Από τις πρώτες του ποιητικές απόπειρες το 1971 έχουν περάσει πενήντα χρόνια. Ο ποιητής Χάρης Μεγαλυνός έκτοτε έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, όπου άλλοτε κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, άλλοτε τα υπαρξιακά θέματα με σουρεαλιστικές φαντασιώσεις, και άλλοτε η κοινωνική καταγγελία με σαρκαστική διάθεση. Ένα σύμπαν που μοιάζει να ταξιδεύει στον χρόνο με ελληνικούς όρους, σαν πίνακας του Ντε Κίρικο με αναφορές σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν και ένα λαβυρινθώδες παρόν.

 

Πολλοί αναγνωρίζουν την υπογραφή του από τις συνεργασίες του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Οδός Πανός, εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων» του επίσης ποιητή Γιώργου Χρονά και σε εκδόσεις στις οποίες συμμετείχε από το ξεκίνημά του ως μέλους μιας εκλεκτής παρέας, ενός πυρήνα τολμηρών νέων τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που οραματίζονταν μια Ελλάδα υψηλών προθέσεων. Μια αισθητική και λογοτεχνική περιπέτεια που επηρέασε τόσο εκείνον όσο και μια γενιά που την ακολούθησε.

 

Μέσα από τα γραπτά του εκφράστηκε για μια σειρά από θέματα τέχνης και ελληνικότητας που τον απασχολούσαν και εν τέλει τον καθόρισαν. Ελληνοκεντρικότητα και ομοερωτικός εστετισμός που ξεπερνάει τα στενά όρια της τρέχουσας πραγματικότητας, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι, όσο κι αν μοιάζει να μην ανήκει σε αυτήν. 

 

— Πόσο νωρίς βρεθήκατε σε λογοτεχνικές παρέες; 

Ήταν μέσα στη δικτατορία, γύρω στο ’71-’72, οπότε πρωτοεμφανίστηκα με την «Αντι-ανθολογία» του Ιατρόπουλου, που βγήκε το 1971. Και παρότι ανήκω στη γενιά του ’70, το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1980. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι το θέμα με τις γενιές εμφανίζεται για πρώτη φορά με τη γενιά του ’30: σε ένα σαλόνι μερικοί κύριοι φωτογραφίζονται σαν μετά από μια σύσκεψη επιτελών.

 

Κάποτε είχαμε τις σχολές. Η πρώτη και η δεύτερη Αθηναϊκή Σχολή, οι ρομαντικοί, οι δημοτικιστές με τον Παλαμά. Με τις γενιές μοιάζει σαν μια παρέα ανθρώπων να πρέπει να γράφει με έναν ορισμένο τρόπο. Είναι σαν να λέμε ότι οι καστανόχρωμοι γράφουν έτσι, οι κοντοί αλλιώς. Στη δική μου περίπτωση, όπως συνηθιζόταν τότε, είχε γίνει μια παρουσίαση-ανάγνωση νέων ποιητών στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, της Τζένης Μαστοράκη, εμού και του Νίκου Μοσχοβάκου.

 

Η «Αντι-ανθολογία» εκείνη είχε κάνει κάποια εντύπωση, όχι μόνο λόγω της λέξης «αντί» αλλά και γιατί ήταν μια ανθολόγηση ποιημάτων σε μορφή κολάζ, χωρίς τα ονόματα των ποιητών ή των έργων. Δηλαδή κάτι σαν εφημερίδα του τοίχου ή μπροσούρα. 

 

— Εσείς όμως ανήκατε στην παρέα του Γιώργου Χρονά, που αργότερα εξελίχθηκε στον κύκλο της Οδού Πανός. Αυτό, φαντάζομαι, σημαίνει ότι ήσασταν το αντίθετο των συνομηλίκων σας, καθόλου πολιτικοποιημένοι, όπως το απαιτούσε η εποχή. 

Πολιτικοποιημένοι, αλλά με διαφορετικό τρόπο θα έλεγα, με ένα μείγμα αναρχισμού και ιδιοπροσωπίας. Χωρίς να το γνωρίζουμε, αισθανόμασταν άστεγοι, έξω από περιοδικά και τάσεις της εποχής, χωρίς να έχουμε βγάλει ένα βιβλίο ακόμα. Με άλλα λόγια, μια Περιπατητική Σχολή με ανάμεικτα στοιχεία αλητείας και περιπλάνησης. 

