Τα αθόρυβα άλματα της Αγγελικής Παπούλια Facebook Twitter

Τα αθόρυβα άλματα της Αγγελικής Παπούλια

0

Το κορίτσι με το μακρύ κίτρινο φόρεμα ανέβαινε στο τραπέζι και με υψωμένο το ποτήρι έκανε μια πρόποση λέγοντας: «Θέλω να πιω για τα χαμόγελα των αγοριών που πουλάνε χαρτομάντιλα, για μένα και για όλες τις θλιμμένες πριγκίπισσες»…

Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτες, υπήρχαν θεατές που έκλαιγαν φανερά ή έμεναν ακίνητοι με σκυμμένο κεφάλι. Η νεαρή ηθοποιός ήταν η Αγγελική Παπούλια, η παράσταση ήταν ο «Εθνικός Ύμνος» του Μιχαήλ Μαρμαρινού και από αυτήν τη μαγική θεατρική εικόνα μάς χωρίζουν είκοσι και κάτι χρόνια.

Σε αυτά που μεσολάβησαν, κάθε φορά που πήγαινε στο Βερολίνο προσπαθούσε να βρει σπίτι κοντά στη Φολκσμπίνε, για να μπορεί να πηγαίνει μόνη της, με τα πόδια, να δει παραστάσεις, ακόμα και χωρίς υπέρτιτλους, χωρίς να καταλαβαίνει κάποιες φορές, που ακόμα και σήμερα θυμάται ότι «έσταζαν μαγεία».

Ο άνθρωπος που οργάνωσε αυτό το υποδειγματικά πρωτοποριακό θέατρο της Ευρώπης, ο ιστορικός διευθυντής της Φολκσμπίνε για 25 χρόνια, ο Φρανκ Κάστορφ, θα τη σκηνοθετήσει μαζί με άλλες τέσσερις ηθοποιούς στον ρόλο της Μήδειας, στην παράσταση που θα ανέβει στην Επίδαυρο στις 21 και 22 Ιουλίου. Λίγες ώρες πριν από τη συζήτησή μας στη συνέντευξη Τύπου για τη «Μήδεια», μίλησε για το ρίσκο που παίρνει ο Γερμανός σκηνοθέτης με αυτή την τολμηρή ανάγνωση. 

— Σας άκουσα πριν από λίγο και τις πέντε γυναίκες που υποδύεστε τη Μήδεια και αναρωτιέμαι αν εμείς θα δούμε το πρόσωπό της μέσα από έναν αντικατοπτρισμό, από μια όψη της που θα δώσει καθεμιά από εσάς.
Νομίζω ότι ο Κάστορφ θέλει από καθεμιά από εμάς να φωτίσει μια άλλη οπτική, μια άλλη ποιότητα, μια άλλη άποψη, να εμφανίσει εκφάνσεις και αποχρώσεις σε σχέση με το τι μπορεί η καθεμιά να προσφέρει σε αυτό το υλικό. Αυτό έχω καταλάβει χωρίς να έχει λεχθεί, έτσι νομίζω.

Νομίζω το να μαθαίνεις συνέχεια σε κρατάει ζωντανό, μαθαίνουμε διαρκώς και έχουμε και μια ευθύνη στο τι δείχνουμε. Αυτό με απασχολεί πολύ, τι δείχνω και τι αντιπροσωπεύω, ποιους επηρεάζω και σε ποια κατεύθυνση. Δεν είναι ένα όπλο μου να διαλέγω χαρακτήρες, δεν είναι η δική μου δύναμη να διαλέγω ρόλους που προάγουν γυναικείους χαρακτήρες και πρότυπα και δεν αναπαράγουν μοντέλα από τα οποία έχουμε υποφέρει όλοι;

— Όταν συναντηθήκατε για πρώτη φορά δεν μιλήσατε για τη «Μήδεια»;
Δεν μιλήσαμε καθόλου για τη «Μήδεια». Μιλήσαμε για το θέατρο. Για την «Άλκηστη» που σκηνοθετήσαμε με τον Χρήστο Πασσαλή στη Λουκέρνη, για τον χρόνο των νεκρών και των ζωντανών, με ρώτησε τι μου αρέσει να κάνω στο θέατρο, πώς το αντιλαμβάνομαι, για το θέατρο σαν μια σύνθεση που δεν αφορά μόνο τον λόγο, για τη «Θεία Κωμωδία», για τον Αρτό.

