Ο πότης
ΤΟΥ XΑΝΣ ΦΑΛΛΑΝΤΑ,
μτφρ. Έμη Βαϊκούση, εκδόσεις Κίχλη, σελίδες: 416, τιμή18,80


Μυθιστορήματα με εύλογους και μοναχικούς τίτλους (Ο πότης, Ο παίκτης, Ο κλέφτης κ.λπ.), επειδή προδίδουν εξαρχής το ποιόν του περιεχομένου, καθιστούν τον αναγνώστη είτε καχύποπτο είτε φανατικό, με αποτέλεσμα κατά κανόνα είτε να πετάει το βιβλίο είτε να το διαβάζει σχεδόν χωρίς να βγάλει το καπέλο του. Άλλωστε, η μονοδιάστατη αφήγηση είναι γνωστό ότι κουράζει τον αναγνώστη, καθότι όλα τα πάθη πλέον είναι γνωστά, όλες οι τιμωρίες ακουστές και όλες οι δυστυχίες πωλούνται πλέον στα βιβλιοπωλεία σε πολύ χαμηλές τιμές. Άραγε, ισχύουν όλα αυτά στην περίπτωση του Γερμανού συγγραφέα Χανς Φάλλαντα [ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν (1893-1947)], που έζησε την εποχή του Ναζισμού και παραταύτα ούτε αποδήμησε από τη χώρα του ούτε έπαψε να γράφει;


Το κεντρικό πρόσωπο του Πότη είναι ο  Έρβιν Ζόμερ, χονδρέμπορος αγροτικών προϊόντων, που συμβιώνει απρόσκοπτα με τη γυναίκα του Μάγδα. Ξαφνικά, λόγω εσωτερικής ανισορροπίας ή κάποιας άλλης μεταμφιεσμένης αιτίας, ο Έρβιν αρχίζει να κατεβάζει σναπς για να καταντήσει μέσα σε μερικά κεφάλαια άχρηστος για την επιχείρησή του, επικίνδυνος για το σπίτι και, κυρίως, ξένος απόξενος για την υποδειγματική γυναίκα του. Αυτή η πτώση έχει κάποια «έτοιμα» στοιχεία αλκοολισμού που περιγράφονται πειστικά (ο Φάλλαντα ήταν κι ο ίδιος πειραγμένος από αλκοόλ, όπως και η γυναίκα του ναρκομανής), αλλά με κάποιον ακαδημαϊσμό που υπονομεύει την πειστικότητα της κατρακύλας. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο πότης θα μπει με το ζόρι σε άσυλο αλκοολικών και από 'κει και πέρα η διήγηση θα πλεχτεί μέσα στη φυλακή και πάντα μακριά από τη σύζυγο. Ό,τι κι αν κάνει ο Έρβιν, το ποτό τού γνέφει αγαλλιαστικά «από το πίσω μέρος του μυαλού του», όπερ σημαίνει ότι η μέθη τον έχει νικήσει κατά κράτος.


Παρατηρεί, άλλωστε, ο ίδιος, μιλώντας πάντα σε πρώτο πρόσωπο: «Λίγο πριν από τη μία σηκώθηκα πάλι, πήγα ξυπόλυτος στο κελάρι και άδειασα μονομιάς ό,τι είχε μείνει στα τρία μπουκάλια. Κι ενώ είχα το τρίτο στο στόμα, συνειδητοποίησα, με απόλυτη βεβαιότητα και άλλη τόση φρίκη, πως ήμουνα χαμένος. Δεν υπήρχε σωτηρία για μένα, ψυχή και σώμα τα παρέδωσα στο ποτό. Τώρα πια ήταν αδιάφορο αν θα διέσωζα για λίγες μέρες ακόμα, ίσως βδομάδες, τα τελευταία υπολείμματα της αξιοπρέπειας και του ήθους μου – όλα είχαν τελειώσει. Ας ερχόταν τώρα η Μάγδα να με δει με το μπουκάλι στο χέρι. Θα της έλεγα κατάμουτρα "κυρία μου, εγώ είμαι πια ένας πότης" και πως εκείνη με έφερε σε αυτό το σημείο, με αυτό τον καταχθόνιο δυναμισμό της!».


Η ρήξη με τη γυναίκα του, πειστικότατη και δραματική, θα τον στείλει σε άσυλο (συνηθισμένη κίνηση του ναζιστικού καθεστώτος), οπότε, μακριά πλέον από το ποτό («δεν είχα προλάβει, φαίνεται, να γίνω κανονικός πότης», σ. 174), θα αρχίσει η δεύτερη φάση της ζωής του, καθώς κατηγορείται για απόπειρα δολοφονίας της γυναίκας του και άλλα τινά. Οι περιπέτειες που θα περιγράψει μέσα στη φυλακή είναι έξοχες και θυμίζουν προκαταβολικά ανάλογες περιγραφές από κατοπινές, αμερικανικές φυλακές. Κάθε κρατούμενος ήταν ένα ναυάγιο της ζωής και συνάμα ένας αυτοδίδακτος εγκληματίας που είχε αναπτύξει απίθανους αμυντικούς μηχανισμούς για να επιβιώσει. Ο  Έρβιν ομολογεί: «Ο Μόρντχορστ εμένα με θεωρούσε πάντα νιόφερτο – έναν αυθεντικό μπούλη, που του έδινε μαθήματα από την πείρα της δικής του, πολυκύμαντης ζωής...». Ο εγκλεισμός θα του διδάξει το πιο γνωστό πράγμα: «στη φυλακή εύκολα μπαίνεις, δύσκολα βγαίνεις...». Συνάμα, άνευ δυνάμεως, είναι του χεριού κάθε σκληρού φυλακισμένου, όπως του Πολακόφσκι, που του συνέτριψε τη μύτη για να τον θυμάται!


