«Πότε με ανάλαφρο χιούμορ και πότε με τρυφερό σαρκασμό, ένας έκπτωτος ποιητής του σαραγιού ζωντανεύει τα άνηβα εκείνα αγόρια που, ντυμένα γυναικεία, λικνίζονται στον ατάσθαλο Χορό των Κουταλιών υπό τους ήχους νταουλιών, λύρας και λαούτου, για να πουλήσουν τέλος το κορμί τους στον πρώτο πλειοδότη. Η συνήθεια αυτή γεννήθηκε στην Υψηλή Πύλη προς τέρψη των σουλτάνων γύρω στα 1600 και εξαπλώθηκε με τον καιρό στα πολύβουα καπηλειά της Ιστάνμπουλ, όπου γνώρισε τεράστια αίγλη με φαινόμενα μαζικού παροξυσμού αλλά και φονικές συμπλοκές μεταξύ αντεραστών, για να σβήσει στα τέλη του 19ου αιώνα κυνηγημένη απ’ τους Αμπντούλ Αζίζ και Αμπντούλ Χαμίτ Β’ ως μιαρή και ασυμβίβαστη με τον εκσυγχρονισμό, που κέλευε το ξερίζωμα κάθε παρελθοντολογικής ασέλγειας». Αυτά γράφει η Σοφία Διονυσοπούλου, μεταφράστρια των ποιημάτων του Φαζίλ Εντερουνί «Το βιβλίο των Τσεγκί, μικρά άσματα για τις χάρες των νεαρών χορευτών» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ροδακιό – από όπου το απόσπασμα: «Ο Γιωργάκης ο πανώριος είν’ καταστροφή / μαλαματένια λάμπει ολόλευκη η μορφή / τσαλίμια και περπατησιά αγγίζουν την κορφή / δεν έχουν όμοιό τους σ’ ολόκληρη τη πλάση / του κορμιού του η στάση τον κόσμο τον πυρώνει / τρέλα είναι και γιορτή που όλα τα σαρώνει (…) Ο Γιασεμής ευθύς ανάβει και κορώνει / του νάρκισσου την όψη θεϊκά φανερώνει / αν και άγουρος, του αυλού την τέχνη τη σκαρώνει / κι όλο πιο πολλούς κερδίζει μουστερήδες»…

 

Ο Φαζίλ Μπιν Ταχίρ (1757-1810), ο ποιητής που έγραψε τα ερωτικά ποιήματα και εκδιώχτηκε από το παλάτι μετά από ένα ερωτικό σκάνδαλο με κάποιον Αλέκο, έζησε για μια δεκαετία στους δρόμους και πέθανε σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης, χτυπημένος από ένα αφροδίσιο νόσημα. Οι ποιητές, όπως και οι μύστες της ταβέρνας, όσοι συχνάζουν σε χαμάμ, οι τελλάκηδες, οι ζητιάνοι, οι απατεώνες και οι τρελοί ήταν άνθρωποι του περιθωρίου, σε μία εποχή (15ο-18ο αιώνα) που υπήρχε μεγάλη ανεκτικότητα για τον «έκλυτο βίο» -την πιο ευημερούσα για την οθωμανική αυτοκρατορία. Το περιθώριο, το λούμπεν, ένας πολύ γοητευτικός τομέας που άργησε πολύ να μελετηθεί, σχετίζεται με πρόσωπα και μέρη που αποτελούσαν ταμπού αλλά ήταν και ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων της εποχής, σε ένα πλαίσιο ηθικής που ήταν διαφορετικό από ό,τι σήμερα.
 
