«Αυτό που όλοι ξέρουν για τον Ροβινσώνα Κρούσο είναι ότι πρόκειται για έναν ήρωα που αγωνιά να επιβιώσει στο ερημονήσι όπου τον ξέβρασε η θάλασσα ως ναυαγό. Και τελικά τα καταφέρνει χάρη σε ιδιοκατασκευές που εξ ανάγκης επινοεί γι’ αυτόν τον σκοπό. Ως εκ τούτου, όλοι μπορούμε να κάνουμε την αναγωγή στη δική μας συνθήκη της τελευταίας δεκαετίας, η οποία, για να τεθεί κομψά, μας εξώθησε σε πρακτικές πολύ κοινές για τους καλλιτέχνες, που, όταν τους πιέζει το επείγον των αναγκών και για οικονομικούς λόγους δεν μπορούν να τις καλύψουν, καταφεύγουν στο να επινοούν και να κατασκευάζουν ό,τι χρειάζονται, με μία εφευρετικότητα και μία πλαστικότητα οι οποίες συνενώνουν το απαραίτητο με το “κατά τι πολυτελές”, ώστε το αποτέλεσμα να είναι και ευχάριστο.

 

Όπως μας πληροφορεί το μυθιστόρημα, ο Ροβινσώνας, προτού ναυαγήσει στο ερημονήσι, ήταν ένας φρικτός, πραγματιστής αποικιοκράτης, που ασχολείτο με το εμπόριο σκλάβων. Όταν όμως, εκ των πραγμάτων, εξαναγκάζεται να κατασκευάσει μόνος του και χωρίς μέσα, τα απαραίτητα για να επιβιώνει, ανακαλύπτει μια άλλη ταυτότητα για τον εαυτό του που τη θεωρεί αληθινή. Δεν μεταμελείται για το πώς ήταν πριν. Η μεταμέλεια έρχεται αφού γνωρίσει τον Παρασκευά. Όταν βρίσκεσαι απομονωμένος σαν τον Ροβινσώνα είσαι ριζοσπαστικά τρελός, επειδή διαπιστώνεις με σιγουριά ότι μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου μόνος σου, χωρίς τους άλλους, που, υπό κανονικές συνθήκες, θα σε πλαισίωναν.

 

Για παράδειγμα, ο Ροβινσώνας αφοσιώνεται στην κατασκευή μιας καρέκλας για να κάθεται. Κι επειδή το αποτέλεσμα δεν τον ικανοποιεί, τη δουλεύει ξανά και ξανά. Είναι τόσο μόνος που δεν οφείλει να απολογηθεί σε κανέναν για την εμμονή και την επιμονή του. Την ξαναπιάνει από την αρχή επειδή θέλει την πολυτέλεια μιας καρέκλας που θα τον ικανοποιεί. Μία καλή καρέκλα στη συνθήκη που βιώνει αποκτά μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι θα είχε σήμερα για κάποιον ένα σπίτι με πισίνα, που είναι ένα ευρέως αποδεκτό σύμβολο πολυτελούς διαβίωσης.

 

Διότι το να ξέρεις τι σου είναι αναγκαίο, ώστε να σου κάνει τη ζωή πραγματικά καλύτερη και το να ανταποκρίνεται στα δικά σου κριτήρια τελειότητας, συνιστά την μόνη αληθινή πολυτέλεια. Και αυτή δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αναγνωρίσιμη πολυτέλεια.

 

Είναι πάντα καλύτερο (πιο ήρεμο και σταθερότερο) να κοιτάζει κανείς το ουσιώδες που βρίσκεται κοντά του και που μπορεί να το νιώσει δικό του, αντί να ατενίζει μια μορφή του εαυτού του που τη θεωρεί μεν ιδανική, αλλά είναι και τόσο απόμακρη κι απατηλή που δεν έχει πραγματικό αντίκρισμα ώστε να υποστηρίζει την περηφάνεια για αυτό που είσαι. 