 

Ήμασταν πολιτικοποιημένοι, αλλά με διαφορετικό τρόπο θα έλεγα ― με ένα μείγμα αναρχισμού και ιδιοπροσωπίας. Χωρίς να το γνωρίζουμε, αισθανόμασταν άστεγοι, έξω από περιοδικά και τάσεις της εποχής, χωρίς να έχουμε βγάλει ένα βιβλίο ακόμα. Με άλλα λόγια, μια Περιπατητική Σχολή με ανάμεικτα στοιχεία αλητείας και περιπλάνησης. 

 

— Αυτό δεν ξένιζε τους συνομηλίκους σας; 

Όταν είναι κανείς νέος, το μόνο που θέλει είναι να καταργήσει τους μεγαλύτερους, οι συνομήλικοι δεν τον ενδιαφέρουν. Θυμάμαι, με τον Χρονά, σε κάποια σαλόνια, ανάμεσα σε μεγαλύτερους, ισχυριζόμασταν ότι μας αρέσει η Τζένη Βάνου πιο πολύ απ’ τη Φαραντούρη, ας πούμε. Το πιστεύαμε ή το κάναμε από ισχυρογνωμοσύνη, για να ακουστούμε; 

 

ΠΕΝΗΝΤΑ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Χάρης Μεγαλυνός, Πενήντα, σελ. 96, εκδόσεις Ίκαρος

— Γιατί το κάνατε; Δεν ήταν αναγκαίο να ανήκεις σε αριστερά κινήματα για να σε υπολογίζουν; 

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αλλά και πιο πριν, η αριστερά, οι εκπρόσωποί της, ήταν ή εξόριστοι ή φυλακισμένοι. Ο Μάης του ’68,το κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ο χιπισμός, συνέβησαν, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν στην αρχή της δικτατορίας. Τα κινήματα, οι μόδες, όπως γνωρίζετε, έρχονται με μια καθυστέρηση στον τόπο μας. Η συναυλία των Rolling Stones έγινε μία εβδομάδα πριν γίνει η δικτατορία, το Γούντστοκ, που το είδαμε στο σινεμά, ήταν κάτι σαν την εξέγερση στην πλατεία Τιεν-Αν-Μεν στο Πεκίνο. 

 

— Φαντάζομαι, βέβαια, ότι ένα άλλο στοιχείο που αναπόφευκτα σας διαφοροποιούσε από την αριστερά ήταν η ομοφυλοφιλία ‒ ήταν συντηρητική σε αυτό το θέμα. 

Όχι μόνο συντηρητική, όπως σε όλες τις αγροτικές, κλειστές κοινωνίες, αλλά και κοροϊδευτική. Το «ομοφοβική» είναι πολύ commercial, πολύ soft έκφραση για να περιγράψει την κατάσταση. Όπως το βλέπω τώρα, ακόμα κι αυτός ο εστετισμός μου, η αισθητική ενατένιση του κόσμου, μπορεί να ήταν ένα καμουφλάζ, μια άμυνα. Συμπεριφορά παρτιζάνου περισσότερο, παρά μαχητή.

 

Ένας φίλος έχει πει ότι η ποίησή μου είναι κοινωνική χωρίς να υπάρχει στράτευση, χωρίς καν την κοινωνία. Ουτοπική; Ίσως. Δεν είναι τυχαίος, άλλωστε, ο τίτλος του πρώτου μου βιβλίου: «Στο δρόμο της χώρας», δηλαδή ένα βιβλίο πιο πολύ περιπλάνησης, διύλισης των πραγμάτων, κηρύγματος, με μπόλικα στοιχεία πολεμικής και μανιφέστου, παρά με κανονικά ποιήματα. 

