«Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του punk ήχου: κιθάρα, μπάσο, ντραμς. Μια ηλεκτρική, παραμορφωμένη κιθάρα εξαπολύει τα ακόρντα στο Γαλαξία του Ροκ, ένα ρυθμικό μπάσο που επαναλαμβάνει τα χτυπήματα, κυρίως στην τονική νότα του αντίστοιχου ακόρντου, και ένας δυνατός, πλούσιος ήχος από τύμπανα που "κόβει" το τραγούδι και "γεμίζει" συμπληρώνοντας με πρωτόγονο beat τη σύνθεση. Σόλα στην κιθάρα συνήθως και κατά κανόνα δεν υπάρχουν, εκτός από μερικά βοηθητικά "περάσματα". Η όποια επίδειξη της όποιας δεξιοτεχνίας σχεδόν απαγορεύεται». Από μουσικής άποψης, το πανκ ήταν αυτό το λυσσαλέο «πριόνισμα» της ηλεκτρικής κιθάρας, πρωτόγονο και επιθετικό, που έβγαζε μια πρωτοφανή ένταση. Εκτός από μουσική, το πανκ ήταν μια αντίδραση «στην κοινωνία της αποξένωσης, στη φτώχεια, στη μιζέρια και στον κοινωνικό εξαναγκασμό -γκράφιτι, προκλητικό ντύσιμο, παραμάνες, ιερόσυλες εικόνες στα μπλουζάκια, πέτσινα μπουφάν, λατρεία του δρόμου. Μια οργή ενάντια στην κατασταλτική δομή της κοινωνίας. "Υπάρχουμε και θέλουμε να ζήσουμε με τους δικούς μας νόμους", είναι το κύριο σύνθημα». Στις σελίδες του «Punk - Η Ιστορία μιας Επανάστασης» παρουσιάζεται η πορεία των κυριότερων συγκροτημάτων του κινήματος σε Αγγλία και Αμερική, με ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τους σημαντικότερους αντιπροσώπους του: Stooges, Ramones, Sex Pistols, Clash, Damned, Buzzcocks, Jam, Crass, φτάνοντας μέχρι τους Sonic Youth, Black Flag και Butthole Surfers. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα κεφάλαιο για το πανκ στην Ελλάδα. Καλοστημένο και πιστό στην πανκ αισθητική το βιβλίο του Δημήτρη Λάσκαρι είναι ένας καλός τρόπος για να γνωρίσει κάποιος πιτσιρικάς τον ήχο και την ιδεολογία του κινήματος που σημάδεψε όσο κανένα άλλο την ιστορία του ροκ το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα.

Το δεύτερο βιβλίο για το είδος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι εντυπωσιακό, με χρήσιμες λίστες, εξαιρετικό φωτογραφικό υλικό, μαρτυρίες, τις πρώτες συνεντεύξεις θρυλικών ονομάτων όπως οι Sex Pistols και κείμενα με την εγγύηση του Mojo. Το υλικό -φωτογραφικό και μαρτυρίες- για την αγγλική σκηνή είναι πλούσιο και αρκετά πλήρες και, παρ' όλο που περιορίζεται στα περισσότερο γνωστά ονόματα, καταγράφει με συναρπαστικό τρόπο μια ολόκληρη εποχή. Τα αμερικάνικα γκρουπ περιορίζονται στα ελάχιστα. Υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις, αλλά προφανώς η έκδοση είχε σκοπό να δώσει έμφαση στην αγγλική σκηνή, όπου το κίνημα πήρε περισσότερο κοινωνικές διαστάσεις και συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλο με το Λονδίνο στο τέλος των 70s. Οι φωτογραφίες της Kate Simon και του Godlis παγώνουν στην ιστορία συγκλονιστικά στιγμιότυπα και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Υπάρχει αναφορά σε πιο πρόσφατα ονόματα, όπως οι Green Day και φτάνει μέχρι το θάνατο του Joe Strummer το 2002. Προλογίζει η Deborah Harry και ο Malcolm McLaren γράφει τον επίλογο.