 

Μέσω του Ροβινσώνα, που εκδόθηκε το 1719, ο συγγραφέας του, Γουίλιαμ Ντεφόε, τοποθετεί το βασικό ερώτημα της επιβίωσης στην ουσιώδη βάση του. Το γεγονός αυτό κάνει το κείμενό του τόσο διαχρονικό. Και επιβεβαιώνεται στις ταραχώδεις εποχές μας ότι η επιλογή του Ροβινσώνα ως πρότυπο παραμένει βάσιμη. Επειδή εκείνος μπαίνει στη διαδικασία να είναι μία “βιομηχανία του ενός” και καθώς, κατά κάποιο τρόπο, ελέγχει όλα τα στάδια της παραγωγής του, αγγίζει ένα επίπεδο κριτικής της “laissez faire” οικονομίας που βιώνουμε.

 

Επιπλέον, αυτός ο έλεγχος γεννά στον ίδιο την καθησυχαστική αίσθηση –κι ας είναι τελικά ψευδαίσθηση– μιας αυτονομίας, αυτοδυναμίας και αυτάρκειας. Kαι έχει ενδιαφέρον ότι ένας αποικιοκράτης σαν τον Ροβινσώνα, ο οποίος κερδίζει χρήματα με τον χειρότερο τρόπο, δηλαδή, με την απανθρωπιά του δουλεμπορίου, την ίδια στιγμή αμφισβητεί αυτήν την οικονομία στις νέες συνθήκες στις οποίες καλείται να επιβιώσει» λέει ο εικαστικός Κωστής Βελώνης που μαζί με τον Πολύνα Κοσμαδάκη έχουν συνεπιμεληθεί την έκθεση «Ο κύριος Ροβινσώνας Κρούσος έμεινε σπίτι - περιπέτειες σχεδιασμού σε συνθήκες κρίσης».  

 

Η έκθεση ναι μεν έχει εγκαινιαστεί εδώ και σχεδόν 2 μήνες, αλλά δεν έχει υποδεχθεί κοινό, το οποίο μπορεί επιτέλους να τη δει. Πρόκειται για έργα 37 Ελλήνων καλλιτεχνών που εκτίθενται στον τρίτο όροφο του μουσείου Μπενάκη, της οδού Κουμπάρη, στην αίθουσα όπου κανονικά παρουσιάζεται τμήμα της μόνιμης συλλογής με εκθέματα του 19ου αιώνα και τα οποία έχουν μεταφερθεί στο κτίριο του μουσείου επί της Πειραιώς 138, στο πλαίσιο της εκεί επετειακής έκθεσης για την επανάσταση του 1821. 

 

Το Τάγμα της Ευποιίας
Μία σύνθετη επιτοίχια γλυπτική κατασκευή, με τίτλο «Το Τάγμα της Ευποιίας» (2021), της Μαρίας Γεωργούλα, φτιαγμένη από διαφανή πολυεστερική ρητίνη, φύκια, καλάμια, ακρυλικά χρώματα και πλαστικά αντικείμενα, όπου όλα αυτά μαζί δημιουργούν τη φόρμα ενός θυρεού.

 

«Μελετήσαμε το μυθιστόρημα και όλες τις αναφορές σ’ αυτό, αλλά ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι δεν θέλαμε η έκθεση να καταλήξει σε εικονογράφηση ή σχολιασμό του. Τα έργα εμπνέονται, συνδιαλέγονται ή τοποθετούνται σε σχέση με αυτό και ο μύθος του Ροβινσώνα λειτουργεί ως πρίσμα, μέσα από το οποίο χαρτογραφούμε στη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή την πρακτική της χειροτεχνικής ιδιοκατασκευής.

 

Θέλαμε επίσης να τα γεφυρώσουμε όλα αυτά με τα κινήματα στην ιστορία της τέχνης, που ανέδειξαν τη χειροποίητη κατασκευή και διεκδίκησαν την αναγνώρισή της ως υψηλή τέχνη. Όπως το βρετανικό Arts and Crafts, το Bauhaus, ή η φεμινιστική τέχνη των δεκαετιών του ‘70 και του ’80. Σε όλα τους είχε σημασία η ανάδειξη της χειροποίητης κατασκευής ως καλλιτεχνικό μέσο με πολιτικό αντίκτυπο σε σημαντικά ζητήματα, όπως είναι η εγγύτητα τέχνης και καθημερινής ζωής και η απαλοιφή της ιεράρχησης της τέχνης σε υψηλή, εφαρμοσμένη και λαϊκή» λέει η Πολύνα Κοσμαδάκη, η οποία, ως Επιμελήτρια Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης στο Μουσείο Μπενάκη, επιδιώκει τη σύνδεση της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής με τις ιστορικού βάθους συλλογές του μουσείου. Και επιδιώκει να την επεκτείνει, δεδομένου ότι η χειροτεχνία και η καλλιτεχνική ιδιοκατασκευή βρίσκονται στο πυρήνα και της παραδοσιακής ελληνικής λαϊκής τέχνης.

