32 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου

32 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου Facebook Twitter
Στην δεκαετία του '90, στην δεκαετία που ακολούθησε τον θάνατό του, υπήρξε μία έκρηξη, όσον αφορά στον τρόπο πρόσληψης τής εικόνας τού Σιδηρόπουλου από τα μίντια, και κατ' επέκταση από τον κόσμο.
0

Στις 6 Δεκεμβρίου 1990 ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ένας αναγνωρισμένος ροκ τραγουδοποιός και περφόρμερ, θα έφευγε από την ζωή μόλις στα 42 του. Από τότε πέρασαν 32 χρόνια...

Στην δεκαετία του '90, στην δεκαετία που ακολούθησε τον θάνατό του, υπήρξε μία έκρηξη, όσον αφορά στον τρόπο πρόσληψης τής εικόνας τού Σιδηρόπουλου από τα μίντια, και κατ' επέκταση από τον κόσμο.

Μέσα από ένα μπαράζ δισκογραφικών εκδόσεων, βιβλίων, άρθρων, συνεντεύξεων συνεργατών του, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών –μέχρι και φανταστικές συνομιλίες επινοήθηκαν και εκδόθηκαν, ενώ ανασκαλεύτηκαν, αδιάκριτα, στοιχεία της προσωπικής ζωής του κ.λπ.– επιχειρήθηκε να μετατραπεί ο αείμνηστος Σιδηρόπουλος σ' έναν εγχώριο ροκ «μύθο». Υπήρχε ανάγκη; Μάλλον... Έτσι αποδείχτηκε δηλαδή.

Μπορεί ο Σιδηρόπουλος να μην ήταν, φυσικά, ο πρώτος Έλληνας από τον ευρύτερο ροκ χώρο που θα έφευγε ξαφνικά από τη ζωή, νέος ακόμη –ο Νικόλας Άσιμος π.χ. είχε πεθάνει και νωρίτερα, το 1988, και νεαρότερος, στα 39 του–, ήταν όμως ο πρώτος, απ' όσο φάνηκε, πάνω στον οποίον θα μπορούσε να στηθεί, να καλλιεργηθεί και να «πιάσει» αυτός ο «μύθος».

Δεν ξέρω πόσο λειτουργεί πλέον ως «μύθος» ο Σιδηρόπουλος, δεν ξέρω πόσο γνωστός είναι πια στη σημερινή νεολαία. Πόσο εμπνέει και πόσο επηρεάζει. Σίγουρα επηρεάζει περισσότερο τους «έντεχνους», παρά όσους κάνουν ροκ, χιπχόπ κ.λπ. Ίσως –έχω αυτή την αίσθηση, και όχι την ψευδαίσθηση– οι πιο νέοι άνθρωποι, οι σημερινοί νέοι, να αποδειχθούν οι ικανότεροι όλων. Να είναι εκείνοι, δηλαδή, που θα τοποθετήσουν τα τραγούδια του εκεί όπου πραγματικά αξίζουν. 

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, εκτός από το να γράφει τραγούδια, όπως έκαναν και άλλοι πολλοί, ήταν επίσης ένας όμορφος άντρας, δεν περιφρονούσε τα μίντια, «ψάρευε» καλλιτεχνικά και σε άλλους χώρους (στο «έντεχνο» π.χ., μα ακόμη και στο ρεμπετο-λαϊκό), εμφανιζόταν ως ηθοποιός στο σινεμά και την τηλεόραση, στα (κρατικά τότε) κανάλια μιλούσε και έπαιζε όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ενώ και η (οδυνηρή και καταδικαστική) επαφή του με την ηρωίνη, βοήθησε και αυτή τα μάλα στο μεταθανάτιο στήσιμο της μυθοποιημένης «εικόνας», με στοιχεία «καταραμένου καλλιτέχνη», κατ' αναλογίαν με τα εισαγόμενα ροκ-σύμβολα (Jim Morrison, Janis Joplin, Jimi Hendrix).

