένα, με τίτλο «Τα θέλω όλα», που πήρε διθυραμβικές κριτικές, κυκλοφορεί στα ελληνικά. Βασικό του θέμα είναι πόσο μπορείς να προσποιηθείς ότι είσαι κάποιος άλλος για να καταφέρεις τους στόχους σου.
M. HULOT
ΕΠΕΞ Μπορούμε να αγαπήσουμε ξανά την Πανεπιστημίου;

Βιβλίο / Μπορούμε να αγαπήσουμε ξανά την Πανεπιστημίου;

«Ένας δρόμος που μοιάζει με κοίτη ποταμού και παρασύρει τους πάντες χωρίς περιορισμούς και απαγορεύσεις», όπως γράφουν οι συγγραφείς του βιβλίου «Οδός Πανεπιστημίου (19ος-20ός αιώνας) - Ιστορία και ιστορίες», Θανάσης Γιοχάλας και Ζωή Βαΐου.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιάννης Σολδάτος: «Ο μεγαλύτερος εχθρός μου είναι ο μικροαστισμός» ή «Το σινεμά ως μαζικό λαϊκό θέαμα έχει σχεδόν τελειώσει»

Βιβλίο / Γιάννης Σολδάτος: «Το σινεμά ως μαζικό λαϊκό θέαμα έχει σχεδόν τελειώσει»

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη, εκδότη και συγγραφέα της συνοπτικής «Ιστορίας του Ελληνικού Κινηματογράφου» που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε εμπλουτισμένη και σε ενιαία μορφή από τις εκδόσεις Αιγόκερως.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Βιβλίο / Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Ο σπουδαίος σκηνογράφος συγκέντρωσε την πολύτιμη σαραντάχρονη εμπειρία του σε ένα δίτομο λεξικό για τη σκηνογραφία, αναδεικνύοντάς την ως αυτόνομη τέχνη και καταγράφοντας την εξέλιξή της στο ελληνικό θέατρο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μ. Αναγνωστάκης «Η χαμηλή φωνή»

Το πίσω ράφι / Μανόλης Αναγνωστάκης: «Τι μένει λοιπόν από τον ποιητή, αν μένει τίποτα;»

Τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της δημοσίευση, η προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη «Χαμηλή Φωνή» παρουσιάζεται στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, υπενθυμίζοντας τους θεωρούμενους ήσσονες ποιητές μας, όσους έμειναν έξω από κάθε μορφής υψηλή ποίηση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