 

Είναι σημαντικό για κάποιον που θα επισκεφθεί την έκθεση να θυμάται ότι ξεκινά ακριβώς πριν από την είσοδο στην αίθουσα, με δύο έργα τοποθετημένα στο κλιμακοστάσιο. Πρόκειται για ένα σχέδιο με μολύβι σε χαρτί του Διονύση Καβαλλιεράτου που έχει τίτλο «Ροβινσώνες Κρούσοι» (2013) και για μία σύνθετη επιτοίχια γλυπτική κατασκευή, με τίτλο «Το Τάγμα της Ευποιίας» (2021), της Μαρίας Γεωργούλα, φτιαγμένη από διαφανή πολυεστερική ρητίνη, φύκια, καλάμια, ακρυλικά χρώματα και πλαστικά αντικείμενα, όπου όλα αυτά μαζί δημιουργούν τη φόρμα ενός θυρεού. Ας σταθούμε προς το παρόν στο ότι τα δύο αυτά έργα, ως εισαγωγή στην έκθεση, είναι το ανάλογο του γνωστού κλισέ: «για να μπεις στο σπίτι, σου έχω αφήσει τα κλειδιά κάτω από το χαλάκι της εισόδου». 

 

Σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη - Κάν’το όπως ο Ροβινσώνας
Αρκετά έργα εμπνέονται από τα εργαλεία και τα σκεύη που στο μυθιστόρημα ο Ροβινσώνας κατασκευάζει μόνος, όπως είναι τα εντυπωσιακά, αινιγματικά και πανέμορφα κεραμικά δοχεία του Γιώργου Τσεριώνη.

 

Αυτό σημαίνει ότι ο επισκέπτης, αφού δει την έκθεση, επανέρχεται σε αυτά και αναγνωρίζει ότι είναι δύο σπουδαία «αντικλείδια» που «ανοίγουν» τα επίπεδα αναγωγών που μπορεί να αγγίξει, ακολουθώντας τις καθοδηγητικές αλληγορίες που γεννούν οι σαρκασμοί, οι αγωνίες και η μελαγχολία των έργων της έκθεσης.

 

Άσχετα από το περιεχόμενό τους, τα έργα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:  εκείνα που δημιουργήθηκαν ειδικά για την έκθεση και εκείνα που προϋπήρχαν. Στα τελευταία συγκαταλέγονται και μερικά έργα εμπνευσμένα μεν από τον Ροβινσώνα Κρούσο, αλλά φτιαγμένα πολύ πριν την έκθεση. Μια τέτοια περίπτωση είναι το εκπληκτικό στέμμα από πευκοβελόνες της Μάρθας Δημητροπούλου («Κορώνα», 2013) που εκφράζει την συγκινητική ανάγκη του ανθρώπου, όταν, κλεισμένος στη μοναξιά του ή σε κάποια εκούσια ή ακούσια απομόνωση, αποζητά μια αναγνώριση ή έστω μια ψευδαίσθηση κύρους, που θα τον στηρίζει και ελλείψει άλλου τις προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του, μέσα από σύμβολα φτιαγμένα με ευτελή και προπαντός ευάλωτα υλικά. 

 

Αρκετά έργα εμπνέονται από τα εργαλεία και τα σκεύη που στο μυθιστόρημα ο Ροβινσώνας κατασκευάζει μόνος, όπως είναι τα εντυπωσιακά, αινιγματικά και πανέμορφα κεραμικά δοχεία του Γιώργου Τσεριώνη. Άλλα έργα «παίζουν» με την αίσθηση της ματαίωσης και της αποτυχίας που τυχαίνει να βιώνει κάποιος όταν προσπαθεί να κατασκευάσει κάτι λειτουργικό και ολοκληρωμένο. Μεταξύ αυτών, η ορειχάλκινη σαγιονάρα με «πέτρινη» σόλα της Στεφανίας Στρούζα και το δυσλειτουργικό «Κλαδευτήρι»(2017) του Αλέξανδρου Ψυχούλη.