 
Ένας έκπτωτος ποιητής του σαραγιού ζωντανεύει τα άνηβα εκείνα αγόρια που, ντυμένα γυναικεία, λικνίζονται στον ατάσθαλο Χορό των Κουταλιών για να πουλήσουν τέλος το κορμί τους στον πρώτο πλειοδότη. Η συνήθεια αυτή γεννήθηκε στην Υψηλή Πύλη προς τέρψη των σουλτάνων γύρω στα 1600 και εξαπλώθηκε με τον καιρό στα πολύβουα καπηλειά της Πόλης
 
 
Ο Μαρίνος Σαρηγιάννης, ιστορικός οθωμανολόγος, ερευνητής Α΄ στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ στο Ρέθυμνο έχει μελετήσει το περιθώριο των Οθωμανών όσο λίγοι. Το θέμα της διδακτορικής διατριβής του είναι οι «Περιθωριακές οµάδες και συµπεριφορές στην οθωµανική Κωνσταντινούπολη, 16ος-18ος αιώνας» και η κουβέντα μαζί του ήταν πολύ διαφωτιστική για το λούμπεν των αστών Οθωμανών.
 
 
 
Τελάκ, πόρνοι και υμνημένοι αλήτες στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Ο Μαρίνος Σαρηγιάννης, ιστορικός οθωμανολόγος, ερευνητής Α΄ στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/ΙΤΕ στο Ρέθυμνο έχει μελετήσει το περιθώριο των Οθωμανών όσο λίγοι.
 
 
 
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΙΝΟ ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗ
 

— Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το περιθώριο των Οθωμανών;

 

Είναι το αποτέλεσμα, κατά κάποιον τρόπο, της έλξης που ασκεί σε πολλούς ανθρώπους στην ηλικία των 25 ετών το περιθώριο κάθε είδους, ο υπόκοσμος, και ειδικά σε ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει με την κουλτούρα του ρεμπέτικου. Οπότε, το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε ψάχνοντας τις ρίζες του ρεμπέτικου και του αντίστοιχου κόσμου που υπήρχε στις οθωμανικές πόλεις. Βρέθηκα μέσα σε ένα αρκετά παρθένο έδαφος, και ήταν κάτι που πραγματικά με ενδιέφερε. Από την άλλη, ως ιστορικό με τραβούσε ήδη από τις μεταπτυχιακές σπουδές μου αυτό που σήμερα λέμε πολιτισμική ιστορία, δηλαδή η ιστορία των νοοτροπιών, των συμπεριφορών, των αναπαραστάσεων, αλλά και άλλες θεματικές που είχαν αναπτυχθεί από τη γαλλική κυρίως μεταπολεμική ιστοριογραφία, μεταξύ των οποίων η ιστορία των περιθωριακών. Ψάχνοντας λοιπόν θέμα για τη διδακτορική μου διατριβή, εκεί γύρω στο 2000, η οθωμανική περίπτωση μου κίνησε το ενδιαφέρον. 

 

— Τι σημαίνει περιθώριο; Πώς ορίζεται κάποιος άνθρωπος ως περιθωριακός; 

 

Όλα αυτά είναι λέξεις, δηλαδή υπάρχουν διαφορετικές έννοιες που έχουν διαφορετικές σημασίες. Μιλάμε για το περιθώριο, για την απόκλιση, για τον υπόκοσμο. Ο υπόκοσμος έχει να κάνει με τον νόμο και την παρανομία, και κυρίως την οργανωμένη παρανομία. Η απόκλιση περιλαμβάνει και την εκούσια περιθωριοποίηση, κάποιος επιλέγει έναν τρόπο ζωής που αποκλίνει από μία ηθική που επικρατεί στην κοινωνία. Η έννοια της απόκλισης έχει να κάνει με σχήματα συμπεριφοράς και αξίες που θεωρούνται κυρίαρχες σε μια κοινωνία, και από τις οποίες όσοι αποκλίνουν αυτομάτως στιγματίζονται και περιθωριοποιούνται. Στο περιθώριο μπορεί να είναι και κάποιος που άθελά του περιθωριοποιείται, ένας τρελός π.χ., πρέπει όμως να θυμόμαστε και την ύπαρξη μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, για τις οποίες μια αλλιώς "περιθωριακή" συμπεριφορά αποβαίνει εντελώς φυσική. Όλα έχουν να κάνουν με την σχέση που έχει ένα άτομο με την κυρίαρχη ηθική μιας κοινωνίας και τον νόμο, το πώς συνάδει η συμπεριφορά του με τα επιτρεπόμενα, είτε αυτά είναι με νομική, είτε με ηθική έννοια. Εκείνο που τελικά καθιστά απτή την περιθωριοποίηση μιας ομάδας είναι η ύπαρξη της εξουσίας, εν προκειμένω της κρατικής.