 

— Αγαπούσατε, λοιπόν, πολύ τη Βάνου από αντίδραση;  

Έτσι όπως το θέτετε, η Βάνου είναι, νομίζω, ένα όριο, σηματοδοτούσε ήδη ένα παρελθόν. Το πέρασμα από την επαρχία στο άστυ. Τότε που η ύπαιθρος δεν ήταν σκέτη φυσιολατρία αλλά ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία της Αθήνας. Η ανόρθωση, η ελπίδα σε ένα καλύτερο, πιο αισιόδοξο μέλλον. Πόση διαφορά από το λαϊκό πάλκο με τη μικρή ορχήστρα! Ήταν σαν να άκουγες μια φωνή από διαμάντια σε μια μεγάλη σάλα. Κι όλα αυτά ραδιοφωνικά, δηλαδή μυσταγωγικά. 

 

— Στα στέκια της Πλάκας, όπου ακουγόταν το «νέο κύμα», πηγαίνατε; 

Πήγαινα. Η Αρλέτα ήταν κάτι σαν τη Φρανσουάζ Αρντί και τα τραγούδια της σαν τα λευκώματα όπου γράφαμε στίχους για τους συμμαθητές μας. Μουσική και τραγούδια σαν ημερολόγιο. 

 

— Τελικά, βιώσατε την εποχή σας ως νέος ή λόγω εστετισμού αρνηθήκατε να συγχρωτιστείτε με τους άλλους και βρεθήκατε απέναντί τους; 

Ως νέος ήμουν των γραμμάτων, μαθητής και σπουδαστής. Έγραφα κάθε μέρα. Σε μια γραφομηχανή δεύτερο χέρι που είχε η αδελφή μου, για να μάθει δακτυλογράφος. Ο καλύτερος τρόπος για να είσαι παράμερα. Μια μέρα, θυμάμαι, έσπασε ένα γράμμα στη γραφομηχανή, δεν επανερχόταν στη θέση του κι έτσι έπρεπε να το επαναφέρω με το δάχτυλο. Έγραψα ένα ποίημα γι’ αυτό. Μόλις θυμάμαι πια τους στίχους: «αυτό που το γράψιμο το καθημερινό καμπούριασε σαν τη ράχη της καμήλας». 

 

— Ως φοιτητής Νομικής, ήσασταν μέσα στα γεγονότα του 1973; 

Από χαρακτήρα, από φόβο; Δεν ήμουν. 

 

— Νιώθατε ενοχές που δεν ήσασταν; 

Ένας φίλος γαλλομαθής βρισκόταν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και μετέφραζε για τον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών τα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων. Κι εγώ γυρνούσα στον Κήπο του Μουσείου, όπου βρίσκονταν, μακριά απ’ τον περίβολο του Πολυτεχνείου, οι αστυνομικοί της κυβέρνησης Μαρκεζίνη. 

 

— Ίσως δεν είχε έρθει η ώρα της δικής σας ενηλικίωσης. Το δικό σας άλμα τόλμης αδιαμφισβήτητα αποτέλεσε το ΑΚΟΕ. Ήταν μεγάλο τόλμημα για την εποχή του. 

Πάντως, ήμουν παρών στην απόφαση της ιδρύσεώς του. Σε συζητήσεις, σε σπίτια. Με τον Βελισσαρόπουλο, τον Γιώργο Ράνο, τον συγγραφέα Λουκά Θεοδωρακόπουλο. Ήταν κάτι σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και τον Ζενέ. Λίγο πιο πριν είχε κυκλοφορήσει το «Ψυχή στον πάγο» του Έλντριτζ Κλίβερ, τα βιβλία του Μάλκολμ Χ, του Ντεμπόρ, του Αλτουσέρ, του Μαρκούζε, όλη η μαρξιστική ουτοπία της εποχής. Δεν ήταν λίγο. Αργότερα έγινε περισσότερο ήπιο, απολιτίκ και ακτιβιστικό. 

 

Η χρήση του ίντερνετ έχει κάνει την ποίηση ακόμα πιο δημοφιλή, καθώς είναι σύντομη και μπορείς να την καταλάβεις αμέσως. Νομίζω ότι επειδή οι άνθρωποι ζουν μόνοι τους, κλεισμένοι στο καβούκι τους, γράφουν πιο πολύ απ’ ό,τι γράφαμε εμείς και γράφουν εντελώς διαφορετικά. Πολλές φορές βλέπω ότι γράφουν πιο φιλοσοφικά και πιο εσωτερικά. Ταυτόχρονα, είναι πιο εγκεφαλικοί και πιο νοσηροί. 