Αυτό που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι το έργο του εδράζεται σε έναν πελώριο κόσμο διαβασμάτων. Δηλαδή, αρχίζει να μιλάει για τον Ντοστογιέφσκι, τον Στρίνμπεργκ, τον Ρεμπό, τα συνδέει εκεί μπροστά σου, ζωντανά, σε μια στιγμή, και αυτό μου φαίνεται φοβερό, να ακολουθείς τη σκέψη του και να τη βλέπεις να ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Είναι κάτι καταπληκτικό, μάθημα θεάτρου.

Αγγελική Παπούλια Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Εσύ νιώθεις συγγένεια με αυτό τον τρόπο εργασίας;
Κατά κάποιον τρόπο πάντα ήθελα να καταλάβω αυτού του είδους το θέατρο, τι σημαίνει σύνθεση, πώς ανοίγεις ένα έργο πολύ με διαφορετικά κείμενα που προσπαθείς να προσεγγίσεις, πώς κάνεις μια ανοιχτή ανάγνωση και δημιουργείς έναν νοητικό και θεατρικό χώρο και εκεί μέσα μπορείς να υπάρχεις. Και πώς θα βγάλεις τη δική σου ποιότητα σε σχέση με το πρόσωπο της Μήδειας ή τη συνθήκη ή τη στιγμή. Λοιπόν, θυμήθηκα και κάτι άλλο που με ρώτησε ο Κάστορφ. Υπό ποιες συνθήκες θα σκότωνα έναν σκηνοθέτη ή έναν ηθοποιό.

— Θα σκότωνες;
Έχω βρεθεί και στις δυο πλευρές. Όταν αρχίσαμε να κάνουμε με τους Blitz σκηνοθεσίες και ήμασταν συνυπεύθυνοι, άλλαξε και η θέση μου. Κατάλαβα ότι είναι τρομερά δύσκολο να καλείς τους άλλους σε κάτι δικό σου χωρίς να τους παραβιάζεις. Επίσης, αργότερα, κατάλαβα πόσο επίπονο είναι να βλέπεις μια παράσταση δική σου στην οποία δεν παίζεις, άρα δεν μπορείς, όπως πιστεύεις, να τη σώσεις κάπως. Θέλει ένα νευρικό σύστημα τρομερό να είσαι σκηνοθέτης, είναι και μια άσκηση υπομονής.

Όταν είσαι μόνο ηθοποιός, είσαι το παιδί και ο άλλος είναι ο πατέρας ή η μητέρα που δεν τα κάνει καλά τα πράγματα και είσαι διαρκώς θυμωμένο. Αλλάζοντας θέση, θα δεις πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς τους ανθρώπους, να τους ενώσεις και να τους εμπνεύσεις. Χωρίς την πατριαρχία που έχεις υποστεί.

Οπότε του απάντησα ότι δεν θα έπαιρνα το τσεκούρι να σκοτώσω ούτε τη μια πλευρά ούτε την άλλη. Νομίζω, εμμέσως, ήταν η μόνη ερώτηση για τη «Μήδεια». 

— Πάμε πίσω, στο κορίτσι του «Εθνικού Ύμνου», που θα μπορούσε ίσως να έχει σκοτώσει έναν σκηνοθέτη, αφού τον είχε πρώτα θαυμάσει, και στην πρώτη σου θεατρική εμπειρία, που καθόρισε, νομίζω, τη μετέπειτα πορεία σου. 
Ήταν η πρώτη μου δουλειά, δεν είχα συναίσθηση όλου αυτού του πράγματος και είναι βέβαιο ότι με καθόρισε. Για τον «Εθνικό Ύμνο» δουλέψαμε ενάμιση χρόνο, μπήκα σε ένα είδος συνεργασίας και δουλειάς που μου άρεσε πολύ, ήταν η πρώτη μου επαφή με τέτοιου είδους θέατρο, ήταν πολύ ομαδικό και μας ενέπλεκε όλους, μας ένοιαζαν τα πάντα, όχι μόνο το κείμενο. Πηγαίναμε στο θέατρο στις πέντε το απόγευμα, κάναμε πρόβα, ετοιμάζαμε τα τραπέζια, κάναμε παράσταση και μετά μέναμε για παρατηρήσεις μέχρι τις δυο το πρωί. Ήμουν πολύ καιρό με κλεισμένη φωνή, με τρομερή κούραση, σε μια συνθήκη που δεν αναπολώ, αλλά ήταν ένα σοβαρό μάθημα θεάτρου.

Σχολείο Γυναικών Facebook Twitter
Στο «Σχολείο Γυναικών».
Blitz Facebook Twitter
Mε τους Blitz ταξιδέψαμε με όλες τις παραστάσεις μας, περισσότερο με το «Late Night», από το 2012 στη Στέγη μέχρι το 2019 στη Λιθουανία που κάναμε την τελευταία παράσταση.

