Με τον Γιώργο Καρανικόλα στον Νούρα

Με τον Γιώργο Καρανικόλα στον Νούρα. Facebook Twitter
«Το πρώτο μου λάιβ με τους Drive ήταν στο Κύτταρο, στις 30 Δεκεμβρίου του ‘84, την ημέρα των γενεθλίων μου. Γαμώ τις φάσεις. Πολύ power κι εμείς σε πολύ καλή φάση». Φωτ.: Στάθης Μαμαλάκης/ LIFO
0


ΜΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ στο αραβικό κανάλι ΜSports δείχνει έναν παρουσιαστή με τσιγκελωτό μουστάκι και γραβάτα σε χρώματα ασορτί με το λογότυπο του σταθμού και ύστερα προβάλλει έναν αγώνα αμερικανικού wrestling. Στη μέση του χώρου ένα ανενεργό σιντριβάνι, πίσω του ένα ποδήλατο (μάλλον του πιτσιρικά Τζόνι, ο οποίος σερβίρει, επιβλέπει παρτίδες σκάκι, αλλάζει καρβουνάκια στους ναργιλέδες και παίζει ντόμινο «ταυτόχρονα») και στο (σκοτεινό) βάθος ένα laptop φωτίζει το πρόσωπο ενός κυρίου, που μάλλον μιλάει στο Skype με την πατρίδα.

Ο Γιώργος Καρανικόλας, εμβληματική φυσιογνωμία της ελληνικής underground σκηνής εδώ και μια τριαντακονταετία, κάθεται στους καφέ καναπέδες-σεπαρέ και καπνίζει ράθυμα τον ναργιλέ του. Κιθαρίστας των Last Drive και ύστερα ιδρυτής και frontman των Blackmail, έχει ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή, σπάνια για Έλληνα μουσικό - μια ζωή ταγμένη στο αυθεντικό rock’n’roll attitude, όχι γιατί έπρεπε έτσι να γίνει, αλλά γιατί έτσι ήταν και είναι ο ίδιος. «Στα 11 μου μού πήρε η μάνα μου δώρο έναν δίσκο των T-Rex. Ε, αυτό ήταν, κόλλησα άγρια. Μετά, στα 17 μου, εκεί γύρω στο ’79, πάνω που είχε ξεσπάσει το πανκ, πήγα για έξι μήνες στο Λονδίνο και τα είδα όλα. Θυμάμαι ένα λάιβ των Sisters οf Mercy, όπου βγήκανε και παίξανε πρώτο κομμάτι διασκευή σε Motorhead, και πολλές άλλες συναυλίες σε μικρά υπόγεια λαϊβάδικα κυρίως στο Βόρειο Λονδίνο, στο Highbury. Πολλές μπάντες που βλέπαμε τότε, μετά έγιναν τεράστιες».

«Επίσης, θυμάμαι τότε μια συναυλία στη Ρώμη, όπου με το που βγήκαμε, ο κόσμος άρχισε να τα σπάει όλα. Το μόνο που κατάλαβα ήταν να έρχεται ένα κύμα πάνω μου και να κολλάω με την κιθάρα στον τοίχο. Ήταν εντελώς μάχιμοι οι τύποι. Μπήκαν μέσα και τα διέλυσαν όλα».

Πίσω στην Αθήνα ο Γιώργος είναι πια πανκιό, από τα ελάχιστα στην πόλη. Αράζει μέρες και νύχτες ολάκερες στην «παραλία» των Αμπελοκήπων, στο περίφημο Κτήμα Θων στη συμβολή Αλεξάνδρας και Κηφισίας, το οποίο, πριν τσιμεντοποιηθεί, ήταν μια ανοιχτωσιά με κάποια καφενεία τριγύρω.

