Από τον Σεπτέμβριο του ’16 ως τον Αύγουστο του ’19 το εγκαταλελειμμένο κτίριο της Σπύρου Τρικούπη 17 στα Εξάρχεια λειτούργησε ως «σπίτι και κοινοτικός χώρος για πρόσφυγες-προσφύγισσες», όντας μέρος ενός ευρύτερου κινήματος καταλήψεων που άνθησε την προηγούμενη δεκαετία.

 

Το διάστημα αυτό φιλοξένησε εκατοντάδες ανθρώπους από διαφορετικές χώρες και φυλές, ένα μεγάλο ποσοστό των οποίων ανήκε σε ευάλωτες ομάδες, π.χ. πολυμελείς οικογένειες, λειτουργώντας ως «αντιπαράδειγμα» στη στρατοπεδική λογική των προσφυγικών δομών. 

 

Η συγκεκριμένη κατάληψη ήταν η πρώτη που εκκενώθηκε επί υπουργίας Χρυσοχοΐδη και, σε συνδυασμό με άλλες θεαματικές επιδείξεις αστυνομικού αυταρχισμού στην περιοχή, διαφημίστηκε δεόντως ως η αρχή του τέλους της περιβόητης «ανομίας».

 

Σύμφωνα όμως με τους συντελεστές του πρότζεκτ «Battlefields», άνθρωποι που προέρχονται από διάφορες χώρες και πολλά διαφορετικά παραστατικά μέσα, η αντίσταση δεν έπαψε, απλώς «μετανάστευσε σε άλλα, μάλλον αόρατα πεδία μάχης και πραγματώνεται σαν σκιά στο σκοτάδι».  

 

Παρατηρούμε ότι γεγονότα και καταστάσεις, όπως οι καθημερινές ανθρωποκτόνες απωθήσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., η πρόσφατη αστυνομική δολοφονία ενός νεαρού Ρομά και η διόγκωση ενός φασίζοντος κρατικού αυταρχισμού με το πρόσχημα του ελέγχου της πανδημίας, συνοδεύονται από μια μουδιασμένη κοινωνική αδιαφορία.

 

Ενάμιση χρόνο πριν οργανώθηκε μια πρωτοβουλία ώστε το κλειστό κτίριο να ξανανοίξει ως Μουσείο Μεταναστευτικής Αυτονομίας (ΜοΜΑ), αμφισβητώντας και ταυτόχρονα διευρύνοντας τις τρέχουσες έννοιες της μετανάστευσης και της προσφυγιάς ως μια κατάσταση «διαρκούς γίγνεσθαι».

 

Στήθηκε μια έκθεση με εικόνες από τις μέρες της κατάληψης και τεχνουργήματα φτιαγμένα από λογής αντικείμενα που εγκαταλείφθηκαν στον χώρο μετά την εκκένωση, όμως τα lockdowns απέτρεψαν το άνοιγμα, ενώ αρκετά «εκθέματα» καταστράφηκαν στις εργασίες ανακατασκευής που ξεκίνησε στο μεταξύ ο ιδιοκτήτης – όσα επιβίωσαν είναι πλέον προσβάσιμα μόνο διαδικτυακά στον ιστότοπο του MoMA με τη μορφή ενός φωτογραφικού, κινηματογραφικού, εικαστικού και ταυτόχρονα πολιτικού αφηγήματος που αναδύεται μέσα από το κενό και την απουσία.

 

Δεν στοχεύει, εντούτοις, στην «τέχνη για την τέχνη», έστω από κάποια εναλλακτική σκοπιά, εφόσον και η κριτική της δυνατότητα ως κατεστημένης συνθήκης αμφισβητείται: η τέχνη εδώ χρησιμοποιείται περισσότερο ως διάμεσο για τη διατήρηση μνημών και την ενίσχυση αγώνων στα λογής «πεδία μάχης» που διαμορφώνονται εκτός και εντός μας.

 

Με αφορμή τα «επίσημα εγκαίνια» στις 16/10, που συνδυάστηκαν με μια υπαίθρια έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Remind the Gap» και μια μουσική πορεία στα Εξάρχεια, ανέτρεξα στον ψηφιακό κατάλογο του ΜοΜΑ και επικοινώνησα με τους συντελεστές του πρωτότυπου αυτού εγχειρήματος. Ιδού τι προέκυψε.  

 

Σώματα, κτίρια, γειτονιές και πόλεις ως «Πεδία Μάχης» 
Τα «Πεδία Μάχης» είναι το ίδιο το προϋπάρχον περιβάλλον μας. Οι κοινωνικοπολιτικές αναταραχές που εκτυλίσσονται γύρω μας καταπατούν ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό, μετατρέποντάς τον σε πεδίο μάχης.
   