 

— Ήταν και χρόνια που υπήρχε έντονη ερωτική ζωή υπογείως. 

Όχι μόνο υπογείως αλλά και υπεργείως. Ακόμα και την περίοδο της δικτατορίας, που υποτίθεται ότι υπήρχε αστυνομοκρατία, στο συγκεκριμένο θέμα υπήρχε πολύ μεγάλη, τρομακτική άνθηση. Δεν ξέρω αν οφειλόταν στα σχολεία, στη διαπαιδαγώγηση, στον διαχωρισμό σε αρρένων και θηλέων. 

 

— Υπήρχε μεγάλος περιορισμός όσον αφορά τη γυναικεία σεξουαλικότητα. 

Ακριβώς. Τα κορίτσια δεν έρχονταν σε επαφή με τ’ αγόρια, παρά μόνο στο φροντιστήριο ίσως, στα αγγλικά. Οπότε τα σχολεία ήταν ιδανικό περιβάλλον ώστε να αναπτυχθεί αυτή η ασύνειδη ομοφυλοφιλία, όπως στον στρατό. 

 

— Προέρχεστε από αστική οικογένεια; 

Μικροαστική. Από τη μεριά της μητέρας μου, οι θείοι μου ήταν μορφωμένοι. Ο πατέρας μου ήταν από τη Βόρειο Ήπειρο, από τους Αγίους Σαράντα, ήρθε εδώ μικρό παιδί, σχεδόν 12 χρονών, πριν από τον πόλεμο. Εγώ γεννήθηκα στον Πύργο, αλλά μεγάλωσα στην Αθήνα. Είμαι ουσιαστικά παιδί της εσωτερικής μετανάστευσης, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου επαρχιώτη, ούτε διατηρώ πολιτιστικές σχέσεις με τη γενέτειρα. Μεγάλωσα με τα αδέλφια μου στο ίδιο σπίτι, κοντά στην πλατεία Κυψέλης, όπου μένω ακόμα και σήμερα. 

 

— Όλη σας τη ζωή στο ίδιο διαμέρισμα; Τι να σημαίνει αυτό; 

Ίσως μια παιδικότητα. Όπως λένε στη θερμοκοιτίδα, στον «βάλτο» της οικογένειας, των προσφιλών προσώπων. 

 

— Σας γοήτευε η Ελλάδα εκείνης της εποχής περισσότερο από αυτήν στην οποία εξελίχθηκε; 

Σίγουρα ήταν μια Ελλάδα πολύ πιο μικρή από την άποψη της πληθυσμιακής ποικιλίας και πολύ πιο καθαρή. Η σημερινή Ελλάδα, η Αθήνα τουλάχιστον, έχει τη μορφή αποικιακής μητρόπολης. Σαν να ξυπνήσαμε ξαφνικά με αποικίες, εκεί που δεν είχαμε τίποτα. Τότε υπήρχε πολύ μεγάλη απόσταση από την επαρχία. Φτάνοντας εδώ ήταν σαν να εκπολιτιζόσουν, σαν να άφηνες πίσω σου τη γεωγραφία και να βρισκόσουν στον πολιτισμό, στην ιστορία. Η προφορά, η γλώσσα, το κλίμα, η διασκέδαση, τα πλήθη, όλα ήταν αλλιώτικα, ποιοτικά. Δεν είναι τυχαίο που η Αθήνα ήταν η ωραιότερη πόλη της Ελλάδας ήδη από την αρχαιότητα. 

 

— Τι νοσταλγείτε από εκείνα τα χρόνια; 

Την άνεση, το βιοτικό επίπεδο της τότε Αθήνας, που ήταν φανερό ακόμα και στις συνοικίες της εσωτερικής μετανάστευσης. 