 

Σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη - Κάν’το όπως ο Ροβινσώνας
Άποψη της έκθεσης.

 

Η «Θέα από το Τρινιντάντ» (2021) που συνυπογράφουν η Μαρία Παπαδημητρίου και η Ευγενία Βερελή είναι μια «άκαμπτη μπουγάδα», όπου τα απλωμένα ρούχα δεν έχουν τίποτα που θα παρέπεμπε στον ήρωα του μυθιστορήματος. Από το Τρινιντάντ, που βρισκόταν κοντά στο ερημονήσι του Ροβινσώνα, το μόνο που διακρινόταν από εκείνον (σύμφωνα με το έργο και όχι με το μυθιστόρημα) ήταν μια απλωμένη μπουγάδα απροσδόκητα φανταχτερών ρούχων –αν και «ταλαιπωρημένων»– που συγκαλύπτει την αλήθεια του, καθώς προς τα έξω δείχνει σαν εκείνος να καλοπερνά και όχι να πασχίζει να επιβιώσει.

 

Στην κατηγορία με έργα-ρούχα ανήκει και η «Συρραφή (κορμός/πόδια)» (2021), ένα πανέμορφο «συνολάκι» από καρό λινάτσα της Αναστασίας Δούκα, που δεν θα έμοιαζε ξένο σε πασαρέλα της υψηλής ραπτικής. Εκφράζει την θετική όψη τού να αποζητά κάποιος με τις ιδιοκατασκευές του μια κάποια αισθητική ικανοποίηση και όχι μόνο πρακτικές λύσεις. Συγχρόνως όμως προβάλλει και την ανάγκη για λίγη προσποίηση – εκείνο το «όλα πάνε καλά» που εκπέμπεται για αυτο-φόρτιση του ηθικού (ενώ δεν είναι βέβαιο ότι πάνε όλα καλά).

 

Έργο-ρούχο παρουσιάζει και η Εύα Παπαμαργαρίτη. Βλέποντας το «Dirty Hands, Tranquil Hearts» (2021), θα έλεγε κάποιος ότι αντικρίζει βιτρίνα επαρχιακού μαγαζιού, στην Αγγλία, που ειδικεύεται στην postpunk μόδα. Είναι ένα έργο που αναφέρεται στην «ιδιοκατασκευή» ενός προσωπικού στυλ μέσα από τους κώδικες μιας υποκουλτούρας (subculture) και το οποίο στυλ του παρέχει αναγνωρίσιμη «ταυτότητα», χάρη στην οποία μπορεί να γίνει αποδεκτός στη σχετική κοινωνική ομάδα. 

 

Διονύσης Καβαλλιεράτος, Ροβινσώνες Κρούσοι
Διονύσης Καβαλλιεράτος, Ροβινσώνες Κρούσοι, 2013, μολύβι σε χαρτί. Ιδιωτική συλλογή.

 

Φυσικά, δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν οι αναφορές στην σκιά του θανάτου που βαραίνει κάθε απόπειρα αυτό-διάσωσης. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει το «Folded: Naked Nature» (2021) του Γιώργου Σαπουντζή, ένα καθηλωτικό σατέν «σάβανο», που θα μπορούσε να στέκεται σαν σύμβολο μίας επιμονής στην διεκδίκηση κάποιας πολυτέλειας και αναγνώρισης ακόμη κι αν οι απόπειρες επιβίωσης κάποιου δεν στεφθούν με επιτυχία. Με τη σκιά του θανάτου συνδέεται και το συγκλονιστικό «όρυγμα» στο παλιότερο έργο με τίτλο «Sylvia Plath» (1983) του Θανάση Τότσικα.

 

Δεδομένης της ποικιλίας των έργων, είναι σίγουρο ότι ο θεατής δεν θα αναγνωρίσει σε όλα τους μια εξίσου εύκολη πρόσβαση στο σύμπαν των προθέσεών τους. 