— Και συνέχισες με το επόμενο «μάθημα», στο «Σχολείο Γυναικών» με τον Λευτέρη Βογιατζή. Τι θυμάσαι από αυτό;
Λοιπόν, θυμάμαι ακόμα να προσπαθώ ατέλειωτες ώρες όχι για να μάθω το κείμενο, αλλά για να κάνω αυτούς τους ψυχικούς τονισμούς που σου έδινε ο Λευτέρης, να σπάσουμε την ομοιοκαταληξία και να τους κάνω δικούς μου.

Καθόμουνα ώρες σε αυτήν τη μικρή αυλή, πίσω, που δεν την είχαν ανακαινίσει, και έλεγα αυτά τα κείμενα του Μολιέρου με άπειρους τονισμούς και προσπαθούσα να οικειοποιηθώ κάτι, να γίνει δικό μου. Δεν ήθελα να πω μόνο την παρτιτούρα −που δεν μπορούσα να την πω και καλά−, έπρεπε να κάνω φοβερή προσπάθεια.

— Είναι θέμα μεθόδου δηλαδή; Αν κάνεις κάτι εκατό φορές, θα το κάνεις διαφορετικά;
Ναι, βέβαια, θυμάμαι είχα ένα μπαλάκι και έκανα και με αυτό εξάσκηση και τότε άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου αυτό που λες, αν κάνεις κάτι εκατό φορές ή αν πεις τα λόγια εκατό φορές, θα είναι κάτι άλλο από αυτό που νομίζεις ότι είναι όταν τα διαβάσεις για πρώτη φορά ή όταν τα έχεις πει πέντε φορές.  

— Οπότε, ξεκινάς την επαγγελματική σου ζωή με δυο μεγάλες θεατρικές εμπειρίες, με προσεγγίσεις θεάτρου εντελώς διαφορετικές, δύσκολες, αποφασίζεις να φύγεις από ένα περιβάλλον «πατριαρχικό», ας το πούμε έτσι σήμερα, να αυτονομηθείς, να κάνεις ένα βήμα ενηλικίωσης. Σωστά έπραξες;
Πάνσωστα. Ήμουν 27-28 χρονών, ήταν μεγάλη και βαθιά η ανάγκη μου να πάω κάπου αλλού. Δεν ήταν θέμα καλλιτεχνικό, ήταν θέμα επιβίωσης, αλλιώς δεν θα μπορούσα να είμαι σε αυτόν το χώρο, θα ήμουν φοβερά δυστυχισμένη, θα καταπιεζόμουν μέσα σε πολύ ψυχοφθόρα και τοξικά πράγματα.

Ξέρεις, ήμουν και πολύ θυμωμένη απέναντι στη γενικότερη πατριαρχία και την εξουσία και αυτόν το θυμό δεν ήθελα να τον πνίξω γιατί θα με έτρωγε, ήθελα να τον μετασχηματίσω σε κάτι δημιουργικό, κάτι ιδανικό, ή τέλος πάντων κάτι που θα με ικανοποιούσε σε μεγάλο βαθμό. Και έτσι έγινε.

— Έτσι έγιναν οι Blitz. Ήσασταν και οι τρεις θυμωμένοι, έτσι δεν είναι;
Ήμασταν και οι τρεις θυμωμένοι, κι εγώ είχα έναν παραπάνω λόγο, το φύλο μου, ήμουν γυναίκα και τα παιδιά αγόρια. Είχα έξτρα θυμό και έξτρα καταπίεση. Αυτό τότε ίσχυε πάρα πολύ. Αλλά ήμουν πολύ τυχερή που συναντηθήκαμε.

— Ωστόσο κάνετε μια ομάδα ισότιμη και ένα βήμα πολύ τολμηρό το 2005, εμφανίστηκε μια ομάδα που έκανε ένα βήμα αυτονομίας, μια δήλωση. 
Αυτό ήταν ένα τεράστιο ρίσκο και μια ρήξη και πήρε πολύ καιρό μέχρι να αρθρώσουμε δειλά και φοβισμένα κάτι. Με τα χρόνια βρήκαμε μια εμπιστοσύνη που θέλαμε να δώσουμε στους εαυτούς μας και σε αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Ήταν τρομερά χρονοβόρο ακόμα και μέχρι να βρούμε μια ισορροπία για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας, να μη σπαταλάμε χρόνο.