 
 
Τελάκ, πόρνοι και υμνημένοι αλήτες στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Έλληνες kocek, ντυμένοι με γυναικεία ρούχα, χορεύουν σε ταβέρνα της Πόλης μπροστά σε πελάτη. Φωτ.: Τhe David Collection, Kopenhagen.
Τελάκ, πόρνοι και υμνημένοι αλήτες στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Ο πελάτης της προηγούμενης εικόνας εμφανίζεται εδώ μεταξύ ομάδας ανδρών που περιμένουν την σειρά τους να συνευρεθούν με το άνηβο αγόρι. Οι köçek ήταν νεαροί χορευτές, πολλές φορές ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και προφανώς σε πολλές περιπτώσεις θα υπήρχε και μια διάσταση πορνείας. Φωτ.: Τhe David Collection, Kopenhagen.
 
 

— Για τι ομάδες ανθρώπων μιλάμε;

 

Ομάδες ανθρώπων που είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Για τους θαμώνες των ταβερνών, τους μέθυσους, μιλάμε για ανθρώπους που παρουσιάζουν συμπεριφορές που σύμφωνα με την κυρίαρχη νόρμα θεωρούνται αποκλίνουσες, όπως κάποιες ερωτικές συμπεριφορές, που ζουν αυτόν που θα έλεγε κανείς έκλυτο βίο, μιλάμε για έγκλημα, οργανωμένη κλοπή, φόνο, την ύπαρξη συμμοριών ή την ύπαρξη παράλληλων δικτύων των κατωτέρων τάξεων. Μιλάμε επίσης για τη φτώχια, για τους υπηρέτες και τους δούλους, για τους τρελούς, για κάποιους δερβίσηδες που ακολουθούσαν πιο αποκλίνουσες οδούς. Για να τους αναγνωρίσουμε όμως πρέπει να δούμε και την άλλη πλευρά, ποιοι ήταν οι κυρίαρχοι κανόνες, το νομικό πλαίσιο, το ιστορικό πλαίσιο.

 

Τα παιδιά της πόλης ή şehir oğlanları, σημαίνει κάτι σαν αλητάκι, χαμίνι, γαβριάς. Είναι νεαροί ανεξάρτητοι, οι οποίοι δεν έχουν δεσμούς οικογενειακούς, δεν είναι παντρεμένοι, είναι μια γενική κατηγορία η οποία στη συνέχεια αποκτά μια ηθική διάσταση, γίνεται κάτι κατακριτέο. Προς τα μέσα ή τα τέλη του 17ου αιώνα ο όρος πια σημαίνει τον έκλυτο ή τον άσωτο.

 

Σ
Evliya Çelebi

— Από πού ξεκίνησες να κάνεις αυτή την έρευνα; Ποιες ήταν οι πηγές σου;

 

Από πεζογράφους Οθωμανούς, κείμενα πολιτικής γραμματείας ή ηθικού περιεχομένου, καθώς και ιστοριογράφους. Όπου μπορώ έχω χρησιμοποιήσει πολύ τη λογοτεχνία, για παράδειγμα την οθωμανική λυρική ποίηση ή τα ελάχιστα σωζόμενα «σενάρια» αφηγήσεων προς χρήση από τους παραμυθάδες του 17ου και 18ου αιώνα, τους λεγόμενους μεντάχ. Επίσης βασική πηγή βέβαια ήταν το έργο του Evliya Çelebi, του μεγάλου περιηγητή του 17ου αιώνα, το οποίο δεν περιέχει μόνο τις περιηγήσεις του αλλά και πάρα πολλές λεπτομέρειες για την Κωνσταντινούπολη της εποχής του. Στην πορεία, και χωρίς να το περιμένω στα αλήθεια, πήρα άδεια για να επισκεφθώ τα ιεροδικαστικά αρχεία της Κωνσταντινούπολης, που τότε (μιλάμε για το 2000-2005) ήταν σε μεγάλο βαθμό απροσπέλαστα, και από εκεί χρησιμοποίησα πολύ υλικό, κυρίως όσον αφορά την εγκληματικότητα. 

