Η κυρία Αριστέα βρισκόταν για δεκαετίες πίσω από το ταμείο του Ιντεάλ

Ιντεάλ Facebook Twitter
«Αγαπούσα το σινεμά από μικρό παιδί», λέει η κ. Χιώτη που αρκετές φορές τη βλέπαμε να παρακολουθεί τα πρωινά τις δημοσιογραφικές προβολές.
0

Όσοι έχουν περάσει την πόρτα του Ιντεάλ, ενός κινηματογράφου στην καρδιά της πόλης που συνδέθηκε με τους Αθηναίους κινηματογραφόφιλους, ο άνθρωπος που θυμούνται να βρίσκεται πάντα εκεί είναι η ταμίας του, η Αριστέα Χιώτη, μια γυναίκα που συνέδεσε τη ζωή της για δεκαετίες με την αίθουσα που έκλεισε στις 29/12/2023.

Η Αριστέα θυμίζει μια άλλη εποχή των κινηματογράφων, όταν σταθερά συναντούσαμε τους ίδιους ανθρώπους πηγαίνοντας να δούμε μια ταινία – είναι ένα σημείο αναφοράς, ένα οικείο πρόσωπο που έκανε την έξοδό μας να μοιάζει λιγότερο απρόσωπη. Σε μερικά από τα εναπομείναντα σινεμά του κέντρου το συναντάς ακόμα αυτό, να γνωρίζεις τον ταμία, αυτόν που σου κόβει το εισιτήριο και να του λες μια κουβέντα, μια ευχή, αν είναι γιορτές.

Μέχρι πριν από δέκα χρόνια που συνταξιοδοτήθηκε, η Αριστέα πέρασε μια ζωή δουλεύοντας στην εταιρεία Σπέντζος Φιλμς και στο Ιντεάλ. Όταν μιλά για τα χρόνια της στο Ιντεάλ δεν παραλείπει να πει πόσο πολλή αγάπη έχει εισπράξει.

Η πιο έντονη ανάμνηση που έχει είναι από τις νυχτερινές προβολές με ταινίες που δεν είχαν βγει ακόμα στην αγορά, και τη νεολαία, την «πιτσιρικαρία» όπως την αποκαλεί, να γεμίζει ασφυκτικά την αίθουσα, και να γίνεται «σκοτωμός».

Η Αριστέα το 1975, 23 ετών, μέσω μιας φίλης της βρήκε δουλειά στο λογιστήριο του Χρήστου Σπέντζου. «Τα γράφαμε όλα στο χέρι τότε, μια χαζοδουλειά που κρατούσε μήνες. Εγώ πήγα, αλλά δεν το είπα στον πατέρα μου που ήταν έμπορος και δεν θα ήθελε να δουλέψω», λέει. «Εκεί έμεινα τελικά, στην ίδια εταιρεία, από το 1975 έως το 2013. Μια περίδο ήμουν παράλληλα και στο λογιστήριο και στο ταμείο του Ιντεάλ. Ήταν μια εποχή μεγάλης κινητικότητας, με συνεργασίες με πολλούς ανθρώπους, αιθουσάρχες, ήμασταν όλη την ημέρα σε δράση, κάναμε διανομή. Είχε αναλάβει ο Γιώργος Σπέντζος και η εταιρεία γνώριζε άνθηση».