 

— Πώς προέκυψε το πρότζεκτ «Battlefields» (Πεδία Μάχης) και ποιο το σκεπτικό του;

Τα «Πεδία Μάχης» είναι το ίδιο το προϋπάρχον περιβάλλον μας. Οι κοινωνικοπολιτικές αναταραχές που εκτυλίσσονται γύρω μας καταπατούν ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό, μετατρέποντάς τον σε πεδίο μάχης. Το κυρίαρχο σύστημα είναι εχθρικό για πολλούς ανθρώπους, ειδικά δε για όσους-ες χαρακτηρίζονται «πρόσφυγες» είναι έως και δολοφονικό.

 

Ως «πεδίο μάχης» μπορεί να οριστεί και το κτίριο της Σπύρου Τρικούπη 17, όπου δεν μπορέσαμε τελικά να υλοποιήσουμε την ιδέα του MoMA, λόγω των lockdowns. Το αρχικό σχέδιο ήταν να ξανανοίξει το κτίριο με μια έκθεση φωτογραφιών από τον καιρό που λειτουργούσε ως κατάληψη στέγης, μαζί με έργα τέχνης τα οποία κατασκευάστηκαν από διάφορα αντικείμενα που απέμειναν στον χώρο μετά την έξωση των προσφύγων.

 

Εξάλλου, ήδη κατά τις εργασίες ανακατασκευής που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα εκεί το κτίριο καταστράφηκε μερικώς και κατηγοριοποιήθηκε ως «πεδίο μάχης» στο πλαίσιο μιας γενικότερης επιχείρησης εξευγενισμού του αστικού τοπίου. 

 

— Πώς ορίζεται ένα Μουσείο Αυτονομίας Μεταναστών; Είναι τυχαία ή σκόπιμη η συνωνυμία των αρχικών (ΜοΜΑ) με γνωστά καλλιτεχνικά ιδρύματα; 

Αμφιβάλλουμε αν η πρόκληση εξακολουθεί να είναι μια δόκιμη καλλιτεχνική προσέγγιση. Παρατηρούμε ότι γεγονότα και καταστάσεις, όπως οι καθημερινές ανθρωποκτόνες απωθήσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., η πρόσφατη αστυνομική δολοφονία ενός νεαρού Ρομά και η διόγκωση ενός φασίζοντος κρατικού αυταρχισμού με το πρόσχημα του ελέγχου της πανδημίας, συνοδεύονται από μια μουδιασμένη κοινωνική αδιαφορία. Υποθέτουμε ότι το μόνο πράγμα που θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε είναι μια περιορισμένη πολιτική παρέμβαση.

 

Έχουμε έντονες και συχνές συζητήσεις για τα μουσεία ως ιδρύματα ή για την τέχνη και τον ρόλο της στις διαδικασίες εξευγενισμού του αστικού τοπίου, οι οποίες απεικονίζονται, εν μέρει και στο πρότζεκτ «Battlefields».

 

Να τονίσουμε εδώ ότι αρχικά δεν σκεπτόμασταν να στήσουμε ένα μουσείο, ούτε καν μια έκθεση. Ο στόχος ήταν να ξαναζωντανέψει ο εγκαταλελειμμένος χώρος και όσα πράγματα βρίσκονταν σε αυτόν – η καλλιτεχνική προσέγγιση ήρθε αργότερα, περισσότερο ως μέσο ή πύλη.

 

Ο όρος «μετανάστες-στριες» για εμάς είναι ένας ευρύς και αποτυπώνει μια κατάσταση διαρκούς γίγνεσθαι. Το να χαρακτηρίζουμε νομαδικά υποκείμενα ως «μετανάστες-τριες» ή «πρόσφυγες-προσφύγισσες» συμβάλλει στον αποκλεισμό τους, γι’ αυτό και αποφεύγουμε αυτούς τους όρους όσο γίνεται. Η ονομασία MoMA σκοπό έχει να καταδείξει τους αγώνες μας και στο γλωσσολογικό «πεδίο μάχης».

 

Σώματα, κτίρια, γειτονιές και πόλεις ως «Πεδία Μάχης» 
Έχουμε έντονες και συχνές συζητήσεις για τα μουσεία ως ιδρύματα ή για την τέχνη και τον ρόλο της στις διαδικασίες εξευγενισμού του αστικού τοπίου, οι οποίες απεικονίζονται, εν μέρει, και στο πρότζεκτ «Battlefields».

 

— Τι μπορούν να μας δείξουν εικόνες από το εσωτερικό μιας κατάληψης-«καταφυγίου» προσφύγων που δεν υπάρχει πια; Ποια «εκθέματα» θα ξεχωρίζατε και γιατί;

Οι φωτογραφίες, καθώς και τα έργα τέχνης, δείχνουν κυρίως το κενό. Αυτό τουλάχιστον επιδιώξαμε να δείξουμε και με την υπαίθρια έκθεση «Remind the Gap» που έγινε στα Εξάρχεια τον Οκτώβριο. Υπάρχουν τόσο πολλά εγκαταλελειμμένα κτίρια, αλλά τόσοι άνθρωποι ζουν έξω, στους δρόμους. Τόσο πολλά πολύτιμα φάρμακα που όμως, λόγω οικονομικής δυσκολίας, αδυνατούν να τα προμηθευτούν όλα τα άτομα που τα χρειάζονται.