 

— Μου περιγράφετε μια άλλη Ελλάδα από εκείνη που αποτυπώνεται στην τέχνη. Ας πούμε, τον ταπεινό και άγονο τόπο των ταινιών του Δαμιανού ή του Κούνδουρου, μια χώρα που οι γηγενείς εγκαταλείπουν, για να βρουν καλύτερες συνθήκες στα ξένα… 

Εξαρτάται από το έδαφος που θέλεις να καλλιεργήσεις, από τον μύθο που έχεις μπροστά στα μάτια σου. Το στείρο, το άγονο ή, αντιθέτως, την Αρκαδία, όλα τα κουβαλάμε μέσα μας. 

 

Χάρης Μεγαλυνός μπαρ
Νομίζω ότι επειδή οι άνθρωποι ζουν μόνοι τους, κλεισμένοι στο καβούκι τους, γράφουν πιο πολύ απ’ ό,τι γράφαμε εμείς και γράφουν εντελώς διαφορετικά. Πολλές φορές βλέπω ότι γράφουν πιο φιλοσοφικά και πιο εσωτερικά. Ταυτόχρονα, είναι πιο εγκεφαλικοί και πιο νοσηροί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Στα κείμενά σας διατηρείτε ένα ενδιαφέρον γλωσσικό ιδίωμα, παλιό. 

Είναι μια γλώσσα διαφοροποιημένη, με χαρακτήρα πότε λόγιο αλλά και με πολλή «αργκό», αν μου επιτραπεί αυτή η έκφραση, σίγουρα όχι με τρόπο και ύφος παλιακό, παρωχημένο. 

 

— Για να τιμήσετε ιστορικά τη γλώσσα; 

Υπάρχει μια ετερογένεια σκοπού και μέσων. Και είναι αυτό που δημιουργεί τελικά το ύφος, το στυλ. 

 

— Πού βρίσκεται σήμερα η ελληνική πραγματικότητα; 

Εκεί όπου βρίσκονται οι ζωντανοί άνθρωποι, οι δουλειές τους, οι αγάπες τους. Αν η ελληνική πραγματικότητα βρίσκεται ακόμα για πολλούς στην Τουρκοκρατία, είναι γιατί εμείς φέρουμε μέσα μας τέτοιους πατέρες. Η Ελλάδα, έχει πει ο Ροΐδης, είναι τόσο χτεσινή όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Κανένα μνημείο σύγχρονο, εκτός απ’ τα χάρβαλα της Πλάκας και του Ψυρρή. Σ’ αυτό έχει δίκιο ακόμα. Εγώ βλέπω γύρω μου έναν εθνικισμό που δεν δικαιολογείται από καμία Μεγάλη Ιδέα. Αν υπήρχε, όπως στην εποχή του Παλαμά, έχει καλώς. Αλλά τώρα; Μ’ έναν ετοιμοπαράδοτο εθνικισμό τύπου 300 του Λεωνίδα, μαζί με έναν μεταμοντέρνο εθνομηδενισμό, σαν να ξυπνήσαμε ένα ωραίο πρωί αποικιοκράτες και εκμεταλλευτές. 

 

— Ίσως είναι έκφραση της νέας εποχής. 

Θα είμαστε ένα κράμα εδώ, όπως λέει και ο Καβάφης. Ακμή ή παρακμή; Ποιος ξέρει; 

 

— Όταν ανακαλύπτατε την ποίηση, θυμάστε κάτι που σας σόκαρε; 

Τον Ρεμπό, όπως τον διάβασα από τις μεταφράσεις της Εύας Μυλωνά, που τον μετέφρασε πριν από τον Ασλάνογλου. Επηρεάστηκα πάρα πολύ, πολλοί είπαν ότι είμαι ένας ρεμποτικός ποιητής. Μην ξεχνάμε ότι είναι και η μετάβαση από τη συμβολική ποίηση στη μοντέρνα, στον υπερρεαλισμό και στον ντανταϊσμό. 

 

— Τι άλλο άσκησε μεγάλη επιρροή στις επιλογές σας; 

Πάντα προτιμούσα τους ξένους συγγραφείς, και όχι από σνομπισμό. Νιώθω μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ρίλκε, τα μυθιστορήματα του Προυστ και τους Γάλλους ποιητές, παρά με την ελληνική λογοτεχνία. Αλλά και με την αμερικανική λογοτεχνία ‒ οι μπιτ ήταν μεγάλη μου επίδραση. Ο Έζρα Πάουντ, που εγώ τον θεωρώ μπιτ. 