Το κείμενο που ανοίγει το αφιέρωμα με τη μαρτυρία του Nick Kent -του ροκ δημοσιογράφου που ανακαλεί στη μνήμη του όλα αυτά που συνέβαιναν πριν από 3 δεκαετίες- είναι συναρπαστικό: «Μη μου μιλάτε για το punk, αλήτες. Ήμουν εκεί, στα οδοφράγματα, φωνάζοντας σε όλους ότι το punk ήταν άμεσο, λαμπερό, λευκό μέλλον της νεανικής μουσικής κουλτούρας, όταν ο Joe Strummer ήταν ακόμη ένας folk τραγουδιστής που φορούσε τζιν και λεγόταν Woody, ο McLaren ένας rock'n'roll αναβιωτής και έμπορος ανδρικών ειδών, και ο John Lydon ένας μακρυμάλλης έφηβος που πουλούσε LSD σε συναυλίες των Hawkwind»... Πολύ πιο ενδιαφέρουσες είναι οι μαρτυρίες γνωστών δημοσιογράφων της εποχής, διοργανωτών, των ίδιων των μουσικών με αφορισμούς, όπως τον ακόλουθο από τον Captain Sensible, μπασίστα των Damned: «Η Siouxie ήταν εντελώς άσχετη. Δεν επέτρεπε ούτε καν να πλησιάσουν τη σκηνή. Δεν ήταν παρά ένα παιδάκι με μπόλικα φράγκα, από μια καλοστεκούμενη οικογένεια. Ήταν το μοναδικό άτομο που ήξερα που μπορούσε να ξοδέψει 200 λίρες για να αγοράσει σαδομαζοχιστικά συνολάκια από το μαγαζί του Malcolm». Οι ιστορίες των Clash, των Sex Pistols, της Patti Smith, του Johnny Thunders και των New York Dolls, των Ramones, της Siouxsie, των Television και των Generation X, των Buzzcocks, των Stranglers, των Damned και των Black Flag, των Green Day είναι ενδιαφέρουσες, με αρχειακό υλικό και επιλογές από singles, album, συναυλίες, φανζίν όπως το Sniffin' Glue και επιλογή από αφίσες. Μπορεί να μην είναι το πλήρες βιβλίο που έχει βγει ποτέ για το punk, είναι ωστόσο μια έγκυρη καταγραφή αναμνήσεων. Σε όσους έχουν παρακολουθήσει το είδος στην εποχή του, λειτουργεί σαν λεύκωμα που κλείνει μέσα του μια ολόκληρη εποχή.

Στο σημείωμα που κλείνει το βιβλίο, ο Malcolm McLaren -ο άνθρωπος που μπορεί να καυχηθεί ότι ενορχήστρωσε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του κινήματος και ωφελήθηκε όσο λίγοι από αυτό- γράφει: «Τα μανιφέστα γράφονται πάντοτε μετά το γεγονός. Κοιτώντας πίσω, το μανιφέστο του punk είναι ότι επέτρεψε στον καθένα να αποτύχει φαντασμαγορικά. Η μουσική, η μόδα, το ίδιο το κίνημα ήταν μια τεράστια καλλιτεχνική δήλωση που γεννήθηκε μέσα από τη ζωή και τις εμπειρίες μου στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αυτή η νέα μόδα, αυτός ο νέος τρόπος σκέψης, χρειαζόταν τη δική του μουσική ταυτότητα για να ζωντανέψει, και από το πλήθος ξεχώρισαν τέσσερα άτομα. Παίρνοντας το όνομα εν μέρει από το μαγαζί μου, το "SEX", πρόσθεσα στη συνέχεια τη λέξη "PISTOLS". Αναζητούσα κάτι με σεξουαλικά υπονοούμενα, ένα όνομα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν αναφορά. Και ιδού ένα συγκρότημα, οι Sex Pistols, που θα γκρέμιζε -όπως και έκανε- όλα αυτά που δεν μας άρεσαν, και στην περίπτωσή μας αυτό σήμαινε τα πάντα. Φυσικά ήταν πολύ άγριο φαινόμενο για να χαλιναγωγηθεί, και μόλις βγήκε στο προσκήνιο επεκτάθηκε στο κατασκότεινο Soho, ύστερα στα κλαμπ και, τέλος, σε κάθε σχολή Καλών Τεχνών της χώρας. Ξεκινώντας από ένα μικρό κατάστημα στην King's Road, είχαμε δημιουργήσει τους δικούς μας κώδικες για τη ζωή, τους δικούς μας νόμους, τη δική μας ταυτότητα. Με άλλα λόγια, είχαμε δημιουργήσει μια εναλλακτική κοινωνία»...