 

— Ποια είναι τα «παιδιά της πόλης»;

 

Τα παιδιά της πόλης ή şehir oğlanları είναι ένας όρος που συνάντησα πολύ συχνά σε περιγραφές του ύστερου 16ου αιώνα. Στα γνωστά λεξικά, του 19ου αιώνα, σημαίνει κάτι σαν αλητάκι, χαμίνι, γαβριάς. Στις παλιότερες πηγές όμως παιδιά της πόλης ονομάζονται περισσότερο νεαροί άνθρωποι των πόλεων, ενός αστικού περιβάλλοντος, που έκαναν περιστασιακές δουλειές στην αγορά, δούλευαν σε μαγαζιά σαν βοηθοί, σαν πωλητές οι οποίοι είχαν κάποια μόρφωση, δεν ξέρουμε τι ακριβώς, και σύμφωνα με τις πηγές συναναστρέφονταν πολύ τους ποιητές. Βιογραφίες ποιητών αναφέρουν ότι ο τάδε ποιητής είχε σχέση με «τα παιδιά της πόλης», αλλά και σε συγγράμματα πολιτικής γραμματείας λέει ότι «κακώς στις τάξεις των γενιτσάρων μπαίνουν Τούρκοι και παιδιά της πόλης». Είναι νεαροί ανεξάρτητοι, οι οποίοι δεν έχουν δεσμούς οικογενειακούς, δεν είναι παντρεμένοι, είναι μια γενική κατηγορία η οποία στη συνέχεια αποκτά μια ηθική διάσταση, γίνεται κάτι κατακριτέο. Δηλαδή προς τα μέσα ή τα τέλη του 17ου αιώνα ο όρος πια σημαίνει τον έκλυτο ή τον άσωτο.

 

— Είναι κάτι σαν ερωτικοί συνοδοί;

 

Όχι αναγκαστικά. Προφανώς, σε σχέση με τους ποιητές θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι είναι κάτι τέτοιο, και πάλι όχι αναγκαστικά συνοδοί επί πληρωμή, μπορεί να έχουν απλά σχέσεις. Αλλά είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν φτάσει σε έναν βαθμό κοινωνικής καταξίωσης. Άλλοτε πάνε και γράφονται στους Γενίτσαρους και άλλοτε έχουν σχέση με ποιητές. Δεν είναι παιδιά αναγκαστικά, είναι νεαροί χωρίς κάποια αυστηρή κοινωνική ή ηθική δέσμευση, μια οιονεί κοινωνική κατηγορία, εκείνη των αέργων νεαρών, αστέγων ίσως, μορφωμένων κάποτε, που αν και δεν έχουν κάποια πελατειακή σχέση εξάρτησης με κανέναν ισχυρό, μπορούν όμως να σχετιστούν με πρόσωπα ανώτερης τάξης μέσω των χαρισμάτων τους, πνευματικών ή σωματικών.  

 

Ένα καθιερωμένο και εκτεταμένο είδος ανδρικής πορνείας ήταν στα χαμάμ. Οι τελλάκηδες είναι οι μαλάκτες, αυτοί που κάνουν μασάζ. Δεν σημαίνει φυσικά ότι κάθε τελλάκης εκδίδεται, αλλά ήταν μία πολύ συνηθισμένη πρακτική, και προφανώς πάρα πολλοί τελλάκηδες εκδίδονταν. 

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Xώρος ανάπαυσης σε τουρκικό λουτρό. Χαρακτικό: Τhomas Allom, 1804-1872.
 