 

— Ενώ δεν είναι. 

Ο Έζρα Πάουντ, στα τριάντα του χρόνια, πίστευε πως ό,τι ήταν να μάθει για την ποίηση το είχε μάθει. Μετά από αυτό πίστεψε ότι ήταν κοσμοδιορθωτής, κάτι σαν τον Δάντη, που αρνήθηκε τη Φλωρεντία γιατί τον κυνήγησε. 

 

Χάρης Μεγαλυνός ποιητής
Πάντα προτιμούσα τους ξένους συγγραφείς, και όχι από σνομπισμό. Νιώθω μεγαλύτερη συγγένεια με τις «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ρίλκε, τα μυθιστορήματα του Προυστ και τους Γάλλους ποιητές, παρά με την ελληνική λογοτεχνία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Υπηρέτησε τον ιταλικό φασισμό. 

Εντάξει. Είναι και το ένα και το άλλο κοινωνική διάσταση. Δεν μπορούμε να πούμε ότι μόνο η αριστερά έχει κοινωνική διάσταση και ο φασισμός δεν έχει. Ξεκίνησαν σαν λαϊκό κίνημα και τα δύο. Ο φασισμός μάλιστα προηγείται. Μπορείς να πεις ότι έχουν λαϊκή βάση. Ο Μαρινέτι ήταν φασίστας στο τέλος της ζωής του. 

 

— Προσπάθησε να πείσει τον Καβάφη ότι ήταν κι εκείνος φουτουριστής. 

Ναι, όπως ήταν και ο Μαγιακόφσκι. Ήταν πολύ μεγάλα ρεύματα, ιδίως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

 

— Η συλλογή σας «Κοσμικό πάθος» αποτελείται από ερωτικά ποιήματα. Θεωρείτε ότι ανήκετε στη συνέχεια της παράδοσης των Λαπαθιώτη, Χριστιανόπουλου και Ασλάνογλου ή των πεζών του Ταχτσή και του Ιωάννου; 

Το «Κοσμικό πάθος» είναι η πιο αγαπημένη μου και καθαρά προσωπική συλλογή, που δεν είχε την αναμενόμενη αποδοχή. Όσον αφορά την ποίηση, δεν έχουμε τόσο μεγάλη παράδοση. Ο Λαπαθιώτης είναι ξεκάθαρος και ο Χριστιανόπουλος σε μορφή προσωπικής μαρτυρίας. 

 

— Η ποίηση για εσάς είναι παιχνίδι με τις λέξεις ή πολιτική πράξη; 

Πολιτική πράξη γίνεται μετά, όταν την ανακαλύπτουν οι άλλοι, εσύ δεν έχεις τέτοια πρόθεση. Έλεγα πάντα ότι ο ποιητής μετασχηματίζει σε λέξεις τα αισθήματα και τα πάθη του με τέτοιο τρόπο, ώστε να απελευθερώνεται από αυτά και να αυτονομείται το έργο του από το ερέθισμα που το προκάλεσε. 

 

— Η ποίηση, ακόμα και όταν δεν είναι εξαιρετική, δεν μπορεί παρά να εκφράζει την εποχή και τις αγωνίες της. Ένα ποίημα μπορεί να καθρεφτίζει απόλυτα την εποχή. 

Βεβαίως. 

 

— Από τη στιγμή που εκδίδεται, το έργο σας σάς δημιουργεί μια ευθύνη απέναντι ή είναι καθαρά προσωπική σας υπόθεση; 

Γίνεται χαρακτηριστικό της ταυτότητάς σου, μιας ταυτότητας με την ευρύτερη έννοια, της ψυχολογικής, της διανοητικής και της συναισθηματικής. Δεν είναι κάτι που έρχεται και παρέρχεται. Ακόμα και σε περιόδους που δεν γράφεις, που δεν βρίσκεσαι σε δημιουργική τροχιά, υπάρχει ως στοιχείο της ταυτότητάς σου, ένα στοιχείο του κόσμου του. Η ποίηση άλλο τίποτα δεν είναι παρά μια ανθρώπινη απαίτηση για αγάπη.