«Είμαι μόνος, κατάμονος, με τον εαυτό μου και με τη βεβαιότητα πως σε αυτό το μέρος θα είμαι πάντα μόνος με τον εαυτό μου. Είμαι στο μέρος εκείνο όπου η αγάπη, η φιλία, είναι πράγματα άγνωστα. Είμαι στην κόλαση... Πόσο λίγο αμάρτησα στη ζωή μου και πόσο πληρώνω! Θεέ μου, είναι τόσο φοβερό να απολαύσει κανείς λίγο σναπς;».


Στη σελίδα 300 διαβάζουμε τη χαρακτηριστική δήλωση του  Έρβιν προς τον γιατρό: «Ούτε που το σκέφτομαι το αλκοόλ!». Φράση που τη χρησιμοποίησε ως αντικλείδι για να βγει από τη φυλακή. Ματαίως, βέβαια. Διότι ο  Έρβιν δεν πληρώνει για τις αμαρτίες του αλλά υποκύπτει στις απάνθρωπες μεθόδους των ναζί. «Με βάζουν φυλακή, από τη φυλακή με στέλνουν στο άσυλο, μου αφαιρούν το "κύριε" απ' το όνομά μου, με βάζουν να πίνω λαχανόζουμο, στήνουν ολόκληρα σκηνικά ανάκρισης σαν να ήμουνα ο χειρότερος εγκληματίας, μητροκτόνος ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Είμαι βέβαιος πως αν με άφηναν να μιλήσω πέντε λεπτά με τη Μάγδα, θα τους είχα πείσει. Θα τους είχα πείσει. Θα εμφανιζόμασταν μαζί οι δυο μας σε αυτόν το γελοίο τον εισαγγελέα με το φουσκωτό κάτω χείλος και τα ανέκφραστα μάτια και θα αναγκαζόταν να αναστείλει αμέσως τη διαδικασία εναντίον μου!».


Ο κρατούμενος έπρεπε να πιστέψει πως η ζωή του ήταν αυτό το άσυλο! Στη σελίδα 327 έχουμε μια ενδεικτική περιγραφή του ονείρου αυτοεκμηδενισμού που είχε καταλάβει τον  Έρβιν. Ονειριστί, συναντά φίλους και γνωστούς, οι οποίοι όμως δεν τον βλέπουν και τον προσπερνούν αδιάφοροι. Βλέπει ακόμα και τη γυναίκα του, που την πλησιάζει αλλά παραμένει αδιάφορη. «Εκείνη τη στιγμή», λέει ο  Έρβιν, «συνειδητοποίησα έντρομος πως ήμουνα μια σκιά που περιφερόταν ανάμεσα στους ανθρώπους – είχα πεθάνει, ήμουνα νεκρός!».

 