Αγγελική Παπούλια Facebook Twitter
Ήθελα να γίνω ζωγράφος. Ήθελα να κάνω πράματα με τα χέρια μου, αυτό μου άρεσε, ζωγράφιζα, έκανα πηλό, μαστόρευα, άλλαζα το δωμάτιό μου, με ενδιέφερε η αντίληψη του χώρου και η δημιουργικότητα, είχα μεγάλη δεξιότητα στα χέρια και στην κίνηση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Κάνατε έναν κύκλο που κράτησε 13 χρόνια, δουλέψατε στο εξωτερικό, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα, το θέλατε από την αρχή αυτό;
Θέλαμε να φύγουμε, να δουλέψουμε έξω, να βγούμε από τα όρια, εγώ ειδικά καταπιεζόμουν πολύ εδώ.

Την ξέρεις αυτή την ιστορία που πήγαμε με αμάξι στην Αβινιόν; Όταν ξεκινήσαμε, το 2004, δεν είχε έρθει ο Λούκος στο Φεστιβάλ και εμείς θέλαμε να δούμε παραστάσεις, να επηρεαστούμε. Και πήραμε το αμάξι του Χρήστου, νομίζω, και πήγαμε οδηγώντας στην Αβινιόν.

Διασχίσαμε την Ιταλία, κοιμόμασταν σε διάφορα μέρη, σε κάμπινγκ, σε παραλίες, και όταν φτάσαμε είδαμε Μαρτάλερ, Καστελούτσι, το «Biography remix» της Αμπράμοβιτς, που ήταν μια αποκάλυψη για μένα, είδαμε πέντε-έξι παραστάσεις που μας επηρέασαν φοβερά. Όταν ήρθε ο Λούκος μετά και έφερνε τέτοιες παραστάσεις, θεωρούσαμε αδιανόητο ότι τις βλέπαμε στην Ελλάδα.

— Οι δουλειές που κάνατε και ταξίδεψαν στο εξωτερικό σάς καθόρισαν ως ηθοποιούς, ως δημιουργούς, θυμάσαι πώς σας υποδέχονταν, τι συναντήσατε;
Ταξιδέψαμε με όλες τις παραστάσεις μας, περισσότερο με το «Late Night», από το 2012 στη Στέγη μέχρι το 2019 στη Λιθουανία που κάναμε την τελευταία παράσταση.

Πρώτη φορά στη ζωή μας αισθανθήκαμε ότι αυτό που κάνουμε είναι αξιοπρόσεκτο, έχει ενδιαφέρον, αξίζει. Αυτό που έμαθα από την αρχή σε μεγάλες και μικρές πόλεις που παίζαμε είναι ότι σε βλέπουν διαφορετικά, κι ας ήμασταν μια άγνωστη ομάδα από την Ελλάδα, ότι αντιμετωπίζουν το θέατρο με τρόπο σεβαστικό και σχετικό με την καθημερινότητά τους. Εκεί συνειδητοποίησα ότι το θέατρο είναι ένα σημαντικό μέρος της ζωής.

Επίσης, εμείς ταξιδεύαμε μέσα στην περίοδο της κρίσης και υπήρχε ένα έξτρα ενδιαφέρον για το τι κάνουν οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα, πώς μπορούν να δημιουργούν μέσα στην ελληνική κρίση. Τώρα, τι να εξηγήσουμε; Ότι οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα είναι πάντα σε κρίση; Η γενιά μου έχει υπάρξει και συνδεθεί μέσα από μεγάλες δυσκολίες.

Έχουμε προσπαθήσει πολύ, μόνοι μας, για πολλά χρόνια, με μια πίστη αδιάσπαστη και με ένα πείσμα φοβερό, οπότε δεν μπορεί παρά να εκτιμάς τον κόσμο που έχει μείνει στη δουλειά και προσπαθεί με τον αντίστοιχο τρόπο και επιμένει μόνος του, με τον τρόπο του, όλο αυτό τον καιρό.

Πάντως εμείς στην Ευρώπη μπορέσαμε και αναπτυχθήκαμε, κάναμε συμπαραγωγές, βρήκαμε μια καλλιτεχνική συνάφεια, μια συζήτηση, και γνωρίσαμε άλλα περιβάλλοντα. Έχουμε αυτή την προίκα.

— Από τη θεατρική γενιά της κρίσης πάμε στα παιδιά του weird wave, στη συνεργασία με τον Γιώργο Λάνθιμο. Πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι;
Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μας συνάντηση. Με είχε δει στο «Σχολείο Γυναικών» και δώσαμε ραντεβού στο Φίλιον για να μου δώσει το σενάριο του «Κυνόδοντα». Και ο Γιώργος και εγώ ήμασταν πολύ λιγομίλητοι τότε, μιλήσαμε πολύ λίγο για το σενάριο. Όταν το διάβασα, σοκαρίστηκα, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι τέτοιο.