«Αράζαμε εκεί, σε ένα παλιό κρητικό ψηλοτάβανο καφενείο, από τις 12 το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα. Το μέρος δεν έκλεινε ποτέ. Και ήσουν και καβατζωμένος γιατί δίπλα ήταν τα Κανάρια, ένα old school εστιατόριο, όπου πεταγόσουν κι έτρωγες κάτι, οπότε δεν κουνιόμασταν από εκεί. Κάναμε, βέβαια, και κάτι τρελές βόλτες. Ξεκινάγαμε και περπατούσαμε χωρίς νόημα κάνα επτάωρο. Έτσι, χωρίς προορισμό. Καθαρή αλητεία. Τότε δεν υπήρχαν πολλοί πάνκηδες. Ήταν μόνο δυο τρεις πυρήνες, κυρίως στους Αμπελόκηπους και στην Πλάκα. Φαντάσου ότι περπατούσαμε και μας έφτυναν από τα λεωφορεία».

Και από την «παραλία» των Αμπελοκήπων, κάποια βράδια στον Πήγασο του Κουτσούμπα στα Εξάρχεια, συναυλίες στα (hardcore τότε) σχολεία της Γκράβας, στο Rodeo, σε λόφους, πάρκα και όπου η μεταπολιτευτική έντεχνη λάβα δεν είχε κάψει το χορτάρι που υπήρχε από κάτω. «Εγώ τότε έπαιζα σ’ ένα γκρουπ που λεγόταν Be Bop Jungle, αλλά ήταν μια εποχή που στις μπάντες γινόντουσαν συνεχώς αλλαγές. Τη μια έπαιζες στη μια, την άλλη στην άλλη, κάπως έτσι έκατσε και σε μένα η μπίλια και βρέθηκα στους Last Drive κάνα χρόνο αφότου είχαν ξεκινήσει. Το πρώτο μου λάιβ με τους Drive ήταν στο Κύτταρο, στις 30 Δεκεμβρίου του ‘84, την ημέρα των γενεθλίων μου. Γαμώ τις φάσεις. Πολύ power κι εμείς σε πολύ καλή φάση».

Μετά ήρθε το πρώτο σινγκλάκι, το «Midnite Hope» το ‘85 στην Art Nouveau και το ‘86 ο πρώτος δίσκος στη Hitch Hyke, το «Underworld Shakedown», ένα σοκαριστικό άλμπουμ για τα ελληνικά δεδομένα. Rockabilly, garage, post punk, μια ψυχωμένη διασκευή στο «Blue Moon» των Roger και Hart, μια άλλη στο «Misirlou», το «Valley of death» (ίσως το καλύτερό τους κομμάτι μέχρι σήμερα) και μια αισθητική που δεν έμοιαζε ούτε με την πρωτοεπίπεδη πανκ λογική των ελληνόφωνων συγκροτημάτων, ούτε με την ολίγο δεινοσαυρική άποψη για το ροκ των (περισσότερων) υπολοίπων. Γι’ αυτό και το ’87, όταν οι άλλοι έβραζαν στο καβούκι τους, οι Drive τα μάζεψαν και πήγαν για περιοδεία στην Ευρώπη.

«Ήδη, το “Underworld Shakedown” είχε ακουστεί στην Ευρώπη, χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτα, έτσι, στόμα με στόμα, και γι’ αυτό μας κάλεσαν για συναυλίες. Η πρώτη ήταν στο Βερολίνο. Προσγειωθήκαμε στο Ανατολικό Βερολίνο, μπήκαμε στο βανάκι μας και σε φάση transit τότε πήραμε έναν δρόμο για να μπούμε στο Δυτικό Βερολίνο. Στη διαδρομή, όμως, και μέσα στο χιόνι μας άφησε το αμάξι. Τότε σκάνε δυο τύποι με στρατιωτικά ρούχα και όπλα και μας λένε ότι “δεν μπορείτε να μείνετε ούτε λεπτό εδώ”. Εμείς, αν και παιζόταν να χάσουμε όλη την περιοδεία, το είχαμε πάρει στην πλάκα. Τελικά, ευτυχώς εμφανίστηκε ένας τύπος σαν από μηχανής θεός, μας έδεσε με το αμάξι του και μας τράβηξε. Επίσης, θυμάμαι τότε μια συναυλία στη Ρώμη, όπου με το που βγήκαμε, ο κόσμος άρχισε να τα σπάει όλα. Το μόνο που κατάλαβα ήταν να έρχεται ένα κύμα πάνω μου και να κολλάω με την κιθάρα στον τοίχο. Ήταν εντελώς μάχιμοι οι τύποι. Μπήκαν μέσα και τα διέλυσαν όλα».