Τι έχει μείνει από τότε; Δεν είμαι πολύ σίγουρος. Οπωσδήποτε έχουν μείνει τα τραγούδια του, βασικά (βασικά λέμε) αυτά που πρόλαβε να κυκλοφορήσει ο ίδιος ενόσω ζούσε, ορισμένα λόγια του σε συνεντεύξεις, ίσως κάποια κείμενά του, οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις του. Ο ίδιος περιφρουρούσε, όσο μπορούσε, την προσωπική ζωή του –και τις σχέσεις του, και ό,τι άλλο– παρά την έκθεσή του στα μίντια, και επ' αυτού είχε πει κάποτε και σε ανύποπτο χρόνο (περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, Μάρτιος 1981) κάτι πολύ συγκεκριμένο:

«Συμβαίνει το εξής παράξενο: ενώ από τη μια μεριά με ηδονίζει και με θέλγει η δημοσιότητα, από την άλλη με τρομοκρατεί, ιδιαίτερα όταν αφορά την προσωπική μου ζωή, που αλλοίμονο έπαψα να έχω άμεση εποπτεία».

Δυστυχώς, και η προσωπική ζωή του κρεμάστηκε στα μανταλάκια μετά θάνατον και άλλα πολλά και διάφορα συνέβησαν, στα οποία δεν υπάρχει λόγος, τώρα, να σταθούμε και να επεκταθούμε. Εκείνο που θέλω να πω, πριν περάσουμε στο κυρίως μενού, είναι ένα.

32 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου Facebook Twitter

Υπάρχουν διάφοροι... Παύλοι Σιδηρόπουλοι. Ένας είναι ο Σιδηρόπουλος των συγγενών του, των φίλων του, των κολλητών του, των συνεργατών του. Ένας άλλος είναι εκείνος που γνωρίσαμε εμείς, που τον προλάβαμε ζωντανό στα πάλκα και την δισκογραφία. Έχουμε μια εικόνα διαφορετική θέλω να πω (αρκετοί τουλάχιστον από εμάς), από εκείνους που τον «γνώρισαν» μετά θάνατον και τον αποδέχτηκαν ως «μύθο» (και αυτός είναι ένας... τρίτος Παύλος Σιδηρόπουλος, ο μυθοποιημένος). Πιθανώς να υπάρχει κι ένας... τέταρτος Σιδηρόπουλος, πιο «καθαρός» ίσως απ' όλους τους προηγούμενους, που μπορεί να σχετίζεται με το πώς τον αντιλαμβάνονται σήμερα οι νέοι άνθρωποι – οι σημερινοί μαθητές και οι φοιτητές, και όποιοι άλλοι. Δεν ξέρω...

Δεν ξέρω, θέλω να πω, πόσο λειτουργεί πλέον ως «μύθος» ο Σιδηρόπουλος, δεν ξέρω πόσο γνωστός είναι πια στη σημερινή νεολαία. Πόσο εμπνέει και πόσο επηρεάζει. Σίγουρα επηρεάζει περισσότερο τους «έντεχνους», παρά όσους κάνουν ροκ, χιπχόπ κ.λπ. Ίσως –έχω αυτή την αίσθηση, και όχι την ψευδαίσθηση– οι πιο νέοι άνθρωποι, οι σημερινοί νέοι, να αποδειχθούν οι ικανότεροι όλων. Να είναι εκείνοι, δηλαδή, που θα τοποθετήσουν τα τραγούδια του εκεί όπου πραγματικά αξίζουν. Στο σωστό ύψος. Ούτε πιο πάνω, όπως έκαναν όσοι λάτρεψαν τον «μύθο» του στα nineties, ούτε πιο κάτω – σαν κι εμένα και πολλούς άλλους που ξέρω, που δεν υπήρξαμε φαν του και που ανάμεσα στα λίγα σχετικώς τραγούδια που ηχογράφησε, ενόσω ζούσε, βρίσκουμε ακόμη λιγότερα με διαχρονική αξία.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, στην δεκαετία του '80, έδωσε αρκετές συνεντεύξεις σε περιοδικά κι εφημερίδες. Και όχι μόνο σε μουσικά περιοδικά, αλλά παντού, ακόμη και σε ποικίλης ύλης.