Ξέρεις, ακόμα και σήμερα με ρωτάνε πώς ήταν τα γυρίσματα, η ταινία το προκαλεί αυτό. Βία και ζόφος και μαυρίλα δεν υπήρχαν, ήταν μια ατμόσφαιρα ανάλαφρη σε όλη τη διαδικασία. Και μετά κάναμε τις «Άλπεις» με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό από τον «Κυνόδοντα», με πρόβες ολιγόλογες και ελλειπτικές. Έκανα δοκιμαστικό για τις «Άλπεις» με τη μαμά μου, που παίζει και εκείνη στην ταινία. Ήθελε ο Γιώργος μια μεγάλη κυρία και ήταν η πρώτη φορά που έπαιζε.

Αυτό που συνέβη με τον Γιώργο είναι ότι αναπτύξαμε έναν υπόγειο κώδικα, δεν χρειαζόταν να συζητήσουμε και να μου εξηγήσει, καταλάβαινα πώς ακριβώς το φαντάζεται με πολύ λίγα στοιχεία, και αυτός είναι και ο τρόπος που δουλεύει. 

Άλπεις Facebook Twitter
Η Αγγελική Παπούλια στις «Άλπεις» του Γιώργου Λάνθιμου.
Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών Facebook Twitter
Στο «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» η αστυνομικίνα που παίζω είναι στο όριο. Είναι ο ρόλος που έχω φοβηθεί πιο πολύ γιατί ήταν δύσκολο να υπάρξει ένα πρόσωπο και να μην είναι καρικατούρα και ταυτόχρονα να υπάρχει κάτι σε αυτό το πρόσωπο για να συνδεθείς. 

— Στον «Αστακό» ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα;
Εννοείται. Τρομερή αλλαγή. Πήρα δυο πτήσεις σε μια μέρα, έφτασα σε εκείνο το μέρος στην Ιρλανδία, κούρεψα τα μαλλιά μου και την επόμενη κάναμε τη σκηνή με τον Κόλιν Φάρελ στο τζακούζι. Ήταν η πρώτη σκηνή που κάναμε.

Εκτός από το ότι δυσκολεύτηκα με αυτόν το χαρακτήρα της άκαρδης γυναίκας, ήταν και μια μετάβαση σε έναν άλλο κόσμο, πελώριο, σε άλλη κλίμακα, αυτό μου δημιουργούσε τρομερή συγκίνηση και για πρώτη φορά ένιωσα ότι ήμουν υποστηρίκτρια σε κάτι μεγαλύτερο που προσπαθεί ο Γιώργος. Αυτό είχε αυτή η ταινία που μου άρεσε.

— Παίζει ρόλο η ψυχική επαφή που έχεις με έναν δημιουργό τελικά;
Ναι, και με τον Σύλλα Τζουμέρκα συνδεθήκαμε, αν και δουλέψαμε με έναν άλλο τρόπο, πολύ διαφορετικά, σε αυτό που λέγεται χαρακτήρας. Έχω μάθει εντελώς διαφορετικά πράγματα, υπάρχω με διαφορετικό τρόπο στις ταινίες του, αλλά και οι δυο αυτοί σκηνοθέτες στους οποίους αναφερόμαστε μου έχουν επιτρέψει να μπω μέσα στην ταινία όχι μόνο ως ηθοποιός, αλλά ως οντότητα, άφοβα, χωρίς δειλία, με ρίσκο, με ελευθερία. 

— Υπάρχει ένας ρόλος που τον έχεις φοβηθεί πολύ;
Στο «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών» η αστυνομικίνα που παίζω είναι στο όριο. Είναι ο ρόλος που έχω φοβηθεί πιο πολύ γιατί ήταν δύσκολο να υπάρξει ένα πρόσωπο και να μην είναι καρικατούρα και ταυτόχρονα να υπάρχει κάτι σε αυτό το πρόσωπο για να συνδεθείς. 

— Το καλοκαίρι εκτός από τη «Μήδεια», μετά την Επίδαυρο, είσαι στο έργο του Ευθύμη Φιλίππου «Μικρά και μεγάλα πλοία», που είναι ένας ακόμα δημιουργός με τον οποίο έχεις μακρά σχέση μέσα στον χρόνο.
Με τον Ευθύμη, που και αυτός είναι λιγομίλητος, πέρασαν κάποια χρόνια για να γίνουμε φίλοι, εννοείται είναι μακράν ο καλύτερος θεατρικός συγγραφέας και αυτό που έχει είναι πως ανά πάσα στιγμή όταν διαβάζω ένα κείμενό του μπορεί να με εκπλήξει με έναν τρόπο που είναι ακραία κωμικός και ακραία συναισθηματικός και αυτός ο συνδυασμός είναι σπάνιο και δικό του κατόρθωμα.

