«Μπουβάρ και Πεκυσέ» του Γκ. Φλωμπέρ: Η αξία της συμπόρευσης

«Μπουβάρ και Πεκυσέ» του Γκ. Φλωμπέρ: Η αξία της συμπόρευσης Facebook Twitter
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Φλωμπέρ, έχοντας ζήσει τις μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ταραχές/αλλαγές του 19ου αιώνα, αμφισβητεί ευθέως την «αισιοδοξία» των φιλοσόφων του Φώτων, την πίστη τους στην πρόοδο που θα εξασφαλίσει η γνώση.
0



Ο ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡ αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διαβάζοντας (για να γράψει) και γράφοντας το Μπουβάρ και ο Πεκυσέ. Το ότι δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει (πέθανε από εγκεφαλικό το 1880) δεν επηρεάζει την πρόσληψή του, αφού είχε προχωρήσει ήδη την ιστορία τόσο, ώστε με τα σχέδια που άφησε για την κατάληξή της να ολοκληρώνεται με τον τρόπο που ταιριάζει καλύτερα στην πρωτοποριακή σύλληψή του: δεν υπάρχει τέλος (σκοπός), τα βιβλία είναι άπειρα, η Γνώση απροσπέλαστη.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ συναντήθηκαν τυχαία μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο έρημο παρισινό βουλεβάρτο. Ένα ασήμαντο γεγονός, το ότι και οι δύο έχουν γράψει τα ονόματά τους στο εσωτερικό του καπέλου τους, λειτουργεί σαν σημείο αναγνώρισης. Όλως τυχαίως είναι συνομήλικοι, 47 χρονών, και κάνουν την ίδια δουλειά: είναι αντιγραφείς. Ενώ ασχολούνται, δηλαδή, με τη γραφή, με τις λέξεις, η σχέση τους μ' αυτές είναι νεκρή ‒ περιορίζεται στη μηχανική αναπαραγωγή εγγράφων. Γρήγορα γίνονται φίλοι, περνούν μαζί όλο τον ελεύθερο χρόνο τους με ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις. Ώσπου μια απρόσμενη κληρονομιά επιτρέπει τη ριζική αλλαγή που και οι δύο επιθυμούσαν, να ζήσουν μαζί στην εξοχή.

Καινοτόμο από κάθε πλευρά, αιρετικό, ειρωνικό, ευφυές, κωμικό, το Μπουβάρ και Πεκυσέ «μιλάει» καλύτερα στην εποχή μας, τη χαοτική, εξειδικευμένη/κατακερματισμένη, techno-εγκυκλοπαιδική, παρά στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η ζωή τους στο αγρόκτημα που αγοράζουν είναι μια διαρκής περιπέτεια, γεμάτη καινούργιες γνώσεις, χαρές και απογοητεύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Φλωμπέρ, έχοντας ζήσει τις μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ταραχές/αλλαγές του 19ου αιώνα, αμφισβητεί ευθέως την «αισιοδοξία» των φιλοσόφων του Φώτων, την πίστη τους στην πρόοδο που θα εξασφαλίσει η γνώση. Αν ο Καντίντ και η παρέα του (από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Βολταίρου, 1761), μετά από απίθανες περιπέτειες από τη μια άκρη της γης στην άλλη, καταλήγουν ότι «πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας» για να μπορούμε να απολαμβάνουμε «ζαχαρωτά, κυδώνια και φιστίκια», ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ ξεκινούν αντίστροφα. Η νέα ζωή τους αρχίζει καλλιεργώντας τον κήπο και το κτήμα τους. Αποτυγχάνουν, αλλά μικρό το κακό, αφού, ασχολούμενοι με την κηπουρική και τη γεωργία, οδηγούνται σε νέα πεδία γνώσης, τη χημεία, την ιατρική, την αστρονομία, την αρχαιολογία, την ιστορία, τη λογοτεχνία.