 

— Αλλά πείτε μου, γράφοντας ποίηση νιώθετε ένα είδος ευθύνης; 

Δεν μπορώ να καθορίσω εγώ τι θα καταλάβει ο αναγνώστης και τι θα αξιολογήσει. Πόσο μπορεί να επηρεάσει τον δημόσιο λόγο ή και την ίδια την εξέλιξη και την ουσία της ποίησης. Γιατί η ποίηση αλλάζει και μετεξελίσσεται μέσα από τους ανθρώπους. Μέσα από τα βιβλία δεν είναι κάτι αφηρημένο και γενικό. Τώρα, όσον αφορά την ευθύνη, δεν μπορώ να το καταλάβω απόλυτα. Μπορώ να έρθω στη θέση εκείνου που γράφει, ως προς το τι αντίκτυπο θα έχει, αλλά με την έννοια της ευθύνης δεν μπορώ να συμφωνήσω, αν είναι κάποιος υπεύθυνος γι’ αυτό που γράφει ή όχι. 

 

— Κι όμως, ειδικά στη συλλογή σας «Πενήντα» γράφετε καταγγελτικά, περιέχονται αιτήματα κοινωνικά. Σας ερεθίζει η ηθική πλευρά της ποίησης; 

Το «Πενήντα» δεν είναι ένα συμπαγές βιβλίο. Το περιεχόμενό του είναι ποιήματα αυτόνομα. Ελπίζω να είναι πιο μεστά και κατασταλαγμένα, με λιγότερες εκρήξεις. Εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Ίκαρος και την Κατερίνα Καρύδη, που για δεύτερη φορά, με τον «Δρόμο της Χώρας», με εμπιστεύτηκε και αγκάλιασε το έργο μου με αγάπη και ανυπόκριτη φιλία. 

 

— Πάντως, τα ποιήματά σας δείχνουν οργή, προσομοιάζουν σε εκρήξεις. 

Είναι ένα κράμα συντηρητισμού και επαναστατικότητας. 

 

— Αναρωτηθήκατε ποτέ αν η διαδικασία της συγγραφής είναι μια απόπειρα να συντονιστείτε με τους αόρατους παλμούς των ανθρώπων; 

Είναι μια πραγματικότητα η ποίηση, που απορρέει από την κοινωνική πραγματικότητα των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα αυτονομείται από αυτήν, γιατί είναι μια συμπυκνωμένη αίσθηση της ζωής του ποιητή χωρίς το εγώ του, δηλαδή το ποιητικό εγώ δεν ταυτίζεται με το εγώ του ποιητή, είτε γράφει στο πρώτο είτε στο τρίτο πρόσωπο. 

 

— Πώς βλέπετε τις τάσεις της σημερινής εποχής; Η νέα γενιά Ελλήνων δεν μοιάζει να συγκινείται από εθνικές ταυτότητες. 

Πιστεύω στη διεθνή θέση της χώρας, αλλά πάντα με την παρουσία της ελληνικής γλώσσας. Αυτό είναι το σημαντικό και το οποίο δεν πρέπει να χάσουμε, η πνευματική παράδοση, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, είτε τη μεσαιωνική ελληνική γλώσσα είτε την αρχαιοελληνική παράδοση. Πιστεύω ότι στη Δύση υπάρχει πολύ μεγάλη πνευματική παρακμή σε όλα τα επίπεδα. Γενικότερα, βλέπω μια συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. 

 

— Συμφωνείτε με όλα όσα πρεσβεύει το σύγχρονο ΛΟΑΤΚΙ κίνημα σε ό,τι αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του φύλου; 

Είναι μια εντελώς νέα αντίληψη της ομοφυλοφιλίας, σε σημείο που δεν έχει σχέση με αυτήν. 