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς το κάνει αυτό, να συνδυάζει το παράλογο, τη βία, τον ψυχισμό και το χιούμορ, πώς από την απλότητα και την κανονικότητα ξεπηδάει κάτι παράλογο, σουρεαλιστικό, ζοφερό και ταυτόχρονα παιδικό.

Αγγελική Παπούλια Facebook Twitter
Νομίζω ότι κάποια πράγματα που ήταν μέσα μου σκληρά και είχαν να κάνουν με τον θυμό και με την επιθετικότητα έχουν μετασχηματιστεί και έχουν ανοίξει σε κάτι πιο μαλακό, πιο γενναιόδωρο, πιο αστείο και με περισσότερο αυτοσαρκασμό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Μιλώντας για σχέσεις, πόσο αλλάζει η σχέση με τον χρόνο όταν μεγαλώνεις;
Νομίζω ότι κάποια πράγματα που ήταν μέσα μου σκληρά και είχαν να κάνουν με τον θυμό και με την επιθετικότητα έχουν μετασχηματιστεί και έχουν ανοίξει σε κάτι πιο μαλακό, πιο γενναιόδωρο, πιο αστείο και με περισσότερο αυτοσαρκασμό. Μετατοπίζεται το κέντρο βάρους, δεν θέλεις να αποδείξεις κάτι στον εαυτό σου, ούτε στους άλλους, απλώνεσαι, δίνεσαι πιο πολύ και δημιουργείται χώρος για περισσότερους ανθρώπους.

Αυτό έχει κάνει ο χρόνος, να καταλάβω ότι όλα με έναν τρόπο είναι ένα έργο, μία παράσταση, και ο ρόλος μου δεν είναι δραματικός, δεν είναι πάντα και πρωταγωνιστικός. Επίσης ο χρόνος που περνάει δεν είναι γραμμικός, πράγματα που φαντάζουν παλιά έρχονται στο τώρα και πράγματα που συμβαίνουν τώρα μπορεί να ξεχαστούν εντελώς. Προφανώς γίνεται μια ψυχική τοποθέτηση που διαχωρίζει και τον εξωτερικό από τον εσωτερικό χρόνο, που είναι μόνο δικός σου και κάποιες φορές τέμνεται και κολλάει με αυτό που συμβαίνει εκεί έξω και άλλες φορές δεν συναντιέται, μένει μόνο στο εσωτερικό πεδίο.

Λοιπόν παλιά, όταν ήμουν παιδάκι, έκανα συλλογή γραμματοσήμων. Τώρα, όπως μιλάμε, σκέφτομαι ότι αυτός ο χρόνος που αφιέρωνα, η αφοσίωση στη συλλογή μου και σε όλη τη διαδικασία είναι ο εσωτερικός χρόνος, εκεί προφανώς το συνειδητοποίησα, τη σημασία του για ένα παιδί μοναχικό όπως εγώ. Στη συνέχεια, μεταλλάχθηκε σε κάτι άλλο και άρχισα να ζωγραφίζω. 

— Και πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;
Ήθελα να γίνω ζωγράφος. Ήθελα να κάνω πράματα με τα χέρια μου, αυτό μου άρεσε, ζωγράφιζα, έκανα πηλό, μαστόρευα, άλλαζα το δωμάτιό μου, με ενδιέφερε η αντίληψη του χώρου και η δημιουργικότητα, είχα μεγάλη δεξιότητα στα χέρια και στην κίνηση. Δεν πήγα ποτέ να δώσω στην Καλών Τεχνών.

Αποφάσισα εκεί στην εφηβεία να αναπτύξω τον λόγο, κάτι που δεν ήταν εύκολο, αλλά ήταν αναγκαίο για να μπορέσω να εκφράσω πράγματα που σκεφτόμουν, ένα κομμάτι δικό μου που δεν αρθρωνόταν. Έπρεπε να ανοίξει αυτό το κανάλι, η ανάγκη μου να αρθρωθεί κάτι που μετά έγινε ανάγκη για επικοινωνία.

— Το θέατρο σου έσωσε τη ζωή, αυτό μου λες; 
Εντελώς. Μπήκα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και στη σχολή του Θεάτρου Εμπρός, σε αυτή την καταπληκτική σχολή. Ήμουνα είκοσι χρονών και δεν συνειδητοποιούσα τι ακριβώς έκαναν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, με τον συγκεκριμένο τρόπο, στο συγκεκριμένο θέατρο, με τη σχολή του, πόσο δοσμένοι ήταν σε αυτή την υπόθεση, με ομαδικότητα, με αρχές.