Πολλές απ' αυτές τις συνεντεύξεις, σήμερα, δεν έχουν ενδιαφέρον, είναι επικαιρικές του τότε, ή λέγονται πράγματα χωρίς ιστοριοδιφική αξία. Ξαναδιάβασα, τέλος πάντων, πολλές πριν καταλήξω σ' αυτήν που δόθηκε για το πολιτικό περιοδικό Σχολιαστής (#57, 23 Δεκεμβρίου 1987) στην γνωστή μεταφράστρια και δημοσιογράφο Ιουλία Ραλλίδη, με αφορμή ένα πρόγραμμα που ανέβαζε τότε ο Σιδηρόπουλος στο κλαμπ Rodeo, μαζί με τoν Ζωρζ Πιλαλί και την Κρίστη Στασινοπούλου.

Η συνέντευξη, την οποία θα αναδημοσιεύσουμε, έχει ενδιαφέρον. Θα μπορούσα να σχολιάσω αρκετά απ' αυτά που λέει ο αείμνηστος τραγουδοποιός σε σχέση με το ροκ, το ρεμπέτικο και το blues, αλλά δεν θα το κάνω. Θα παρέμβω μόλις σ' ένα σημείο. Προτείνω, όμως, όλα αυτά να διαβαστούν κριτικά, σημειώνοντας, τέλος, πως έχουν πολύ και ιδιαίτερο νόημα όλα όσα αναφέρει ο ίδιος για την ηρωίνη, προς το τέλος της συζήτησης.

 

ΔΑΜΩΝ & ΦΙΝΤΙΑΣ - Το Ξέσπασμα / Ο Κόσμος Τους

— Υπάρχει το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατό να γραφτεί ροκ εντ ρολ με ελληνικό στίχο. Αυτό έχει αποδειχτεί πια ότι έχει ξεπεραστεί...

Σίγουρα έχει ξεπεραστεί, γιατί η Αθήνα είναι ήδη πια παγκόσμιο ξενοδοχείο και στη μουσική έχουμε φαινόμενα όπως ο Fela Kuti, που τραγουδάει στα αφρικάνικα, η Nina Hagen στα γερμανικά, ένα ρώσικο συγκρότημα που τραγουδάει στη γλώσσα του και που ακούσαμε στο Live Aid. Η ελληνική γλώσσα έχει ήδη ταιριάξει στον ρυθμό του ροκ, και αυτό το ίδιο είναι παγκόσμιο φαινόμενο – είναι διεθνιστικό φαινόμενο, μπορούμε να πούμε, δεν έχει εθνικά σύνορα. Δεν έχει εθνική συνείδηση.

— Εσύ, όταν γράφεις ή όταν σκέφτεσαι νοιώθεις τη δέσμευση να αποφασίσεις ποιας γλώσσας λέξη θα βάλεις;

Όχι, καθόλου. Σκέφτομαι πάντα οικουμενικά, παγκόσμια. Υπάρχει η ελληνική ταυτότητα, όμως εμένα η σκέψη μου δεν έχει τέτοια σύνορα. Αυτή τη στιγμή θεωρείται παράδοση ο Αττίκ και ο Χαιρόπουλος – παρ' όλα αυτά η μουσική τους είναι καθαρά γαλλικής κουλτούρας. Τα ρεμπέτικα είναι πάλι τούρκικη-αραβική κουλτούρα και τώρα κυριαρχεί η αγγλοσαξονική κουλτούρα, η δυτική κουλτούρα, με ματζόρε-μινόρε. Το ροκ τελικά έχει όμως και ανατολικά στοιχεία, είναι παγκόσμιο ξενοδοχείο, συγχωνεύει τα πάντα. Σήμερα υπάρχει ροκ που έχει δρόμους δικούς μας, λαϊκούς, αφρικάνικες κλίμακες, ινδικές ragas.

— Η ρεμπέτικη κουλτούρα έχει σχέση με κρασί, με ούζο...

Και με το «μαύρο», με το χασίσι...

