H Tζένη Αργυρίουτελείωσε την Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης το 1998, χόρεψε μέχρι το 2000 με την ομάδα Sine Qua Non και μετά πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου κυρίως χόρευε (αλλά έκανε και τα πρώτα, δειλά της βήματα στη χορογραφία). Το 2004 επιστρέφει στην Αθήνα και συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη και χορογράφο Ας Μπουλάγεβ - μαζί σχημάτισαν με την ομάδα Amorphy. Στις 2 και 3 Ιουλίου θα δούμε στην Πειραιώς 260 την περφόρμανς της Amorphy.org (ως Amorphy το όνομα του σχήματος παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με το τι παρουσιάζουν κάθε φορά), με τον τίτλο Fwd: See you in Walhallla. Από την πρόβα που παρακολούθησα, φαίνεται πως τo πείραμα έχει πολύ ενδιαφέρον -κατά στιγμές μου θύμισε το βιντεοπαιχνίδι San Andreas, τα Φτερά του Έρωτα του Βέντερς και το Τρέξε, Λόλα, τρέξε του Τομ Τίκβερ.

Το Fwd: See you in Walhallla είναι συνέχεια μιας προηγούμενης, παράστασης που παρουσίασαν τον Σεπτέμβρη του 2006 στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ξεκίνησε από την επιθυμία να δουν πώς μπορεί η τεχνολογία να μπει σε μια παράσταση χορού με αυστηρή δραματουργική δομή. Στην πραγματοποίησή της συνεργάστηκαν 4 χώρες. Από την Ελλάδα ήταν από την αρχή η Τζένη Αργυρίου, η Ιωάννα Τσινιβίδη στο βίντεο και η Ζωή Χατζηαντωνίου στη δραματουργία και στη σκηνοθεσία - αυτές διαμόρφωσαν το concept. Οι ξένοι (από τη Βουλγαρία, τη Γερμανία και την Ολλανδία) συμμετείχαν κυρίως στο τεχνολογικό μέρος.

Τζένη Αργυρίου: «Όταν ξεκινήσαμε δεν ήμασταν σίγουρες τι ακριβώς θέλαμε. Αρχικά σκεφτόμασταν μια περφόρμανς χωρίς δομή, μια περιπλάνηση στην Αθήνα, τη Σόφια και το Άμστερνταμ, και πώς θα μπορούσε η παράσταση να γίνεται ταυτόχρονα σε τρεις πόλεις. Πώς πας σπίτι και λες τι υλικά έχω για να μαγειρέψω, έτσι και εμείς βάλαμε κάτω τι θέλουμε να περιέχει. Μετά έπεσε η ιδέα για το videogame μέσα στην πόλη και για τον άνθρωπο που θα ήταν μέσα στο βίντεο, αλλά στην πραγματικότητα, ως φυσική παρουσία, εκτός. Η Ιωάννα μαζί με τον Διονύση έφερναν διάφορα γκάτζετ και ιδέες για το γύρισμα του βίντεο προκειμένου να δίνει αυτή την αίσθηση του τρισδιάστατου, χωρίς να είναι 3D. Δοκιμάζαμε διάφορες λύσεις, εκ των ενόντων, εννοείται, γιατί δεν είχαμε τη δυνατότητα γερανών ή άλλων εφαρμογών που είναι γνωστές στην κινηματογραφική βιομηχανία. Χρησιμοποιήσαμε, ας πούμε, τρεις κάμερες στη σειρά πάνω σ' έναν άξονα σ' ένα αυτοκίνητο που κινείται».

Είναι η στιγμή που πέφτει στην κουβέντα μας το όνομα του πολυσχιδούς, multi media καλλιτέχνη Lee Walton, στην ιστοσελίδα του οποίου κυκλοφορεί το City System, ένας on line οδηγός που προτείνει μια διαφορετική γνωριμία με την πόλη (οποιαδήποτε πόλη) απ' αυτήν των συμβατικών οδηγών, δηλαδή εκτός του άξονα μνημεία-μουσεία-αξιοθέατα. Το σκεπτικό αυτού του παράξενου οδηγού είναι ερεθιστική, γιατί πράγματι κανείς δεν έμαθε μια πόλη ή μια χώρα ακολουθώντας οργανωμένες από επαγγελματίες του τουρισμού περιηγήσεις.

Ο Walton λοιπόν ασπάζεται τη δύναμη και τις δυνατότητες που προσφέρει το τυχαίο αλλά και η συνάφεια με τους απλούς ανθρώπους της πόλης και η ανταπόκριση σε στοιχεία, πιθανόν διόλου αξιοπρόσεκτα, που η πόλη προσφέρει. Το σύστημα του Walton, ωστόσο, δεν λειτούργησε καλά σε σχέση με την περφόρμανς, γι' αυτό σύντομα τον εγκατέλειψαν και εκτός από τις σκηνές που τραβούσαν τυχαία, κάποιες άλλες τις έστηναν εκ των προτέρων.

Ζωή Χατζηαντωνίου: «Είναι κάτι εντελώς καινούργιο ο συνδυασμός live κίνησης με βίντεο. Στην πρώτη εκδοχή από την Αθήνα, στο βίντεο ήταν η Λένα Κιτσοπούλου, την οποία βλέπουμε αρχικά μέσα στο σπίτι της και μετά στο δρόμο. Στη Σόφια ήταν ένας άνδρας σ' ένα δωμάτιο και στο Άμστερνταμ μία κοπέλα έξω στο δρόμο. Χρησιμοποιήσαμε το ίντερνετ για να μεταφερόμαστε με ζωντανή σύνδεση από τη μία πόλη στην άλλη».