Η κ. Χιώτη θυμάται τα επεισοδιακά πρώτα χρόνια του σινεμά και τις δυο φωτιές που σημάδεψαν την πορεία του. «Το Ιντεάλ το ανακαινίσαμε το 1999. Ο Σπέντζος το είχε πάρει νωρίτερα. Πριν ήταν το θέατρο της κυρίας Κατερίνας. Μάλιστα, για πολλά χρόνια ερχόντουσαν οι λογαριασμοί στο όνομά της – ο ταχυδρόμος δεν ήξερε πού να τους αφήσει, τους χάναμε κιόλας. Είχε χαμηλή ψευδοροφή ο διάδρομος, αλλά στην ανακαίνιση αποκαλύφθηκε ένας κίονας και βάσει αυτού έγινε το υπόλοιπο σχέδιο. Πριν ανακαινιστεί το Ιντεάλ, εκεί που ανεβαίνεις σήμερα για να πας στο μπαρ, και έχει μια κλίση το πάτωμα, ήταν ο παλιός εξώστης του θεάτρου. Λειτούργησε έναν χρόνο το σινεμά και πήρε φωτιά. Μας είπε τότε η Πυροσβεστική ότι ήταν ίσως από το καλοριφέρ. Στη συνέχεια πήρε φωτιά από το εστιατόριο Ιντεάλ που βρισκόταν δίπλα. Τότε κάηκε ο διάδρομος, ευτυχώς όχι η αίθουσα. Όμως είχαμε φέρει καινούργια καθίσματα από τη Γαλλία που είχαμε στοιβάξει στον διάδρομο, και καταστράφηκαν. Τα αγοράσαμε ξανά, από την εταιρεία Κινέτ στην Γκρενόμπλ, πήραμε τα πιο ακριβά και τα πιο αναπαυτικά. Μιλάμε για 745 θέσεις μαζί με τα αναδιπλούμενα σκαμνάκια».

Ιντεάλ Facebook Twitter
Στο Ιντεάλ πάντα υπήρχε μεγάλη ουρά, και όταν δεν είχε τελειώσει η προηγούμενη προβολή, γινόταν συνωστισμός.

Όταν ανακαινίστηκε το σινεμά, η Αριστέα Χιώτη κάθισε στην ψηλή καρέκλα που της έφεραν, στο ταμείο, για να εξυπηρετήσει προσωρινά την κατάσταση και να ανοίξει γρήγορα η αίθουσα. «Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», λέει. «Ξεκίνησα για λίγο και έμεινα μέχρι το 2013. Κάθε μέρα έκανα την ίδια διαδρομή, από το λογιστήριο της εταιρείας μέχρι το ταμείο του Ιντεάλ. Δούλευα και στις δυο δουλειές και αυτό συνέβαινε για αρκετά μεγάλο διάστημα. Όλοι ήξεραν ότι η Αριστέα ήταν στο Ιντεάλ και τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα. Έπαιρναν κι οι άλλοι αιθουσάρχες για ταινίες των οποίων είχαμε τη διανομή αλλά και οι πελάτες του σινεμά. Είχα μάθει μέχρι και πώς δουλεύουν οι μηχανές και εξυπηρετούσα ακόμα και όταν υπήρχαν προβλήματα σε άλλες αίθουσες».

Η πιο έντονη ανάμνηση ακόμα και σήμερα είναι από τις νυχτερινές προβολές με ταινίες που δεν είχαν βγει ακόμα στην αγορά, και τη νεολαία, την «πιτσιρικαρία» όπως την αποκαλεί, να γεμίζει ασφυκτικά την αίθουσα, και να γίνεται «σκοτωμός».

Στο Ιντεάλ πάντα υπήρχε μεγάλη ουρά, και μέχρι να τελειώσει η προηγούμενη προβολή γινόταν συνωστισμός. «Εγώ έβγαζα εισιτήρια μέχρι ενός ορίου, γιατί οι θέσεις δεν ήταν αριθμημένες και έπρεπε να υπάρχει μια τάξη κατά την είσοδο στην αίθουσα. Κάποιοι πιο ανυπόμονοι φώναζαν, δεν ήξεραν ότι η αίθουσα ήταν μεγάλη και τους χωρούσε όλους, αλλά ο διάδρομος ήταν στενός και δεν μπορούσαν να μπουν όλοι μέσα ταυτόχρονα. Στη διάρκεια αυτής της αναμονής καθόμουν και περίμενα άπραγη, μου φώναζαν κιόλας "τι μας έχεις και περιμένουμε;". Ήταν ένα πιτσιρίκι 16-17 χρονών μια φορά που πετάχτηκε και είπε "τι μιλάτε έτσι στην κυρία;". Το θυμόμουν το περιστατικό και μετά από χρόνια ήρθε ένας νέος άντρας, γιατρός, στάθηκε μπροστά στο ταμείο και μου είπε: "Είστε ακόμα εδώ; Έχετε γεμίσει τα φοιτητικά μου χρόνια, μας έχετε μεγαλώσει". Ήταν το νεαρό αγόρι που με υπερασπίστηκε».