— ...από την άλλη μεριά έχουν γίνει προσπάθειες κι από σένα, που το θυμάμαι όταν το συζητούσες πιο παλιά, να συνενωθεί αυτή η κουλτούρα με το ροκ εντ ρολ...

Μουσικά, ναι. Γιατί υπάρχουν οι παλιοί μπλουζίστες, που ο τρόπος ζωής τους μοιάζει πολύ με αυτόν των ρεμπέτηδων, κάτω βέβαια από άλλες συνθήκες και από άλλες εκφραστικές εικόνες. Άλλες φωτογραφίες θα είχαμε με λιμάνια, λουλάδες κ.λπ., κι άλλες θα ήταν οι φωτογραφίες με μπλουζίστες στην Αμερική, με κουνιστές πολυθρόνες, φυτείες και τέτοια. Όμως το feeling είναι το ίδιο. Απ' αυτή την άποψη μπορούμε να πούμε πως οι δυο κουλτούρες έχουν κάποια συγγένεια. Επίσης η blue, η μελαγχολική κλίμακα των μπλουζ μοιάζει με το παράπονο των ρεμπέτηδων και με ορισμένους δρόμους τους. Αν αυτό το σκεφτεί κανείς και μουσικά μπορεί να βγάλει ένα μείγμα –ας το πούμε έτσι– που θα 'ναι όμως δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να βγει κάτι ωραίο ή κάτι τελείως απαράδεκτο. Θα το καταλάβεις μόνο αν το κάνεις στην πράξη, γιατί όπως έλεγε κι ο Lou Reed –και το υποστηρίζω κι εγώ– μεταξύ ιδέας και έκφρασης υπάρχει μια ζωή ολόκληρη. Και στην Ελλάδα πολύς κόσμος έχει κάνει τέτοιες κρούσεις. Προσωπικά έχω ξεχωρίσει τον Νίκο Παπάζογλου, που είναι πιο «ρεμπέτης» απ' όσο θα ήθελα εγώ, και τους Φατμέ (Νίκος Πορτοκάλογλου κ.ά.), που είναι πιο υποτονικοί, απ' όσο θα ήταν η δικιά μου μουσική.

32 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου Facebook Twitter

— Ας κάνουμε μιαν αναδρομή στη μουσική, που άρχισες να κάνεις εσύ. Πότε ξεκίνησες την δισκογραφία;

Ήταν με τα Μπουρμπούλια, σ' ένα 45άρι με τον «Ντάμη τον ληστή», τραγούδι που ήταν μουσικά βασισμένο σε δημοτικές κλίμακες, ακόμη και καθαρά ηπειρώτικες. Λόγω δικτατορίας η λέξη «ληστής» δεν πέρασε (σ.σ. από την λογοκρισία) και βγήκε ως «Ο Ντάμης ο σκληρός». Στην πίσω πλευρά το δισκάκι είχε ένα δωδεκάμετρο ροκ εντ ρολ, το «Απογοήτευση». Όταν πήγαμε να κάνουμε μεγάλο δίσκο το '71 προς '72 φαίνεται ότι ήμασταν πραγματικά εκτός χρόνου. Ο Τάσος Φαληρέας, ο παραγωγός μας, περίμενε την άνωθεν εντολή από τον Αλέξανδρο Πατσιφά, τον διευθυντή της Lyra, αν και ποτέ δεν έμαθα τα παραμέσα. Το ότι δεν έγινε ο δίσκος ήταν μια από τις αιτίες που διαλύσαμε σαν Μπουρμπούλια – ο Βασίλης Ντάλλας μπάσο, ο Νίκος Τσιλογιάννης τύμπανα και ο Παντελής Δεληγιαννίδης ηλεκτρική κιθάρα.