 

Είναι όμως βέβαιο ότι θα φύγει εντυπωσιασμένος από έργα που φτιάχτηκαν ειδικά για την έκθεση και με τα οποία οι δημιουργοί τους εκτοξεύουν μπροστά τη δουλειά τους. Όπως είναι, για παράδειγμα, το «Περισσότερες απαντήσεις χωρίς ερωτήσεις» (2021) της Μαλβίνας Παναγιωτίδη, μια γλυπτική εγκατάσταση από χαλκό, του οποίου η σαγηνευτική μεταλλική λάμψη απαλύνει την ανησυχία που προκαλεί το διαμελισμένο «ξετύλιγμά» της σύνθεσης.  Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι βρίσκεται ενώπιον μιας διαλυμένης φαντασίωσης γυναικείας φιγούρας. Σαν ο Ροβινσώνας, λόγω της μοναξιάς του να αδυνατεί πια να σχηματίσει συγκροτημένη εικόνα του αντικειμένου του πόθου του. 

 

Σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη - Κάν’το όπως ο Ροβινσώνας
Άποψη της έκθεσης.

 

Εντυπωσιακή είναι και η κατασκευή της Νάνας Σαχίνη «Tα ταξίδια που (δεν) κάναμε στον Ορενόκο» (2021), μια σύνθεση στην οποία συνυπάρχουν κεραμικά, χαλκός, κερί, ξύλο, ψηφιακές εκτυπώσεις και δέρματα. Καταλαμβάνει τη θέση μια ταπετσαρίας με τοπία του αγώνα του 1821. Αποτελεί, ας πούμε, μία τοπιογραφία στη θέση μιας τοπιογραφίας. Κι αυτή είναι παράδοξη σαν ξεχαρβαλωμένη ευταξία. Ακριβώς όπως δείχνει ο εσωτερικός μας κόσμος στο λίγο πριν και στο λίγο μετά την κρίσιμη στιγμή του «διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη».

 

Ο θεατής, κατά την περιήγησή του στην έκθεση, αξίζει να έχει κατά νου, ότι με την μεταφορά των μόνιμων εκθεμάτων στο κτίριο της οδού Πειραιώς, ο μουσειακός χώρος, που φέρει τόσες πολλές σύνθετες νοηματοδοτήσεις, απογυμνώνεται από αυτές και βρίσκεται ξαφνικά σε μία «πρωτόγονη» κατάσταση –σε μία «αγριάδα»– ανοίκεια σαν την ζούγκλα του νησιού του Ροβινσώνα. Οι καλλιτέχνες επινοούν μεν άλλους τρόπους κατοίκησης του χώρου, όπως τονίζει η Πολύνα Κοσμαδάκη, αλλά η εμπειρία του θεατή της τωρινής έκθεσης δεν μένει ανέγγιχτη από την γνώση και την αίσθηση που έχει ήδη γι’ αυτόν από προηγούμενες επισκέψεις του στο μουσείο. 

 

Με άλλα λόγια, ο επισκέπτης βρίσκεται υπό μία ταυτόχρονη επίδραση της ανάμνησης των μόνιμων εκθεμάτων και των έργων που βλέπει. Έτσι, στα μάτια του, ο ίδιος ο χώρος γίνεται Ροβινσώνας, που έχει ένα ακλόνητης βεβαιότητας πριν και ένα σταθερό τώρα. Με βάση την πολικότητα του πριν και του τώρα του χώρου, τα δύο έργα που υποδέχονται στον επισκέπτη έξω από την αίθουσα αποκτούν, όπως προαναφέρθηκε, αυξημένη σημασία για το σύνολο της έκθεσης. 

 

Το μεν σχέδιο του Διονύση Καβαλλιεράτου παρουσιάζει πολλούς ναυαγούς Ροβινσώνες –απομονωμένους τον καθένα στη σχεδία του και χαρούμενους ή, τέλος πάντων, μοιάζουν να τους διακατέχει αμόλυντη χαρά για τη συνθήκη στην οποία βρίσκονται κι ας είναι ευάλωτοι, έτσι άοπλοι, απροστάτευτοι και ξεμοναχιασμένοι στην επισφάλειά τους– επειδή είναι «απελευθερωμένοι» ο ένας από τον άλλο, «επιπλέοντας» τυχαία σε μια κοινωνία, όπου τις αποστάσεις και τις περιχαρακώσεις μεταξύ των μελών της υποθάλπουν ο ατομικισμός και η κατάρρευση του κοινωνικού δεσμού. 

 

Σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη - Κάν’το όπως ο Ροβινσώνας
Άποψη της έκθεσης.