Ιντεάλ Facebook Twitter
Η κ. Αξιώτη με τη Βαλέρια Γκολίνο και τον υπεύθυνο λειτουργίας του κινηματογράφου, Γιάννη Παπανικολάου.

Η ζωή του ταμείου, όπως θυμάται η κ. Χιώτη, δεν συνδέεται μόνο με το κοινό αλλά και με διάφορες άλλες φάσεις της δουλειάς σε έναν κινηματογράφο. «Ήξερα τα πάντα, από τη μεταφορά της κόπιας μέχρι την επιλογή της ταινίας. Βλέπαμε τις ταινίες, ο Γιάννης υποδεχόταν τον κόσμο, υπήρχε ένα ολόκληρο σύστημα που έκανε τις "μηχανές" να δουλεύουν, σταθερά ίδιο, και αυτό δημιουργούσε ένα οικογενειακό περιβάλλον. Μαζί περνούσαμε γιορτές, καθημερινές, ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας».

«Αγαπούσα το σινεμά από μικρό παιδί», λέει η κ. Χιώτη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τη βλέπαμε να παρακολουθεί τα πρωινά τις δημοσιογραφικές προβολές. «Δεν υπήρχε ταινία που προβάλαμε και να μην την έχω δει. Σε αυτήν τη δουλειά έπρεπε να είσαι ικανός να μιλήσεις με τον άνθρωπο μπροστά στο ταμείο, γιατί τότε ο κόσμος, βγάζοντας εισιτήριο, έλεγε και δυο κουβέντες. Αυτό δημιουργούσε και μια σχέση».

Πολύ πριν καθιερωθεί το μειωμένο εισιτήριο σε ηλικίες 65+ η Αριστέα και ο Γιάννης είχαν υιοθετήσει στο Ιντεάλ ένα παρόμοιο σύστημα που δεν συναντούσες πουθενά αλλού τότε. «Στις μεγάλες ηλικίες δίναμε μειωμένο εισιτήριο, σαν φοιτητικό. Υπήρχαν κάποιοι που μας έφερναν σοκολάτες για να μας ευχαριστήσουν, στοίχιζαν περισσότερο από το μισό εισιτήριο», λέει. «Επίσης, όταν μια ταινία δεν άρεσε σε κάποιους και έφευγαν στο δεκάλεπτο, τέταρτο, ο Γιάννης κι εγώ μονογράφαμε τα εισιτήρια για να έρθουν μια άλλη φορά».

Ιντεάλ Facebook Twitter
Η Αριστέα Χιώτη με τον Κώστα Βουτσά.

«Εμείς πιστεύαμε ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Αυτό μας καθόριζε. Ακούγαμε πολύ προσεκτικά τις παρατηρήσεις του κόσμου, καθένας έφερνε και τις απόψεις του. Σε κάποιον μπορεί να μην άρεσε ακόμα και ο τρόπος που έδινες ρέστα. Αυτό που με εκνεύριζε απίστευτα ήταν να μου πετάνε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, για μένα είναι δείγμα κακής αγωγής και συμπεριφοράς. Από την άλλη, επειδή πίστευα ότι σε αυτό το είδος υπηρεσίας ο άλλος πρέπει να σε βλέπει σαν ένα πρόσωπο ευχάριστο, είχα υιοθετήσει ένα χαμόγελο που δύσκολα το έχανα. Μια φορά, επειδή είχα μάθει να βγάζω γρήγορα τα εισιτήρια για να εξυπηρετώ καλύτερα, κάποιος μου είπε: "Τι είμαστε να μας ξεπετάς έτσι;". Μερικούς ανθρώπους δεν τους βρίσκεις πουθενά. Αυτό με στενοχώρησε πολύ τότε, αισθάνθηκα ότι με ακύρωνε. Θα σας πω και ένα άλλο περιστατικό. Στο "Μη αναστρέψιμος", που ήταν μια ταινία με πολλή ψυχολογική βία, ήρθε ένα ζευγάρι να την παρακολουθήσει. Η γυναίκα ήταν έγκυος, οπότε πήρα την πρωτοβουλία και της είπα ότι η ταινία ήταν σκληρή και ίσως δεν ήταν κατάλληλη για εκείνη. Ο άντρας μού είπε "εσένα τι σε νοιάζει, τι σε βάλαμε εδώ, πόρτα, να μας κάνεις έλεγχο;". Τελικά, έφυγαν σε λιγότερο από ένα εικοσάλεπτο και μάλιστα ο άντρας έβρισε όσους ήμασταν απέξω".