Κατάλαβα μετά από χρόνια τι μου είχαν κληροδοτήσει αυτοί οι άνθρωποι και πόσο τυχερή ήμουνα σε αυτήν τη φοβερή ηλικία που ήμουν ευάλωτη και άμαθη. Και μετά, όταν έγιναν όλα αυτά που έγιναν με τις κακοποιήσεις, δεν υπήρχε μέρα που να μη σκεφτώ αυτή την κληρονομιά, την οπτική να βλέπουμε το θέατρο, τους άλλους, την αισθητική και την ηθική, το πώς κάνεις θέατρο και τι σημαίνει αυτό.

Αυτό είναι το παράδειγμα που έχω. Γιατί λέμε σήμερα «τι είναι παράδειγμα», υπάρχει; Είναι αυτό που έκαναν οι δάσκαλοι του Εθνικού όταν παραιτήθηκαν, αυτοί οι γενναίοι δάσκαλοι που θαυμάζω. Που σε αυτή την κρίσιμη συνθήκη στάθηκαν, δεν εγκατέλειψαν, κάτι που δεν είναι απλό, ούτε εύκολο.

Αγγελική Παπούλια Facebook Twitter
Μπήκα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και στη σχολή του Θεάτρου Εμπρός, σε αυτή την καταπληκτική σχολή. Ήμουνα είκοσι χρονών και δεν συνειδητοποιούσα τι ακριβώς έκαναν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, με τον συγκεκριμένο τρόπο, στο συγκεκριμένο θέατρο, με τη σχολή του, πόσο δοσμένοι ήταν σε αυτή την υπόθεση, με ομαδικότητα, με αρχές. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Εκτός από μια διαρκή μαθητεία την οποία επιδιώκεις, σκέφτεσαι ότι μπορεί να αποτελείς και πρότυπο;
Νομίζω το να μαθαίνεις συνέχεια σε κρατάει ζωντανό, μαθαίνουμε διαρκώς και έχουμε και μια ευθύνη στο τι δείχνουμε. Αυτό με απασχολεί πολύ, τι δείχνω και τι αντιπροσωπεύω, ποιους επηρεάζω και σε ποια κατεύθυνση. Δεν είναι ένα όπλο μου να διαλέγω χαρακτήρες, δεν είναι η δική μου δύναμη να διαλέγω ρόλους που προάγουν γυναικείους χαρακτήρες και πρότυπα και δεν αναπαράγουν μοντέλα από τα οποία έχουμε υποφέρει όλοι; Είναι ο δικός μου τρόπος για να συζητήσουμε και για τους γυναικείους ρόλους που γράφονται.

Αυτή είναι μια συζήτηση που θέλω να προκαλώ όπου και αν βρίσκομαι, την κάναμε και πριν από έναν μήνα στο Crossing Europe Tribute στο Λιντς της Αυστρίας, όπου ήμουν καλεσμένη και με τίμησαν ως ηθοποιό του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Επιμένω να μιλάμε για πράγματα που δεν είναι εύκολα πουθενά στον κόσμο, για κοινωνικές δομές, για έμφυλες αντιλήψεις και πρότυπα, για τη θέση της γυναίκας που είναι πολύ δύσκολο να είναι ελεύθερη, να πάρει αποφάσεις που επηρεάζουν, να κριθεί δίκαια και ισότιμα με τους άνδρες. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι το πώς αφηγείσαι είναι κάτι παραπάνω από ένα έργο, μια ταινία, είναι κάτι μεγαλύτερο και σημαντικό. Ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν και πώς το κάνεις.

— Θα ήθελα να μου πεις και για μια άλλη μαθητεία σου, έχω μάθει ότι φωτογραφίζεις και μάλιστα ότι έχεις και ταλέντο και επιμονή μεγάλη.
Η φωτογραφία είναι ένας τρόπος να ξαναβρώ τη ζωγραφική, να επιστρέψω εκεί και να απελευθερώσω την παλιά μου επιθυμία. Με βοήθησε για άλλη μια φορά ο Γιώργος (Λάνθιμος), που μου έκανε δώρο μια φοβερή κάμερα, μια μικρή Canonet, και φωτογραφίζω συνέχεια με αυτήν. Μπήκα στην αναλογική φωτογραφία και στη διαδικασία να τυπώνω, να κάνω κόντακτ, να εμφανίζω την ιστορία που μπορώ να πω.

Όταν ήμουν μικρή, πήγαινα στο Αρχαιολογικό Μουσείο και θυμάμαι ότι στεκόμουν ήσυχη μπροστά στον Έφηβο των Αντικυθήρων και τον κοίταζα. Μου άρεσαν πάντα τα αγάλματα, η σχέση με τον χρόνο. Όπως λέει ο Σεφέρης, «τα αγάλματα σε κυνηγούν, με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες κι όμως την ξέρεις».