Ας δούμε, όμως, και τις περιπέτειες του Φάλλαντα με το ποτό. Ο συγγραφέας ήταν αδύναμος κι επιρρεπής σε ψυχικές ασθένειες. Κλεισμένος στον εαυτό του, θα γνωρίσει τη ζωή από τα βιβλία και μετά από την ίδια τη ζωή, όπως σημειώνει στο Πώς έγινα συγγραφέας. Η κατάθλιψη θα τον οδηγήσει σε διπλή απόπειρα αυτοκτονίας, σκηνοθετημένη από κοινού με τον φίλο του Χανς Ντίτριχ φον Νέκερ ως μονομαχία. Όντως ο Ντίτσεν σκοτώνει τον Νέκερ και ακολούθως αυτοτραυματίζεται σοβαρά... Η ιατρική γνωμάτευση τού αποδίδει το ακαταλόγιστο λόγω ψυχικής διαταραχής και ο Ρούντολφ εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική. Ο θάνατος του αδελφού του στο Μέτωπο αναζωπυρώνει τον αλκοολισμό του και εισάγεται για δεύτερη φορά σε σανατόριο για αποτοξίνωση. Η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά οξύνεται και από κοντά το οικονομικό του αδιέξοδο. Κάποια υπεξαίρεση θα του στοιχίσει πολύμηνη φυλάκιση. Η γνωριμία με την Άννα Μαργκαρέτε  Ίσελ θα τον κάνει σύζυγο και στη συνέχεια πατέρα τριών παιδιών – το τέταρτο παιδί του το απέκτησε με τη δεύτερη γυναίκα του.
Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία θα του στοιχίσει τη σύλληψη μαζί με τον φίλο του  Έρνεστ φον Σάλομον. Παρά τα σκληρά μέτρα που επεβλήθησαν, ο Φάλλαντα θα είναι ένας από τους συγγραφείς που δεν αποδήμησαν από τη Γερμανία. Σε αντίθεση με τους συναδέλφους Γερμανούς και Αυστριακούς που κατέληξαν αυτόχειρες μακριά από την πατρίδα τους (Τουχόλσκυ, Τόλλερ, Μπένγιαμιν, Τσβάιχ, Χανσεκλέβερ), ο Φάλλαντα –λόγω ψυχολογικών προβλημάτων– θα περάσει συνολικά μια επταετία σε ψυχιατρικά άσυλα. Το 1937 το μυθιστόρημά του Λύκος μεταξύ λύκων θα τον εντάξει στη λίστα των «ανεπιθύμητων συγγραφέων». Πάντως, το μυθιστόρημά του Ο σιδερένιος Γκούσταβ είχε παραγγελθεί προσωπικά από τον Γκαίμπελς και τον κορυφαίο ηθοποιό  Έμιλ Γιάνινγκς....
Ιδιαίτερος έπαινος αξίζει στη μεταφράστρια Έμη Βαϊκούση, η οποία απέδωσε εντυπωσιακά τη γραφή του συγγραφέα και συνέθεσε ένα κατατοπιστικότατο βιογραφικό ενός συγγραφέα που είναι λίγο-πολύ άγνωστος στη χώρα μας.

 

 

 

 

Βεβαιότητα και σχετικισμός στη νεωτερική συνείδηση. Η περίπτωση της θεολογίας.
του Πέτρου Φαραντάκη
(ανάτυπο από το περιοδικό «Θεολογία» τ. 1, Ιαν.-Μάρτιος 2012)


Παρά το γεγονός ότι αυτή η σελίδα δεν είναι ο κατάλληλος τόπος για να σχολιάσουμε ένα κείμενο που αναφέρεται άμεσα και έμμεσα στη θεολογία, μπορούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα που κινεί την περιέργεια και συνάμα την όρεξη για διαβάσματα άλλης κοπής.


«Ο Φίλιπ Σέραντ μιλάει πλέον για ρήξη του οργανικού δεσμού ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, με αποτέλεσμα την απώλεια της αίσθησης της ιερότητας που είχαμε για τον εξωτερικό κόσμο. Το χάσμα αυτό δεν αργεί να οδηγήσει σε στρεβλή κατανόηση ζητημάτων που μας απασχολούν. Σε μια εποχή στην οποία η επιστήμη εξισώνεται με την πολιτική αυταρέσκεια της διακυβέρνησης ομάδων και κοινοτήτων, τα θρησκευτικά υπεσχημένα ακροβατούν επί ξυρού ακμής.


Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, φανερά αντίθετος στην εξάπλωση της γενικευμένης λογικής, αποδέχεται το εξηγητικό γνώρισμα της επιστήμης, ως "μετάφραση" εκείνου που αποκαλούμε πραγματικότητα. Εδώ γι' αυτόν έγκειται το λάθος μας. Εκλαμβάνουμε τη "μετάφραση" ως πρωτότυπο. Η παρατήρηση αυτή, η οποία, κατ' ουσίαν, ξεχωρίζει το αυθεντικό "κείμενο" από την απόδοση του νοήματός του, υπογραμμίζει και τον σχετικισμό τον οποίον επιβάλλεται να μετερχόμαστε όταν οριοθετούμε την εμβέλεια των επιστημονικών οιωνών. Οι έκδηλες ή λανθάνουσες όψεις της πρωτότυπης πραγματικότητας δεν αποκρυπτογραφούνται αποκλειστικά μέσω των μέτρων της θετικής επιστήμης, αλλά σαν με τις επιδόσεις άλλων διαφορετικών μεταξύ τους "γλωσσών". Αναμφίβολα, εάν υιοθετήσουμε το κυριαρχούν "μεταφραστικό" εγχείρημα, τότε αντιλαμβανόμαστε τον τυπικό μηχανισμό βάσει του οποίου "προοδεύει" ο νεότερος δυτικός ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όσο όμως κι αν αυτός πασχίζει να προβάλλει την υπεροχή της ατομικής ευθύνης, ως διακριτής αξίας, άλλο τόσο, στο περιβάλλον επώασης της αυστηρής  ηθικολογίας, εμφιλοχωρεί η παρουσία της "στοχαστικής μεταβλητής". Είναι αυτή που –με τη βοήθεια καθορισμένου ή ακαθόριστου συλλογισμού– επιτρέπει τη συνύπαρξη και τη σύγκρουση διαφόρων μορφών καρποφόρας αμηχανίας. Σε αυτές εντάσσεται και η αναστοχαστική αποτίμηση του homo religiosus».