Ρωτώ αν τελικά η παράσταση πέτυχε, μου απαντούν με γέλια «όχι» και μου εξηγούν: «Το επικίνδυνο ήταν ότι υπό συνθήκες που δεν μπορούσαν να προγραμματιστούν ή να προβλεφθούν εντελώς, θέλαμε να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη δραματουργία. Είναι δύσκολη η επικοινωνία με τους προγραμματιστές, γιατί έχουν έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, και όταν έχουν να κάνουν ταυτόχρονα διαφορετικά πράγματα, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πόσον ακριβώς χρόνο θα χρειαστεί τη δεδομένη στιγμή ώστε να είναι ο συντονισμός και συνδυασμός των παράλληλων δράσεων ακριβής. Με κάποια κρασαρίσματα που συνέβησαν, άρα με κάποιες καθυστερήσεις, το αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς όπως θέλαμε να είναι. Το κοινό βέβαια, επειδή δεν ήξερε τι θα περιείχε η παράσταση, δεν κατάλαβε ή δεν ενοχλήθηκε -εμείς όμως που τη δουλεύαμε ένα χρόνο καταλάβαμε ότι δεν γίνεται να έχουμε το ζωντανό με τις άλλες πόλεις».

Αυτή τη φορά αφαίρεσαν τις live συνδέσεις και εστίασαν την προσοχή τους στους αισθητήρες που έχουν προσαρμοστεί πάνω στα δάχτυλα της χορεύτριας, ώστε να μπορεί να επεμβαίνει στη ροή -και στη μορφή- του βίντεο που προβάλλεται.

Ρωτώ αν υπάρχει ένα σχόλιο ή κάποιος προβληματισμός που συνέχει τη σκηνική δράση.

Ζωή Χατζηαντωνίου: «Είναι η περιπλάνηση ενός άβαταρ, της Ερμίρας, σε μια ευρωπαϊκή πόλη -όλες οι πόλεις του δυτικού κόσμου σήμερα μοιάζουν- που ξεκινάει, χωρίς καμία καταγεγραμμένη πληροφορία, να περιηγηθεί μέσα στην πόλη. Στην αρχή προχωρά διστακτικά, όσο συγκεντρώνει πληροφορίες αντιδρά πιο γρήγορα. Τι συμπέρασμα βγαίνει για τους ανθρώπους και τη ζωή τους; Με δεδομένο ότι ο παίκτης ταυτίζεται με τον άβαταρ (ο οποίος, λόγω θέσης, ταυτίζεται και με το κοινό), ο προβληματισμός που προκύπτει είναι ποιος εντέλει έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Κατά πόσο, δηλαδή, ακολουθώντας, ζώντας, μια ζωή με καθορισμένες δομές, διαδρομές, τρόπους συμπεριφοράς, καθένας από μας έχει τη δύναμη και τη δυνατότητα να είναι ο παίκτης του παιχνιδιού ή αν τελικά όλο αυτό το σύστημα σε καθυποτάσσει».

Η Ιωάννα Τσινιβίδη συμπληρώνει: «Άλλοτε έχεις τον έλεγχο, άλλοτε τον χάνεις. Δεν είναι όμως τελείως απαισιόδοξο το έργο, γιατί ο παίχτης/άβαταρ έχει διαρκώς μπροστά του επιλογές, δεν τον "προχωρά" κάποιος άλλος. Τελικά το παιχνίδι αυτό εμείς το έχουμε φτιάξει -δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό- άρα εμείς το έχουμε καθορίσει κι είναι στο χέρι μας να το παίζουμε, όχι να μας παίζει».

Οφείλω να πω ότι η θέση της χορεύτριας είναι εξαιρετικά δύσκολη, αφού πρέπει να κινείται σε σχέση με το βίντεο που προβάλλεται σε πολύ μικρή απόσταση μπροστά της. Επιπλέον πρέπει να πατάει και τους αισθητήρες για να επιταχύνει, να επιβραδύνει, να ζουμάρει ή να αλλάζει εικόνα. «Στην αρχή σε ζαλίζει, γιατί αυτό που βλέπεις είναι πίξελ, αλλά μετά το συνηθίζεις κι αρχίζεις και διακρίνεις τι δείχνει. Στην πρόβα είναι πολύ πιο δύσκολο, γιατί πρέπει να παρακολουθώ το βίντεο και ταυτόχρονα να κινούμαι 4 και 5 συνεχόμενες ώρες», λέει η Ερμίνα Γκόρο.

Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου γραφόταν ταυτόχρονα με τη δημιουργία του βίντεο, ενώ ως προς τη χορογραφία η Τζένη Αργυρίου λέει στη LifΟ: «Είχα βαρεθεί τη φλυαρία στην κίνηση χωρίς να υπάρχει τίποτα από πίσω. Εδώ ακολούθησα ένα μίνιμαλ κόνσεπτ στην κίνηση, αρκετά εγκεφαλικό, αφού η χορεύτρια με τους αισθητήρες επηρεάζει την εικόνα. Η κίνησή της έχει προκύψει παρακολουθώντας την κίνηση των ανθρώπων μέσα στην πόλη σε διαφορετικές φάσεις και δοκιμάζοντας πώς μπορεί μια μικροκίνηση, μία χειρονομία, ας πούμε το στρίψιμο του κεφαλιού, να αναπτυχθεί ώστε να γίνει ένα αυτόνομo χορογραφικό κεφάλαιο».