 
 
 

— Ποιο είναι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το περιθώριο;

 

Καταρχάς μιλάμε για πολλούς αιώνες, η δική μου έρευνα είχε εστιαστεί στην περίοδο από τον 16ο μέχρι τις αρχές 19ου αιώνα, και είχε περιοριστεί στα αστικά περιβάλλοντα, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θεωρητικά έχουμε ένα αυστηρό πλαίσιο, όπου κάποιος πρέπει να ανήκει είτε σε ένα σώμα στρατιωτικό, είτε να είναι σε μια συντεχνία, είτε σε μια κοινωνική ομάδα κάπως καθορισμένη. Θεωρητικά υπάρχει επίσης ο ιερός νόμος, η Σαρία, η οποία είναι ένα αυστηρό ηθικονομικό πλαίσιο που καθορίζει τα πάντα, και όποιος αποκλίνει δεν είναι μόνο κατακριτέος αλλά και διώκεται. Έχουμε δηλαδή για την οθωμανική κοινωνία την εικόνα που έχουμε για τους Ταλιμπάν, τουλάχιστον εκείνους της πρώτης περιόδου. Στην πραγματικότητα τώρα, βλέπει κανείς ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο ρευστά και χαλαρά σε εκείνη την προνεωτερική περίοδο. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ζει εκτός συντεχνιών, υπάρχει μια πολλαπλότητα ηθικών κανόνων, ακόμα και στις ανώτερες τάξεις, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν κανόνες ηθικής που εφαρμόζονται στον δημόσιο χώρο, στη δημόσια σφαίρα, και διαφορετικοί κανόνες που εφαρμόζονται σε μία ιδιωτική σύναξη: φερειπείν, προφανώς, κανείς δεν βγαίνει να πιει στην αγορά κρασί, αλλά θεωρείται θεμιτό στα πλαίσια του πολιτισμού, των καλών τρόπων ή του να ξέρει κάποιος να ζει, να πηγαίνει σε ένα συμπόσιο και να πίνει κρασί, αρκεί να γίνεται σε σπίτι ή τέλος πάντων σε μία καθορισμένη ιδιωτική σφαίρα. Αυτό το βλέπει κανείς σε διάφορα, από τις ερωτικές σχέσεις μέχρι τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και ιδίως οπίου, μέχρι την οινοποσία κοκ. Αυτά που ξέρουμε –κρίνοντας από αυτά που βλέπουμε σήμερα σε κάποιες χώρες που τις φανταζόμαστε ως αυστηρά ισλαμικές και αντιπροσωπευτικές ενός ενιαίου «Ισλάμ»- δεν ισχύουν στην οθωμανική περίπτωση, Πολύ σπάνια κόβουν το χέρι του κλέφτη ή ακόμα πιο σπάνια λιθοβολούν τη μοιχαλίδα, στην πραγματικότητα αυτά μεταφράζονται σε πρόστιμα. 

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Πανόραμα της Κωνσταντινούπολης, μέσα 15ου αι., από την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «1821 Πριν και Μετά»
 
 
Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Πανόραμα της Κωνσταντινούπολης, μέσα 15ου αι., από την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «1821 Πριν και Μετά»
 
 

 

 

— Μιλάμε για την Κωνσταντινούπολη πάντα;

 

Την Κωνσταντινούπολη και τις μεγάλες πόλεις, όπου τα πρόστιμα, αντί για τις σωματικές ποινές που κανονικά προβλέπει ο ιερός νόμος, είναι η ποινή σε όλα τα οθωμανικά νομικά κείμενα από τον 15ο αιώνα με τον Πορθητή μέχρι μία προχωρημένη εποχή του 17ου αιώνα τουλάχιστον, όσο δηλαδή εκδίδονται ακόμα νομικά κείμενα, -οι κανουναμέδες. Όταν λιθοβολούν μια μοιχαλίδα το 1680 στην Κωνσταντινούπολη, αυτό είναι φοβερή είδηση, είναι κάτι που γίνεται πρώτη φορά μετά από αιώνες και οι σύγχρονοί του Οθωμανοί ιστορικοί σοκάρονται, το εντάσσουν στα πλαίσια των Καντιζαντελήδων, ενός κινήματος που σήμερα θα λέγαμε φονταμενταλιστικό. Το κοινωνικό πλαίσιο λοιπόν είναι το πλαίσιο της οθωμανικής πόλης, με την αγορά ως κέντρο, με τις συντεχνίες που κυριαρχούν στην αγορά, έχει τους Γενίτσαρους που είναι ένα σώμα το οποίο σταδιακά από τις αρχές του 17ου αιώνα αρχίζει και ενσωματώνει στοιχεία του μουσουλμανικού πληθυσμού, αντί να είναι μόνο ένα στρατιωτικό σώμα στο οποίο εντάσσονται μόνο χριστιανοί, να γίνεται ένα σώμα με οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ρόλο στην πόλη, στο οποίο γράφονται όλο και περισσότεροι μουσουλμάνοι κάτοικοι των πόλεων. Αυτό συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό ώστε τον 18ο αιώνα σε κάθε πόλη πρακτικά κάθε μουσουλμάνος σχεδόν να είναι μέλος των Γενιτσάρων με τα αντίστοιχα προνόμια και οι Γενίτσαροι να είναι ο μεγάλος σύμμαχος των συντεχνιών. Μια εικόνα δηλαδή διαφορετική από αυτή που φανταζόμαστε συνήθως. Υπάρχει επίσης ένα σύστημα αστυνομικών ελέγχων, με τη φρουρά του σούμπαση, του αστυνόμου θα λέγαμε, που ουσιαστικά ελέγχει την ηθική τάξη της πόλης και είναι αυτή που θα φέρει το πρωί ενώπιον του καδή, του ιεροδικαστή, αυτούς που συνέλαβε, μεθυσμένους, ζευγάρια εκτός γάμου κοκ. 