 

Όσο για το έργο της Μαρίας Γεωργούλα, αυτό είναι ένα έμβλημα υπερηφάνειας, στο οποίο, τα συμβολικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν το κύρος του ως έμβλημα, έχουν αντικατασταθεί με άλλα ευτελή και άρα άνευ κύρους. Με αποτέλεσμα, το ίδιο το έμβλημα να υπονομεύει την βεβαιότητα την οποία εκπροσωπεί. Και επειδή προτείνεται ως θυρεός του «Τάγματος της Ευποιίας», δηλαδή, του ενός από τα τέσσερα τάγματα αριστείας της Ελληνικής Δημοκρατίας, η βεβαιότητα που εκπροσωπεί είναι ότι τα μέλη του προσφέρουν εξαίρετες υπηρεσίες προς την πατρίδα και το έθνος. Κι έτσι, αν ο θυρεός ακυρώνει αυτήν την παραδοχή, τότε γίνεται έμβλημα του να είσαι περήφανος χωρίς αιτία.  

 

Γι’ αυτό και είναι πάντα καλύτερο (πιο ήρεμο και σταθερότερο) να κοιτάζει κανείς το ουσιώδες που βρίσκεται κοντά του και που μπορεί να το νιώσει δικό του, αντί να ατενίζει μια μορφή του εαυτού του που τη θεωρεί μεν ιδανική, αλλά είναι και τόσο απόμακρη κι απατηλή που δεν έχει πραγματικό αντίκρισμα ώστε να υποστηρίζει την περηφάνεια για αυτό που είσαι. 

 

Αυτή είναι και η μεγάλη δύναμη της έκθεσης: μέσα από τον μύθο του Ροβινσώνα, που είναι χρυσός και καλύπτει ένα χάπι, ο επισκέπτης μπορεί να συγκινηθεί, αξιολογώντας την αξία και τη δύναμη ενός πραγματικού εαυτού έναντι της φαντασίωσης και της αυταπάτης που προσφέρει η άπιαστη εικόνα του ιδανικού εαυτού, στην κατασκευή της οποίας συμμετέχουν πολλές «κληρονομημένες» βεβαιότητες, όπως είναι π.χ. και εκείνες που σχετίζονται με την σύγχρονη ιστορία μας.

 

Σύγχρονη τέχνη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη - Κάν’το όπως ο Ροβινσώνας
«Συρραφή (κορμός/πόδια)» (2021), ένα πανέμορφο «συνολάκι» από καρό λινάτσα, της Αναστασίας Δούκα, που δεν θα έμοιαζε ξένο σε πασαρέλα της υψηλής ραπτικής.

 

«O κύριος Ροβινσώνας Κρούσος έμεινε σπίτι. Περιπέτειες σχεδιασμού σε συνθήκες κρίσης»

Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας)

Έως 13/06/2021

Δευ., Τετ., Παρ., Σάβ. 10:00-18:00, Παρ. 10:00-23:30, Κυρ. 10:00-16:00

Εισ.: 6-8 €

Συμμετέχουν: Βανέσσα Αναστασοπούλου, Maria Antelman, Γιάννης Βαρελάς, Αλέξανδρος Βασμουλάκης, Πάκυ Βλασσοπούλου, Ευγενία Βερελή, Ζωή Γαϊτανίδου, Μαρία Γεωργούλα, Γεώργιος Γυπαράκης, Μάρθα Δημητροπούλου, Αναστασία Δούκα, Πέτρος Ευσταθιάδης, Θοδωρής Ζαφειρόπουλος, Hope, Διονύσης Καβαλλιεράτος, Ηλίας Κοέν, Ζήσης Κοτιώνης, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Ειρήνη Μίγα, Μάρω Μιχαλακάκου, Μαργαρίτα Μποφιλίου, Όργιω, Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Αλίκη Παναγιωτοπούλου, Μαρία Παπαδημητρίου, Νίνα Παπακωνσταντίνου, Εύα Παπαμαργαρίτη, Αντώνης Πίττας, Γιώργος Σαπουντζής, Νάνα Σαχίνη, Κώστας Σαχπάζης, Στεφανία Στρούζα, Αλέξανδρος Τζάννης, Νίκος Τρανός, Πάνος Τσαγκάρης, Θανάσης Τότσικας, Γιώργος Τσεριώνης, Αλέξανδρος Ψυχούλης, Οι αρχιτέκτονες της Φάλαινας