Ιντεάλ Facebook Twitter
Η κ. Χιώτη θυμάται τα επεισοδιακά πρώτα χρόνια του σινεμά και τις δυο φωτιές που σημάδεψαν την πορεία του.

Η Αριστέα Χιώτη θυμάται έντονα τον πρώτο καιρό που άνοιξε το Ιντεάλ. «Ήταν ολοκαίνουργιο και όλοι έρχονταν να το δουν, ήθελαν να πάνε σινεμά στο "καινούργιο". Είχε συστήματα ήχου καταπληκτικά, μια ωραία, μεγάλη αίθουσα και όλα αυτά δημιουργούσαν μια αίγλη. Για μερικά χρόνια είχε πάρα πολύ κόσμο και μερικές ταινίες ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Η πρώτη που έκανε ρεκόρ εισιτηρίων ήταν το "Μόνος στο σπίτι". Σε μια μέρα μόνο έκοψε 2.700 εισιτήρια. Ξεκινούσαν οι προβολές από τις δέκα το πρωί, ήταν Χριστούγεννα. Δεν σκεφτήκαμε όλοι όσοι δουλεύαμε να πάμε να φάμε ένα σάντουιτς όλη μέρα. Πήγα σπίτι μου στις 2 το πρωί και σκεφτόμουν, "έχω χρήματα, αλλά δεν υπάρχει μια φρυγανιά στο ψυγείο μου"». Όταν τη ρωτώ για άλλες ταινίες που έκαναν όχι μόνο πολύ καλά εισιτήρια αλλά δημιούργησαν και μια έντονη συναισθηματική αντίδραση στο κοινό αναφέρει τη «Σιωπή των Αμνών». «Περισσότερο απ' όλες τις ταινίες που θυμάμαι», λέει, «ήταν αυτή, ο κόσμος έβγαινε σχεδόν σοκαρισμένος. Μάλιστα, επειδή είχαμε αυτά τα εξελιγμένα συστήματα ήχου, κάθε τρίξιμο, κάθε τσικ ακουγόταν τόσο καθαρά που μερικοί έβγαιναν και μας έλεγαν ότι κάτι συμβαίνει με τον ήχο. Ο πεντακάθαρος ήχος τούς δημιουργούσε κι αυτός μεγάλη ένταση». Μια άλλη ταινία, ελληνική αυτήν τη φορά, που θυμάται η κ. Χιώτη να ξεχωρίζει είναι ο «Καβάφης». «Την είχε παίξει το Αττικόν για μία εβδομάδα κι εμείς την παίξαμε την επόμενη, τη δεύτερη. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα κάνουμε περισσότερα εισιτήρια. Τελικά, κάναμε 5.000 εισιτήρια τη δεύτερη εβδομάδα με μια ελληνική ταινία».

Ένα μεγάλο μέρος του κοινού που σύχναζε στους κινηματογράφους του κέντρου έχει σταθεί υπομονετικά στην ουρά, αδιαμαρτύρητα, να να βγάλει το εισιτήριό του στο Ιντεάλ. «Καμιά φορά το κοινό έχει την ψυχολογία της μάζας», λέει η κ. Χιώτη. «Υπήρχαν ουρές στις οποίες δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος. Όταν όμως ορισμένες φορές κάποιος διαμαρτυρόταν, τότε ακολουθούσε χιονοστιβάδα, η μονάδα γινόταν όχλος και όλοι το θεωρούσαν υποχρέωσή τους να φωνάξουν. Μια φορά θυμάμαι ένας κύριος πολύ ψύχραιμος έβαλε τάξη και όταν τον ρώτησα πώς τα κατάφερε μου είπε "ξέρω από αυτά, είμαι ταμίας στην εφορία"».