 

— Μου λες ότι είναι μια πολύ πιο ανοιχτή κοινωνία από αυτή που έχουν συνηθίσει να φανταζόμαστε.

 

Την φανταζόμαστε κλειστή γιατί έχουμε από τη μία την ελληνική αφήγηση για την Τουρκοκρατία που είναι ένα μονοδιάστατο πράγμα, ο τουρκικός ζυγός, οι άγριοι Τούρκοι, ο ανατολικός δεσποτισμός κτλ. και από την άλλη την εικόνα που έχουμε για το Ισλάμ σήμερα,  που συνειδητά ή όχι προβάλλουμε μονολιθικά σε μία θρησκεία την εικόνα μιας πολύ συγκεκριμένης τάσης που έχει επικρατήσει σε ένα μικρό κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου. Οπότε φανταζόμαστε ένα Ισλάμ που είναι περιοριστικό, που είναι μόνο η Σαρία, με πολύ αυστηρή εφαρμογή, πολύ συντηρητικό κοκ. Υπάρχουν πολλά ισλάμ όπως υπάρχουν και πολλοί χριστιανισμοί, όπως υπάρχουν και πολλοί βουδισμοί. Η οθωμανική κοινωνία, σε ορισμένες περιόδους τουλάχιστον, είναι αρκετά διαφορετική. Λόγου χάριν, ας σκεφτούμε ότι πιθανότατα για έναν Εβραίο του 16ου αιώνα ήταν πολύ καλύτερα να ζει να στην οθωμανική αυτοκρατορία παρά στην Ευρώπη της ίδιας εποχής. Όπως και για έναν χριστιανό που να ήταν κάπως αιρετικός, ακόμα και ένας μουσουλμάνος κάπως αιρετικός είχε λίγο καλύτερη μοίρα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από ό,τι στην Ευρώπη εκείνης της περιόδου. Αυτό έχει να κάνει με το ότι έχουμε μια αυτοκρατορία η οποία βασίζεται σε μία πολυεθνική και πολυθρησκευτική βάση, οπότε δεν μπορούσε να λειτουργήσει καταδιώκοντας τους μισούς υπηκόους της, κατά συνέπεια αναπτύσσει ένα σύστημα κανόνων στο οποίο υπάρχει ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα για εκείνη την εποχή είναι ένα χαρακτηριστικό οπωσδήποτε θετικό με την σημερινή αποτίμηση. Σήμερα όταν λέμε υπάρχει ανεκτικότητα είναι λίγο σαν να λέμε δεν υπάρχει ισότητα, σε εκείνη την περίοδο όμως ήταν διαφορετικό από ό,τι σήμερα. Υπάρχει μια πολλαπλότητα, πολλαπλότητα ηθικών που εφαρμόζονται, πολλαπλότητα τρόπων ζωής, κι ένα κράτος το οποίο κυρίως το ενδιαφέρει να υπάρχει τάξη, δεν το ενδιαφέρει να προσηλυτίσει τους χριστιανούς και να τους κάνει μουσουλμάνους και να χάσει έτσι και τους φόρους που εισπράττει. Δεν το ενδιαφέρει γενικώς να καταστείλει, άλλωστε μιλάμε και για την περίοδο πριν από τον μεγάλο εγκλεισμό που λέει ο Φουκό, μια περίοδο δηλαδή που ακόμα και στην Ευρώπη δεν ενδιαφέρει το κράτος να καταδιώξει ή να περιορίσει συλλογικά τους ναρκομανείς ή τους ομοφυλόφιλους ή τους οινοπότες. Η περίπτωση του κρασιού είναι χαρακτηριστική γιατί υπάρχουν και είναι γνωστές μια σειρά από σοβαρές απαγορεύσεις της οινοποσίας ή του καπνού, οι οποίες επαναλαμβάνονται, κι αυτό σημαίνει ακριβώς ότι δεν εφαρμόζονται. Όταν βλέπεις μια διαταγή, ένα φιρμάνι να λέει τα ίδια πράγματα κάθε 20 χρόνια σημαίνει ότι είναι ένας νόμος που πέφτει σε αχρηστία. Οπότε μπορεί αν δει κανείς μόνο νομικά κείμενα να καταλήξει ότι υπάρχει μια πολύ σκληρή και μη ανεκτική κοινωνία, η οποία όμως στην πραγματικότητα ήταν μία κοινωνία που μπορούμε να την φανταστούμε σαν κάτι πολύ λιγότερο αβίωτο από όσο φανταζόμαστε. Όσον αφορά τον υπόκοσμο, ας πούμε, εκείνο που μετρούσε τελικά για το οθωμανικό κράτος ήταν η ευταξία και όχι η τήρηση μιας ιδεατής τάξης του κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, περιθωριακός τελικά για τις αρχές ήταν εκείνος που δεν μπορούσε να ελεγχθεί, είτε είναι περιπλανώμενος εργάτης εκτός συντεχνιών είτε δερβίσης που ζει από την επαιτεία, -στο βαθμό που θα μπορούσε κάποτε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια ελεγχόμενη ιεραρχία, το κράτος δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να τον αποδεχθεί ως νομοταγή υπήκοό του.