(σ.σ. Αυτό που λέει εδώ ο Σιδηρόπουλος, πως «λόγω δικτατορίας» δεν πέρασε η λέξη «ληστής» στο τραγούδι του δεν ισχύει, αφού ήδη ο Σαββόπουλος είχε ηχογραφήσει κομμάτι με τον τίτλο «Ο παλιάτσος κι ο ληστής», ενώ και στο ίδιο τραγούδι, στον «Ντάμη τον σκληρό», ακούγεται στους στίχους, προς το τέλος, η λέξη «ληστής». Τραγούδι με «ληστή» θα ηχογραφήσει κι ο Γιώργος Νταλάρας το 1972, τον «Λιόντα» των Μ. Λοΐζου - Λ. Παπαδόπουλου. Οπότε τι έγινε; Απλώς οι παραγωγοί τής Lyra, ο Πατσιφάς κι ο Φαληρέας, πρέπει να άλλαξαν από μόνοι τους τον τίτλο του τραγουδιού, σ' έναν δίσκο 45 στροφών, ώστε να είναι πιο εύκολα μεταδόσιμο το τραγούδι από τους παραγωγούς του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης).

— Νομίζω ότι συμμετείχες και σ' ένα άλλο σχήμα, το Δάμων και Φιντίας...

Ναι, πιο πριν, όταν εγώ είμαι στην Θεσσαλονίκη, φοιτητής του Μαθηματικού Τμήματος, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου και πρωτακούω τον Παντελή Δεληγιαννίδη, σαν κιθαρίστα των Olympians τότε. Εκείνος ακούει κυρίως rhythm n' blues, όπως κι εγώ, οπότε αποφασίζουμε να κάνουμε το ντουέτο, με μοτίβα δικά του που ντύνω με στίχους.

— Κάνατε δίσκο μαζί;

Ναι, στην Αθήνα, με παραγωγό τον Τάσο Φαληρέα, το 1971, στην Lyra. Τo 45άρι «Το ξέσπασμα / Ο κόσμος τους». «Το ξέσπασμα» υπάρχει και στο LP «Φλου», το 1979. Συμμετείχαμε και στο άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα τραγούδια «Απογοήτευση» και «Ο γέρο Μαθιός» και παίζουμε 1971-72 στο Κύτταρο, μαζί με τους Socrates και τον Εξαδάκτυλο.

— Στη Θεσσαλονίκη εκτός από μουσική τι άλλο κάνεις;

Είμαι φοιτητής τρία χρόνια, από το '67 έως το '70. Δεν πήρα ποτέ πτυχίο, πρώτον, επειδή είχα την εντύπωση ότι έχανα τον καιρό μου, και δεύτερον, γιατί με ενοχλούσε πάρα πολύ εκείνη η εποχή της δικτατορίας. Βρίσκομαι πια σε μια θέση όπου δεν μπορώ να είμαι «μαθητής» με τίποτα – αισθάνομαι ότι πρέπει να εκφραστώ. Ακούω τους μουσικούς και αισθάνομαι συνάδελφος. Αρχίζω να νοιώθω αυτό που αργότερα έγινε παγκόσμια φάση: το «get together».

32 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου Facebook Twitter
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, στην δεκαετία του '80, έδωσε αρκετές συνεντεύξεις σε περιοδικά κι εφημερίδες. Και όχι μόνο σε μουσικά περιοδικά, αλλά παντού, ακόμη και σε ποικίλης ύλης.

— Ποια ήταν τα πρώτα συγκροτήματα που σε επηρέασαν;

Περισσότερο απ' όλους ο Mick Jagger και οι Rolling Stones. Από μαύρους ο Otis Redding και ο James Brown με τους Famous Flames – φοβερή ρυθμομηχανή.

— Πώς ξεκινάς να γράφεις τραγούδια;

Κατά το '73 αρχίζω να γράφω μουσική και να μαθαίνω κιθάρα – όχι με σκοπό να γίνω κιθαρίστας, αλλά για να μπορώ να τραγουδάω τα τραγούδια στο σπίτι, για δική μου ευχαρίστηση και ταυτόχρονα για να έχω ένα όργανο, που πάνω του να μπορώ να συνθέσω.