Με το «Heatwave» του ‘88 οι Last Drive θα καθιερωθούν ως μια από τις καλύτερες μπάντες του είδους στην Ευρώπη, οι δίσκοι τους κυκλοφορούν σε αρκετές χώρες και πουλάνε έναν σεβαστό αριθμό αντιτύπων. «Δεν μάθαμε ποτέ πόσα πουλάγαμε, ούτε λεφτά παίρναμε.

Δεν ήμασταν τύποι που ασχολούμασταν με τα χρήματα. Ήμασταν “γεια σου”. Γουστάραμε μόνο να παίζουμε μουσική και να παρτάρουμε», μου λέει ο Γιώργος, ενώ τρώει ένα καταπληκτικό φαλάφελ (ίσως το καλύτερο στην πόλη) σε σχήμα καρδιάς. Και μετά μου μιλάει για τα ταξίδια του στην Αμερική, εκεί στα τέλη του ‘80, για τη Νέα Υόρκη, για το East Village, όπου έμενε και «σκεπάστηκε από ένα πέπλο θλίψης όταν έσκασε το AIDS και πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο», για τα underground κλαμπ της περιοχής, «όπου τα φιαλίδια αιωρούνταν στον αέρα», για τα μεγάλα ταξίδια με αμάξι στη Δυτική Ακτή, για την παράξενα γοητευτική Ατλάντα, για τη Νέα Ορλεάνη, που δεν του άρεσε, και για τα ψηλά δέντρα της αμερικανικής εξοχής.

Και το ’93, μεταξύ Νέας Υόρκης και Last Drive, θα αποφασίσει να κάνει κάτι δικό του, τους Blackmail, μια από τις σημαντικότερες μπάντες της δεκαετίας του ‘90. «Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, ένα πράγμα που πήγαινε αλλού από μόνο του. Μάλιστα, τότε μας ζήτησε η Island να κάνουμε συμβόλαιο για τέσσερις δίσκους μαζί με αμερικανική τουρνέ και η φάση στράβωσε γιατί είχαμε κάνει κάποια συμφωνία με τη Hitch Hyke εδώ. Είναι μια πονεμένη ιστορία. Μέχρι που σκέφτηκα να σταματήσω να παίζω μουσική όταν έγινε αυτό - άσε που νομίζω ότι έπαιξε ρόλο και στη διάλυση των Last Drive τότε».

Οι Blackmail θα κυκλοφορήσουν μέσα σε οχτώ χρόνια -από το 1993 μέχρι το 2001-τρία καταπληκτικά αλμπουμ («Life after death», «Overexposed» και «Seven»), μέχρι να το ρίξουν στην αγρανάπαυση (εν τω μεταξύ, θα παρεμβληθεί και η επανένωση των Drive σ’ εκείνο το λάιβ συναισθηματική βόμβα του 2007 στο Gagarin), για να επιστρέψουν στο τέλος του 2011 με το «Gift», έναν εντυπωσιακά αριστουργηματικό δίσκο, πέρα από κάθε hype των ημερών, που βρίθει μιας τεράστιας γκάμας αναφορών (από post psychedelic μέχρι Radiohead, post rock, Tom Waits, stoner rock, desert rock, rockabilly).

«Τον γουστάρω πολύ αυτόν το δίσκο. Έχει πάει σ’ ένα άλλο επίπεδο ο ήχος μας. Είναι πιο πολύ songs, ενώ η δομή των κομματιών έφυγε από τη φάση ότι μπαίνουμε σαν καμικάζι σ’ ένα στούντιο και γράφουμε. Έγινε πιο χαλαρά και αργά. Άσε που για πρώτη φορά έγραψα δίσκο χωρίς να τσακωθούμε καθόλου. Το “Gift” είναι μια αλχημεία».