Ο ένας τομέας τους οδηγεί στον άλλο, ανοίγουν βιβλία, δοκιμάζουν εμπράκτως τις νέες γνώσεις, αποτυγχάνουν ξανά και ξανά, αλλά είναι τόσο γοητευμένοι από τη διαδικασία της ανακάλυψης, που αδιαφορούν για την «αντικειμενική» αποτυχία του αρχικού στόχου τους. «Ξάνοιγε ο νους τους». Και «διασκέδαζαν τρομερά». Μαζί.

Μόνο μετά την επανάσταση του 1848 η σχέση τους αλλάζει, απογοητεύονται από τις πολιτικές εξελίξεις, αναζητούν ταίρι (χωρίς επιτυχία), απελπίζονται από τον περιορισμένο ορίζοντα, την πονηριά και την εκμετάλλευση των γύρω τους και αποφασίζουν να ξαναγυρίσουν στην πρώτη τους δουλειά. Ναι, να αντιγράφουν, αλλά πλέον ό,τι τους κάνει κέφι.

Κανένα από τα κείμενα που έχω διαβάσει για το Μπουβάρ και Πεκυσέ δεν απαντά ικανοποιητικά στο τι είναι, ποιο είναι το θέμα αυτού του παράδοξου «μυθιστορήματος μαθητείας» (Bildungsroman) που δεν ξεκινά από την αρχή αλλά στο μέσον της ζωής των δύο πρωταγωνιστών.

Αν βάζαμε σήμερα υπότιτλο στο τελευταίο αριστούργημα του Φλωμπέρ, δεν θα ήταν αυτός που πρότεινε ο Γκι ντε Μοπασάν, Περί της απουσίας μεθόδου στη μελέτη των ανθρωπίνων γνώσεων. Και σίγουρα οι δύο άνδρες δεν είναι ηλίθιοι, ούτε το βιβλίο διαπραγματεύεται το ζήτημα της ανθρώπινης βλακείας (άλλωστε, κάποιας μορφής ευήθεια/αναπηρία πάει πακέτο με την πιο υψηλή ευφυΐα).

Οι ήρωες εξελίσσονται, μαθαίνουν, προσπαθούν να καταλάβουν, κατανοούν και επιχειρηματολογούν. «Η φιλοσοφία μεγάλωνε την αυτοεκτίμησή τους» και την απόσταση από τους ανίδεους γύρω τους. «Και τότε μια λυπηρή ιδιότητα αναπτύχθηκε στον νου τους: αυτή του να βλέπουν τη βλακεία και να μην μπορούν να την ανεχθούν. Ασήμαντα πράγματα τους κατέθλιβαν: οι διαφημίσεις στις εφημερίδες, το προφίλ ενός αστού, μια ηλίθια σκέψη που άκουγαν τυχαία».

Καινοτόμο από κάθε πλευρά, αιρετικό, ειρωνικό, ευφυές, κωμικό, το Μπουβάρ και Πεκυσέ «μιλάει» καλύτερα στην εποχή μας, τη χαοτική, εξειδικευμένη/κατακερματισμένη, techno-εγκυκλοπαιδική, παρά στα τέλη του 19ου αιώνα. Μεταξύ άλλων, για τη σημασία της φιλίας δύο ή περισσότερων ανθρώπων που συμπορεύονται επειδή συμπληρώνει ο ένας τον άλλον, επειδή αγαπούν τα ίδια πράγματα, επειδή το να μοιράζεσαι είναι αξία ανεξάντλητη.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Λονγκ Άιλαντ»του Κολμ Τομπίν: Μυστικά και ψέματα στην Ιρλανδία του '70

The Review / «Λονγκ Άιλαντ»: Ένα ακόμα συναρπαστικό βιβλίο από τον Κολμ Τομπίν;

Ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας γράφει ένα σίκουελ του μυθιστορήματός του «Μπρούκλιν», γνωστού και από την πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της «Καθημερινής», Σάκης Ιωαννίδης, συζητούν για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