— Θέλω να σε ρωτήσω με αφορμή το «Φλου», το πρώτο LP με την Σπυριδούλα, αν είναι εύκολο για έναν ολοκληρωμένο περφόρμερ να συνεργάζεται με γκρουπ, που έχει απόψεις διαφορετικές. Ή είναι πιο απλό να συνεργάζεται ο ίδιος ανά εποχές με μουσικούς στούντιο, ή με επαγγελματίες σε εμφανίσεις, και να τελειώνει εκεί το θέμα;

Πρώτα-πρώτα είναι αδύνατο να παίζεις ροκ εντ ρολ με μουσικούς που δεν εμπιστεύεσαι. Δεν γίνεται τζουκ-μποξ με τίποτα. Οπότε, βασική προϋπόθεση είναι η εμπιστοσύνη σ' αυτούς, όχι μόνο σαν μουσικούς, αλλά και σαν άτομα – το πώς κινούνται. Ο τρόπος που παίζουν στη σκηνή, τα κύματα που δίνουν, όλα αυτά λειτουργούν στο ροκ εντ ρολ. Ο τρόπος συνεργασίας μας με την Σπυριδούλα ήταν ο εξής: εμείς δεχόμαστε τις απόψεις σου κι εσύ τις δικές μας. Αν είχαμε κοινά σημεία, καλώς. Στην ενορχήστρωση των κομματιών έχει «άποψη» η Σπυριδούλα, κάτι που αναφέρεται και στον δίσκο.

 

Μου 'πες θα φύγω

— Ήδη από τότε αρχίζεις να μιλάς για ουσίες, για "stuff"...

Δεν είχα εμπειρίες τότε (σ.σ. προφανώς, γιατί τα τραγούδια τού «Φλου» είναι γραμμένα πριν το '78). Η εμπειρία μου με την ηρωίνη υπάρχει στο «Εν Λευκώ», το 1979-80 (σ.σ. τότε άρχισε να γράφει τα συγκεκριμένα τραγούδια, το λέμε γιατί ο δίσκος βγήκε το '82).

— Υπάρχει ένας στίχος που λέει «ένα φιξάκι φίλε δεν είναι παρά μια στιγμή / κι όμως μπορεί να γίνει μια ολόκληρη ζωή»...

Κοίταξε, μίλησα για μένα. Σε έναν τρίτο τού τα λέω στα ίσα κι ίσως να τον σαρκάζω, όταν λέω «κι ίσως να ξεχαστείς, να λες πως την ελέγχεις / πως ξέρεις τι ζητάς και το γιατί». Τι σημαίνει να ξεχαστείς; Άλλωστε η πρώτη πλευρά του δίσκου τελειώνει με το «Θάνατος».

— Δηλαδή είναι ένα ταξίδι, που μοιραία καταλήγει εκεί;

Εκεί, βέβαια.

— Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει κανείς και να νομίσει ότι θα σωθεί;

Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν σταματήσει, αλλά είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα – δυστυχώς. Οι περισσότεροι μένουν στο λούκι μια ζωή ολόκληρη.

— Όταν ξεκίνησες εσύ να κάνεις μουσική δεν υπήρχε η σημερινή εξάπλωση των σκληρών ναρκωτικών...

Εκτός από το λαϊκό κύκλωμα. Τότε ήταν διαχωρισμένοι οι ηρωινομανείς λαϊκοί (μπουζούκια, σκυλάδικα) και το κύκλωμα των ηρωινομανών στο ροκ. Αυτά μιξαρίστηκαν από το 1979 και μετά. Στους ρεμπέτες υπήρχε ο Ανέστης Δελιάς, που ήταν πρεζάκι. Η δική μου γενιά είναι της drug culture. Αυτή δεν είχε σχέση με την πρέζα ή με το body building, με τα δύο άκρα. Τώρα βλέπω μπλουζάκια νεαρών με το σύνθημα «no drug generation», έτσι απροκάλυπτα. Η ηρωίνη σαν ναρκωτικό του νευρικού συστήματος το καταστέλλει μέχρι πλήρους αδράνειας. Τότε, στη γλώσσα της ηρωίνης, έχουμε το «νοντάρισμα», το κουτούλημα. Όχι, δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να κάνει χρήση ηρωίνης –το λέω κατηγορηματικά, γιατί έχω εμπειρία– δεν αξίζει το τράβηγμα. Είναι πολύ άνισο αυτό που παίρνεις μ' αυτό που δίνεις –πέρα από την πρέζα–, ώστε να ξαναέρθεις σε κάποια ισορροπία. Εκτός αν αποφασίσεις να είσαι σε όλη σου τη ζωή πρεζάκιας, οπότε εκεί δεν ξέρω τι συμβαίνει, δεν μπορώ να πω τίποτα.