* Το κομμάτι αυτό γράφτηκε ακούγοντας στο repeat το «Hermione’s sleep code», το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, ό,τι πιο ωραίο έχω ακούσει τους τελευταίους μήνες.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η μέρα που τα πανκιά κατέλαβαν την έρημο

Μουσική / Η μέρα που τα πανκιά κατέλαβαν την έρημο

Πριν από 35 χρόνια συγκεντρώθηκαν σ’ ένα εξωγήινο σκηνικό στην έρημο της Καλιφόρνιας οι πανκς του Λος Άντζελες για να γλυτώσουν από την καταδίωξη της αστυνομίας και να δουν κάποιες μυθικές μετέπειτα μπάντες. Έτσι γεννήθηκαν τα σύγχρονα εναλλακτικά φεστιβάλ.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μάριος Βεάνος: «Έπαιρνα το ντέφι, ανέβαινα στο τραπέζι και γινότανε χαμός»

Queer History / Μάριος Βεάνος: «Έπαιρνα το ντέφι, ανέβαινα στο τραπέζι και γινότανε χαμός»

Ένας θρύλος της νύχτας που άφησε εποχή στα σκυλάδικα της ελληνικής περιφέρειας. Τόσο που ο Θάνος Αλεξανδρής τού αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο στο βιβλίο «Αυτή η νύχτα μένει».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η πτώση του Χούλιο Ιγκλέσιας: Πώς ο διάσημος τραγουδιστής χάθηκε στο δικό του Τρίγωνο των Βερμούδων

Μουσική / Η πτώση του Χούλιο Ιγκλέσιας: Πώς χάθηκε στο δικό του Τρίγωνο των Βερμούδων

Ο πιο διάσημος Ισπανός τραγουδιστής πέρασε τα τελευταία 40 χρόνια κρυμμένος σε επαύλεις. Πλέον, λόγω κατηγοριών για σεξουαλική κακοποίηση και σωματεμπορία, η ιδιωτική του ζωή βγαίνει στο φως.
THE LIFO TEAM
8 φορές που το πάρτι πήρε φωτιά - κυριολεκτικά

Μουσική / 10 φορές που το πάρτι έγινε εφιάλτης

Με αφορμή τη φωτιά που ξέσπασε στο ελβετικό κλαμπ την Πρωτοχρονιά, κάνουμε μια αναδρομή σε παρόμοια πολύνεκρα δυστυχήματα τα τελευταία 80 χρόνια, από τη Βοστώνη και την Αργεντινή μέχρι τη Σουηδία και τις Φιλιππίνες.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
Το Piandaemonium στο Μέγαρο: 12 πιανίστες και 6 πιάνα συνομιλούν και αλληλεπιδρούν

Μουσική / Πανδαιμόνιο πιάνων στο Μέγαρο Μουσικής

Το Piandaemonium, το μοναδικό παγκοσμίως συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη με τους 12 πιανίστες, θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με δυνατούς ήχους, τζαζ αναμνήσεις, Προκόφιεφ και παραδοσιακές μελωδίες.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
ΕΠΕΞ Η τυραννία του Berghain

Μουσική / H τυραννία του Berghain

Με τη νεότερη γενιά των «ρέιβερ» να στρέφεται κυρίως σε hard ή εναλλακτικά πιο εύπεπτους ήχους και τους παλιούς να αρνούνται να δεχτούν οποιαδήποτε υποκατηγορία τέκνο ως αληθινή, το είδος έχει φτωχύνει σε πολυμορφία και τείνει να περιοριστεί στα δύο δίπολα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΟΥΡΛΑΚΟΣ
Ένα live οικονομικής ενίσχυσης επιζωσών έμφυλης βίας

Μουσική / Larry Gus, The Boy, Δεσποινίς Τρίχρωμη και Aeon σε ένα λάιβ για καλό σκοπό

Τέσσερις τραγουδοποιοί ενώνουν τις δυνάμεις τους στο Gagarin 205 για την ενίσχυση επιζωσών έμφυλης βίας, καθώς τα έσοδα θα διατεθούν για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων όσων κατήγγειλαν τον κακοποιητή τους.
M. HULOT