 

— Διεκδικούν απολύτως ισότιμη αντιμετώπιση, συμπεριλαμβάνοντας όλο και περισσότερες μειονότητες. Μήπως, λόγω γενιάς, έχουν παγιωθεί μέσα σας πιο συντηρητικές απόψεις;

Ίσως. Πάντως, είμαι υπέρ του γάμου ατόμων του ίδιου φύλου και είναι κάτι που θα γίνει. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε. Αλλά η έννοια του έμφυλου και του άφυλου είναι σημαντική για τη γενιά μου. Η ρευστότητα του φύλου είναι κάτι άλλο. 

 

— Θα εξακολουθήσει η ποίηση να αποτελεί δημιουργική έκφραση στον καιρό του ιντερνέτ; 

Όλοι γράφουν στα σόσιαλ και υπάρχει μεγάλη τάση προς την ποίηση, παρά προς την πρόζα. Η χρήση του ίντερνετ έχει κάνει την ποίηση ακόμα πιο δημοφιλή, καθώς είναι σύντομη και μπορείς να την καταλάβεις αμέσως. Νομίζω ότι επειδή οι άνθρωποι ζουν μόνοι τους, κλεισμένοι στο καβούκι τους, γράφουν πιο πολύ απ’ ό,τι γράφαμε εμείς και γράφουν εντελώς διαφορετικά. Πολλές φορές βλέπω ότι γράφουν πιο φιλοσοφικά και πιο εσωτερικά.

 

Ταυτόχρονα, είναι πιο εγκεφαλικοί και πιο νοσηροί. Δεν ξέρω αν πρόκειται για νοσηρότητα της εποχής ή προέρχεται από τις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων σήμερα ‒ η μοναξιά και η απομόνωση από τους στενά συνδεδεμένους μεταξύ τους ανθρώπους. Η ατομική ικανοποίηση έχει φέρει μεγαλύτερο ατομικισμό, που είναι σε πλήρη σύγκρουση με το κοινωνικό στοιχείο. Θυμίζει περισσότερο την ποίηση του Μεσοπολέμου, παρά εκείνη της γενιάς του ’70 και του ’80, που ήταν πιο κοινωνική. Μια ποίηση ψυχολογικής κρίσης, θα έλεγα, όχι κοινωνικής. 

 

— Και ο ελληνικός κόσμος; 

Είναι πολύ ευρύτερος από τον γεωγραφικό χώρο. Το πιο αναγνωρίσιμο που μπορείς να πεις είναι ότι η Ελλάδα, πέρα από τον χώρο, είναι περισσότερο μια ιδέα. Μια ιδέα της Δύσης για τον πολιτισμό. Ταυτόχρονα, έχει μετουσιωθεί σε έργα και διαρκή πολιτισμό, από τον ρομαντισμό μέχρι τον μεταμοντερνισμό. Η Ελλάδα αναφέρεται παντού. Είναι μια συνέχεια, δεν υπάρχει ρήξη. Υπάρχουν μεταβολές στη φαινομενολογία των πραγμάτων, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Είτε είναι η λόγια γλώσσα, είτε η δημοτική, είτε η αφηρημένη, διατηρεί στοιχεία ελληνικότητας. Δεν εννοώ με την έννοια των εθίμων και της παράδοσης αλλά με την έννοια της παγκοσμιότητας της ελληνικής γλώσσας.

 

Νομίζω ότι τα επόμενα χρόνια η ελληνική γλώσσα θα πάρει μεγαλύτερη αξία από αυτήν που νομίζουμε ότι έχει, όταν ακόμα και η γλώσσα των κομπιούτερ χρησιμοποιεί σχεδόν την αρχαιοελληνική γλώσσα και τους συσχετισμούς νοήματος και σημαίνοντος, πράγμα ενθαρρυντικό για το μέλλον τόσο της γλώσσας μας όσο και γενικότερα αυτού που λέμε «Ελλάδα».

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Ο Χάρης Μεγαλυνός έχει εκδώσει τα ποιητικά βιβλία «Στο δρόμο της χώρας» (Άκμων, 1980), «Το μήλον της έριδος» (Οδός Πανός, 1983), «Κοσμικόν πάθος» (Οδός Πανός, 1992), «Καλοκαίρια και ενιαυτοί» (Οδός Πανός, 2002), «Πενήντα» (Ίκαρος, 2018)