 

Πέρα από το κενό αυτό, όμως, υπάρχει η ικανότητά μας να αυτοκαθοριζόμαστε και να ζούμε αλληλέγγυα, κόντρα στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως τα υποτιθέμενα Κέντρα Υποδοχής Προσφύγων. 

 

Γενικά, αμφιβάλλουμε για το αν ένα έργο τέχνης μπορεί να μεταφέρει ένα συγκεκριμένο νόημα. Χτίζει έναν ενδιάμεσο χώρο όπου αλληλεπιδρά, κατά κάποιον τρόπο, με τα συναισθήματα των θεατών του. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να μας ενεργοποιήσει, να εγείρει ερωτήματα, να μας προσφέρει εργαλεία για να δούμε και να σκεφτούμε τα πράγματα διαφορετικά, μέχρι να μας αναγκάσουν να δράσουμε.

 

Σε αυτό το MoMA δεν εστιάσαμε σε μεμονωμένα έργα τέχνης αλλά στη συνολική εντύπωση. Είχαμε προγραμματίσει εγκαταστάσεις που συνδέουν το ασφυκτικό εσωτερικό του κτιρίου με τον δρόμο μέσω των παραθύρων. Ένα άλλο «έργο τέχνης» θα ήταν ένα freeshop στο πεζοδρόμιο, με διάφορα ρούχα τοποθετημένα σε καροτσάκια μωρών και αμαξίδια που βρίσκονται ακόμα μέσα στο κτίριο.

 

Αν πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθούμε σε «εκθέματα», αγαπάμε, για παράδειγμα, τον «στρατό παιχνιδιών» που πολεμά τον φασισμό. Αλλά αυτό το πλαίσιο συμβολικής αναφοράς στην αντιφασιστική πάλη υπάρχει απλώς για να εκληφθεί ως λεζάντα ενός έργου τέχνης. Χωρίς αυτό το υπόβαθρο, τα παιχνίδια τακτοποιημένα σε σειρά μεταφέρουν απλώς «ισχυρή ενέργεια», όπως και αν το εννοήσουμε ή το παραφράσουμε.

 

Γενικά μιλώντας, δεν φέραμε απέξω πράγματα στο MoMA, εκτός από λίγα χρώματα και μπογιές. Αναδιατάξαμε, κατά βάση, τα αντικείμενα που βρήκαμε στο κτίριο, τα αντιμετωπίσαμε ως φορείς παραπεταμένων και ληγμένων χρήσεων, ως παραπεταμένα και ληγμένα δώρα αλληλεγγύης λόγω της εξαναγκαστικής εκκένωσης. Αρχικά αυτοσχεδιάζαμε και στη συνέχεια δημιουργούσαμε ένα εννοιολογικό πλαίσιο. Κάπως έγινε αναγκαιότητα, σχεδόν επείγουσα, να ενεργοποιηθεί μια αλλιώτικη οπτική όλων αυτών των πολύτιμων αντικειμένων.

 

Σώματα, κτίρια, γειτονιές και πόλεις ως «Πεδία Μάχης» 
Day of Action

 

—  Η δική σας οπτική για τις καταλήψεις στέγης; 

Η «γοητεία» των καταλήψεων έγκειται στο ότι υπονομεύουν κάποιους βασικούς πυλώνες του κοινωνικού μας συστήματος, κυρίως την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας. Το να ζεις και να δημιουργείς συλλογικά είναι μια ευκαιρία για ουσιαστική απόδραση από τις νόρμες, την εκμετάλλευση και τον αυταρχισμό της εξουσίας.

 

Έτσι, εκτός από την κοινωνικοπολιτική δράση, πρέπει να δημιουργήσουμε απτά παραδείγματα αυτοοργάνωσης. Οι καταλήψεις άδειων κτιρίων μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαστήρια εκπαίδευσης σε άλλους τρόπους συμβίωσης που σχετίζονται μ' εμάς εδώ και τώρα. Το DIY πνεύμα είναι ένα ισχυρό θεμέλιο δημιουργίας τέτοιων συλλογικοτήτων.

 

Για ανθρώπους που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους εξαιτίας πολέμων, πολιτικών διώξεων, φτώχειας ή περιβαλλοντικής καταστροφής, οι καταστάσεις διαφέρουν, δεν μπορούμε όμως εμείς να μιλήσουμε στη θέση τους.

 

 

Museum of Migration Autonomy - MoMA

https://sp17.cargo.site