Ο Άνταμ Σάντλερ προσπαθεί να μην είναι ο αιώνιος, φωνακλάς Happy Gilmore. Βάζει ξανά τα δυνατά του, όπως έκανε στο «Punch Drunk Love» του Πολ Τόμας Άντερσον, και μετά, πολύ ποιοτικότερα, στο «Uncut Gems» και πιο πρόσφατα στο «Hustler». Με τόσους αεροκέφαλους γαϊδουροέφηβους και καλούς μπαμπάδες που έχει ενσαρκώσει ωστόσο στα διάφορα «Grown Ups» και τα συμπαθή συναφή, χρειάζεται γερή άρση δυσπιστίας και μπόλικη καλή προαίρεση για να τον πάρει κάποιος στα σοβαρά.
Κι επειδή ηθικό και φρόνιμο είναι να ξεκινάς μια ταινία με φρέσκο μάτι, ο Ρον που υποδύεται, ο πιστός μάνατζερ του σταρ του σινεμά Τζέι Κέλι στην ομώνυμη ταινία του Νόα Μπάουμπακ, το μοναδικό στήριγμα ενός ευγενικού ηθοποιού που αθόρυβα αλλά σταθερά τα έχει κάνει θάλασσα στην προσωπική του ζωή, είναι και καλός ρόλος και σωστά παιγμένος, με αυτοσυγκράτηση και σιωπηλές στιγμές τρυφερότητας μέσα στην αγχωτική προσπάθεια να διατηρήσει ισορροπία στις οικογενειακές του υποχρεώσεις, τον ξοδεμένο του χρόνο και τις απαιτήσεις που προκύπτουν από έναν αστρονομικά διάσημο καλλιτέχνη.
Δεν είναι «All That Jazz» το «Jay Kelly», ούτε ακριβώς η σχέση του ηθοποιού με τον μάνατζέρ του η εθιστική εξάρτηση του «Αμπιγιέρ» από τον σεξπιρικό του αφέντη, αλλά ο Μπάουμπακ, σε σαφή φόρμα μετά το αμήχανο φιάσκο του «White Noise» (πρόσφατα ομολόγησε πως τον ταρακούνησε σιωπηλά), αναδεικνύει το ιδιαίτερο ταλέντο του Κλούνι να επικοινωνεί τα πιο αρνητικά συναισθήματα ελπίζοντας πως δεν θα στενοχωρήσει κανέναν.
Και μπορεί να δούμε τον Σάντλερ στο Kodak Theater τον επόμενο Μάρτιο, στην πεντάδα του δεύτερου ανδρικού ρόλου, που επί χρόνια κυνηγά χωρίς να το ομολογεί (ταπεινός ήταν ανέκαθεν και τον πιστεύουμε), αλλά, χωρίς καμία αμφιβολία, το «Jay Kelly» ανήκει ολοκληρωτικά και ασυνθηκολόγητα στον Τζορτζ Κλούνι και την εντελώς δική του χαρισματική προσωπικότητα, που εδώ εξετάζεται από την πανέξυπνη προοπτική της ταύτισης του ανθρώπου με τον καλλιτέχνη, της αλήθειας με την καλλιεργημένη πόζα. Η διάκριση είναι λεπτή, ειδικά στην περίπτωση του Κλούνι, ίσως του πιο προσβάσιμου και φιλικού από τους μεγάλους του Χόλιγουντ, του αδιαμφισβήτητου σταρ που σου δίνει την εντύπωση πως μπορείς άνετα να τον πλησιάσεις, να πεις μια κουβέντα παραπάνω, να του πασάρεις τη μπάλα αν τον δεις, λέμε τώρα, να περνά έξω από το γηπεδάκι μπάσκετ της γειτονιάς σου, να τον κεράσεις ένα ποτό αν η τρομερή σύμπτωση σάς φέρει στο ίδιο μπαρ, και να σηκώσει εις υγείαν το ποτήρι χαμογελώντας πλατιά και αυθεντικά – όσο αυθεντικά μπορεί να νιώσει ένας βετεράνος Θέσπις που έχει μάθει να κρατάει τις αποστάσεις, και για λόγους ασφαλείας, από τον υπόλοιπο κόσμο, καταντώντας πλέον να μιμείται καταπληκτικά την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ακριβώς αυτό κάνει εδώ ο Κλούνι ως Τζέι Κέλι (ακόμη και το πραγματικό ονοματεπώνυμο ακούγεται φτιαχτό για να μένει εύκολα στη μνήμη), αναπολώντας το τυχερό ξεκίνημά του όταν συναντά στην κηδεία του σκηνοθέτη που τον ανακάλυψε τον παλιό του συγκάτοικο (Μπίλι Κράνταπ), εκείνον που συνόδευσε σε μια ακρόαση και πήρε την πρώτη του δουλειά. Με μελανιασμένο μάτι από τον καυγά για τα παλιά απωθημένα, ο Τζέι αλλάζει πλάνα, αποφασίζει να αναβάλει επ’ αόριστον τα γυρίσματα της νέας του ταινίας και να αποδεχθεί ένα τιμητικό βραβείο στην Τοσκάνη, εν μέρει επειδή είναι πρώτης τάξης πρόφαση για να (παρ)ακολουθήσει τη μικρή του κόρη στο ευρωπαϊκό της ταξίδι με τους φίλους της. Κουβαλώντας τη συνήθη κουστωδία από φύλακες αγγέλους και πολύτιμους, στρεσαρισμένους βοηθούς (η Λόρα Ντερν ανάμεσά τους), ο ενοχλητικά αναγνωρίσιμος σταρ μπαίνει σε τρένο και «αναμειγνύεται» με τους φαν, αποτρέποντας κινηματογραφικά την κλοπή της τσάντας μιας γηραιάς επιβάτιδας και θυμώνοντας την κόρη του, η οποία, όπως και η μεγαλύτερη αδελφή της, δεν συγκαταλέγεται στο πιστό κοινό του.