— Υπάρχουν ρόκερ που σώθηκαν από την πρέζα, η Marianne Faithfull, ο Iggy Pop, ο Lou Reed...

Σώθηκαν... βγήκανε πες, ξε-αρρωστήσανε.

— Το ότι βγαίνουν «καθαροί», συνεχίζουν να κάνουν μουσική, ξαναρχίζοντας από 'κει που ξεκίνησαν...

Όχι από 'κει που ξεκίνησαν, αλλά με το παρελθόν της ηρωίνης πια. Αν δεν το πάρεις χαμπάρι αυτό, τότε την έχεις βάψει. Πρέπει να δεχτείς ότι στο δρόμο έχεις χάσει πράγματα, που πιθανώς να μην τα ξαναπάρεις πίσω σε συναισθηματικό, αλλά και σε βιολογικό επίπεδο.

— Ποια είναι η σχέση τού ροκ εντ ρολ με το «εγώ»; Πόσο σε βοηθάει και πόσο σε φθείρει σαν ρόκερ;

Σαν ρόκερ σε βοηθάει στο ότι ένας άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει το πραγματικό του «εγώ» και να το κάνει περφόρμανς – να το κοινοποιήσει. Και ο Iggy Pop, και ο Mick Jagger, και ο David Bowie έχουν πει «γίνομαι πουτάνα – κοινή». Κοινοποιείς το «εγώ» σου, με τον τρόπο σου. Άρα αυτό γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο του ροκ εντ ρολ. Δεν υπάρχει ροκ αλλιώς.

— Δεν εμφανίζεται κάποια παγίδα σ' ένα σημείο;

Να σου πω ποια. Στην πορεία υπάρχει και το υποσυνείδητο, και επειδή το ροκ έχει αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, σου δίνει το δικαίωμα να πέσεις στο χώρο του υποσυνείδητου, να φτάσεις σε κάποια ανεξέλεγκτη κατάσταση και να συμβούν πράγματα απρόσμενα, τα οποία να μην σχετίζονται με την ζωή, αλλά με τον θάνατο.

Αυτό είναι το ωραιότερο, με διαφορά, τραγούδι με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, που ακούσαμε μετά τον θάνατό του. Ηχογραφήθηκε το 1972-73 (μουσική Μιχάλης Καρράς, στίχοι Παύλος Σιδηρόπουλος) και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2001. Στη μνήμη μου ανακαλούνται τα "Reflections" του Μάνου Χατζιδάκι...

 

Day after day

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΙΣ 6.12.2020

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Στίχοι του Παύλου Σιδηρόπουλου, που έγιναν πρόσφατα γνωστοί, μετατράπηκαν σε τραγούδια από τον Δημήτρη Καρρά

Μουσική / Στίχοι του Παύλου Σιδηρόπουλου, που έγιναν πρόσφατα γνωστοί, μετατράπηκαν σε τραγούδια από τον Δημήτρη Καρρά

Πρόκειται για το άλμπουμ «Εξακρίβωση», στο οποίο τραγουδούν οι Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Ελένη Βιτάλη, Χ. & Π. Κατσιμίχας, Ορφέας Περίδης, Φοίβος Δεληβοριάς κ.ά.
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι μου έμαθε για τον σεξισμό και την αρρενωπότητα η ραπ

Μουσική / Τι μου έμαθε για τον σεξισμό και την αρρενωπότητα η ραπ

Η έρευνα του Κώστα Σαββόπουλου για τη ραπ, το πιο παρεξηγημένο (και άγνωστο για τον πολύ κόσμο) μουσικό είδος σε παγκόσμιο και ελληνικό επίπεδο, κυκλοφορεί σε ένα βιβλίο που βάζει στη θέση τους πολλά πράγματα.
M. HULOT

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