Ιντεάλ Facebook Twitter
Η Αριστέα Χιώτη έγραφε καθημερινά τα πάντα σε τετράδια, τα κατέγραφε σαν σε ημερολόγιο, ακόμα και τα τηλεφωνήματα.
Ιντεάλ Facebook Twitter
Ελεύθερο εισιτήριο για δύο.

Η Αριστέα Χιώτη έγραφε καθημερινά τα πάντα σε τετράδια, τα κατέγραφε σαν σε ημερολόγιο, ακόμα και τα τηλεφωνήματα. Δυστυχώς, τα πέταξε πριν από μερικά χρόνια, αλλά η μνήμη της είναι πραγματικά απίθανη. Συνδέει την αλλαγή του κοινού με την αλλαγή του κέντρου της πόλης και την οικονομική κρίση στην αρχή της δεκαετίας του 2010.

«Η κάμψη του Ιντεάλ άρχισε παράλληλα με την κρίση, δεν είχε πια τον κόσμο των προηγούμενων ετών. Αυτό συνέβη σε πολλές αίθουσες. Φυσικά και τα σινεπλέξ επηρέασαν πολύ τη ζωή του σινεμά, άλλαξαν και τη συμπεριφορά του κοινού, έγινε άλλου τύπου έξοδος, δεν συνδυαζόταν με κάποιο μέρος στο κέντρο. Και άλλαξαν και οι εργαζόμενοι, δεν ήταν σταθερά οι ίδιοι άνθρωποι που συναντούσες για χρόνια σε ένα σινεμά. Η Αθήνα διαλύθηκε με τα επεισόδια που ακολούθησαν τον θάνατο του Γρηγορόπουλου και άλλαξε για πάντα», λέει.

«Ωστόσο, το Ιντεάλ, όταν η Αθήνα καιγόταν, δεν το πείραξαν. Όμως το κέντρο ερήμωσε και όλες οι αίθουσες τελικά πήγαν χειρότερα. Κόπηκε η επαφή του κόσμου με το κέντρο. Όσο και αν σας φανεί περίεργο, οι στάσεις του μετρό δεν ευνόησαν την κίνηση και θα σας εξηγήσω γιατί. Όλος αυτός ο κόσμος που κινείται πλέον υπόγεια πέρναγε από το πεζοδρόμιο, έβλεπε τι έπαιζαν τα σινεμά, κοντοστεκόταν και κοίταζε τις ταμπέλες. Σήμερα, για να πας σινεμά στο κέντρο, καταφεύγεις στο διαδίκτυο, για να έρθεις στο κέντρο σκέφτεσαι πού θα παρκάρεις.

Ήταν αλλιώς η ζωή στην πόλη, χιλιάδες άνθρωποι, πηγαίνοντας από και προς την Ομόνοια, περνούσαν από το πεζοδρόμιο του Ιντεάλ. Αυτή η ζωή της πόλης άλλαξε ανεπιστρεπτί, δεν υπάρχει πια».

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η υπόθεση του κινηματογράφου ΙΝΤΕΑΛ δεν έχει τελειώσει ακόμα

Οθόνες / Η υπόθεση του κινηματογράφου Ιντεάλ δεν έχει τελειώσει ακόμα

Αν και για τους περισσότερους το θέμα θεωρείται λήξαν, υπάρχει ακόμα χρόνος και τρόπος να διασωθεί η λειτουργία της ιστορικής αίθουσας του κέντρου αποκλειστικά ως κινηματογράφου.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πίτερ Τζάκσον, Το “Κακό Γούστο” δικαιώνεται στις Κάννες

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πίτερ Τζάκσον: Το «Κακό Γούστο» δικαιώνεται στις Κάννες

O Aμερικανός κινηματογραφιστής έλαβε τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα για το σύνολο της καριέρας του, μια διάκριση που, όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έπαιρνε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

The Review / «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Αναμενόμενη και δικαιολογημένη η μεγάλη επιτυχία της παράστασης που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Νίκος Καραθάνος. Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον Χρήστο Παρίδη για το δύσκολο σκηνικό εγχείρημα, θυμούνται το παλιό ελληνικό σινεμά αλλά και το θρυλικό συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμά-Πρετεντέρη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