Κάθε αναλαμπή παραχωρεί τη θέση της σε ένα εμπόδιο, τα ξέφωτα μιας ωραίας διαδρομής από το Παρίσι στην ιταλική μαγεία διακόπτονται από τη θλιβερή υπενθύμιση της μοναξιάς και του γήρατος, της ανεπάρκειάς του ως συζύγου και πατέρα, και της δικής του αμηχανίας απέναντι στον αλαζόνα πατέρα του (Στέισι Κιτς, σε μια ευπρόσδεκτη επιστροφή). Με έναν περίεργο τρόπο, ο Τζέι Κέλι θέλει να βιώσει την αποτυχία του σαν άβολο επίτευγμα (σαν να είναι ρόλος) ζωής, αλλά η πολυετής επιτυχία και η επαγγελματική του ποιότητα δεν τον αφήνουν σε ησυχία!


Φυσικά, η ζωή του Τζορτζ Κλούνι δεν μοιάζει με εκείνη του Τζέι Κέλι. Και σίγουρα, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να επαναλαμβάνει το όνομά του, στην ίδια πρόταση με τον Γκάρι Κούπερ, τον Κάρι Γκραντ και τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Μας βάζει όμως στον πειρασμό να δοκιμάσουμε συγκρίσεις στην κοινή πλατφόρμα του ναρκισσισμού, αλλά και του μανδύα της συγκατάβασης που οι φορούν οι διάσημοι με φιλότιμο, όταν δεν θέλουν να φανούν υπεράνθρωπα αδιαπέραστοι ή απάνθρωπα πιο προνομιούχοι. Ο Κλούνι το έχει αυτό, δηλαδή να φροντίζει να δείχνει ένα πρόσωπο relatable και «κανονικό», κι επίσης έχει καταστήσει από νωρίς σαφές πως δεν θα κάτσει πολυτελώς, όπως ο Τζέι Κέλι, να γεράσει περιμένοντας είτε μια δελεαστικότερη προσφορά, είτε μια ακόμη πρόσκληση μπροστά από τον φακό, βάζοντας στοιχήματα ο ίδιος, γράφοντας, σκηνοθετώντας και πρόσφατα παίζοντας στο θέατρο. Ο Κέλι όχι μόνο αναγεννησιακός δεν είναι, αλλά υφίσταται την παραδοσιακή κόπωση του χορτασμένου από χρήματα και δόξα καλομαθημένου: αναρωτιέται μήπως δεν χρειάζεται να ρισκάρει την εικόνα που τον εγκαταλείπει και την κληρονομιά που αφήνει πίσω του, εξού και ο φόβος του lifetime achievement award.

«Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να υποδυθείς τον εαυτό σου;» είναι η ερώτηση που επαναλαμβάνεται στην ταινία, παίζοντας σε διπλό ταμπλό πάνω στην οικειότητα που αναδίδουν αμφότεροι Κέλι και Κλούνι. Η ιδιαιτερότητα του Κέλι είναι πως μετά την τελική λήψη πάντα θέλει και μία ακόμη, όσο κι αν τον διαβεβαιώνει ο σκηνοθέτης πως το αποτέλεσμα δεν σηκώνει βελτίωση. Ο Κλούνι συλλαμβάνει τη μελαγχολία της χαμένης ευκαιρίας. Δεν είναι «All That Jazz» το «Jay Kelly», ούτε ακριβώς η σχέση του ηθοποιού με τον μάνατζέρ του η εθιστική εξάρτηση του «Αμπιγιέρ» από τον σεξπιρικό του αφέντη, αλλά ο Μπάουμπακ, σε σαφή φόρμα μετά το αμήχανο φιάσκο του «White Noise» (πρόσφατα ομολόγησε πως τον ταρακούνησε σιωπηλά), αναδεικνύει το ιδιαίτερο ταλέντο του Κλούνι να επικοινωνεί τα πιο αρνητικά συναισθήματα ελπίζοντας πως δεν θα στενοχωρήσει κανέναν, γράφοντάς του, με τη συνδρομή της Έμιλι Μόρτιμερ, τον καλύτερό του ρόλο μετά τον Μάικλ Κλέιτον.
Jay Kelly | Official Trailer | Netflix