Φωτογραφίζω αγάλματα και λεπτομέρειες ανθρώπινων σωμάτων και μου αρέσει να συνδέω κάτι που είναι ζωντανό, έναν τυχαίο περαστικό, με κάτι ακίνητο στον χρόνο. Υπάρχει πάντα ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα άγαλμα και έναν άνθρωπο και αυτό έχει επίσης σχέση με τον χρόνο, με τον συγκεκριμένο χρόνο που είσαι στη γη.

Είναι πολύ ωραίο αυτό που συμβαίνει με τον χρόνο, και, ξέρεις, είναι ωραίο γιατί είναι σχεδόν παράλογο. Και μερικά όνειρα είναι παράλογα, αλλά τα κάνω. Ότι κάποτε θα πάω στη σχολή μαρμαροτεχνίας, στην Τήνο. Πού ξέρεις;

ΚΥΡΙΑΚΗ Αγγελική Παπούλια: «Το να μαθαίνεις συνέχεια σε κρατάει ζωντανό» Facebook Twitter
Πιστεύω ότι το πώς αφηγείσαι είναι κάτι παραπάνω από ένα έργο, μια ταινία, είναι κάτι μεγαλύτερο και σημαντικό. Ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν και πώς το κάνεις. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Αγγελική Παπούλια Facebook Twitter
Πιστεύω ότι το πώς αφηγείσαι είναι κάτι παραπάνω από ένα έργο, μια ταινία, είναι κάτι μεγαλύτερο και σημαντικό. Ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν και πώς το κάνεις. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

 
Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η τραγική ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη γίνεται θεατρική παράσταση

Θέατρο / Η σοκαριστική ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη έγινε θεατρική παράσταση

Η παράσταση-ντοκουμέντο «801,5 μ.» βασίζεται στην υπόθεση του αδικοχαμένου φοιτητή της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων και ανεβαίνει από το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων στο Θέατρο Τζένη Καρέζη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η οδύνη που δεν εκλύεται

Θέατρο / Η οδύνη που δεν εκλύεται

Μέσα από μια πολυπρισματική θεατρική αφήγηση ο συγγραφέας του έργου «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» επιχειρεί να αναδείξει το πολυσύνθετο τοπίο καταπίεσης και εκφοβισμού που οδηγεί σε ακραία φαινόμενα βίας.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Φωκάς Ευαγγελινός: «Με ζουρνάδες έχω μεγαλώσει, στις ντίσκο χόρευα επειδή χόρευαν γύρω μου»

Οι Αθηναίοι / Φωκάς Ευαγγελινός: «Με ζουρνάδες έχω μεγαλώσει, στις ντίσκο χόρευα»

Από τους πιο αγαπητούς χορευτές και χορογράφους της Ελλάδας, ο Φωκάς Ευαγγελινός αφηγείται την πορεία του από τις εποχές που η τέχνη του χορού δεν έχαιρε μεγάλης αναγνώρισης μέχρι σήμερα που -ευτυχώς- τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αργύρης Ξάφης: «Η φράση “πάμε κι ό,τι γίνει” είναι ενδεικτική μιας νοοτροπίας που μας έχει γαμήσει σε αυτή τη χώρα σε κάθε επίπεδο»

Θέατρο / Αργύρης Ξάφης: «Να μου προτείνουν τι; Να αναλάβω το Εθνικό; Δεν με ενδιαφέρει»

Το «Πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» είναι από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις της σεζόν και με την ευκαιρία βρεθήκαμε με τον Αργύρη Ξάφη στο θέατρο Θησείο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Τι συμβαίνει με το Θεατρικό Μουσείο;

Θέατρο / Τι συμβαίνει με το Θεατρικό Μουσείο;

Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, μιλά για τις εργασίες μεταστέγασής του στην οικία Αλεξάνδρου Σούτσου, για την πολύτιμη αρχειακή συλλογή αλλά και για το τι αναμένεται να γίνει με τα καμαρίνια σπουδαίων ηθοποιών.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Περιμένοντας τον Γκοντό του Θεόδωρου Τερζόπουλου

Θέατρο / «Περιμένοντας τον Γκοντό»: Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος ανατρέπει όσα γνωρίζαμε για το αριστούργημα του Μπέκετ

Ένα ταξίδι, μια παράσταση, μια συνάντηση με τον σημαντικότερο εν ζωή Έλληνα σκηνοθέτη: από το Μιλάνο στην Αθήνα, από το Piccolo Teatro στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Θεόδωρου Τερζόπουλου προσφέρει μια ριζοσπαστική ανάγνωση του έργου του Μπέκετ.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