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Τα καφενεία δεν ήταν ποτέ περιθώριο, έφεραν μεγάλη αλλαγή στην οθωμανική κοινωνία ως τόπος συνεύρεσης ανθρώπων. Είναι η μεγάλη καινοτομία της οθωμανικής πόλης. Πάλι βέβαια μιλάμε για την κοινωνικότητα αποκλειστικά μεταξύ ανδρών, για τις γυναίκες το αντίστοιχο ήταν είτε να πηγαίνουν σε σπίτια μεταξύ τους, είτε σε λιβάδια, σε τάφους αγίων... Οθωμανικό καφενείο του τέλους του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. (Παρίσι, 1819).
Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Τουρκικός καφενές, τέλη 19ου αι. GETTY
 

 

— Μου ανέφερες την ταβέρνα και τα καφενεία, ποιος ήταν ο ρόλος τους, ως χώροι σύναξης περιθωριακών;

 

Ταβέρνες ξέρουμε πολλές στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν ταβέρνες και υπήρχε και ζωή στις ταβέρνες, οι οποίες ως επί το πλείστον ήταν ιδιοκτησίας χριστιανών, γι’ αυτό και ήταν σε περιοχές που έμεναν πολλοί χριστιανοί ή Εβραίοι, όπως ο Γαλατάς ή τα Ψωμαθειά. Ξέρουμε επίσης από διάφορες πηγές ότι η πελατεία τους δεν περιελάμβανε μόνο χριστιανούς, είτε από έγγραφα που αναφέρουν ότι συλλαμβάνονται μουσουλμάνοι με την κατηγορία ότι μυρίζει το στόμα τους κρασί, είτε από τις βιογραφίες των ποιητών που συχνά ξημεροβραδιάζονταν σε ταβέρνες, από διάφορα είδη λογοτεχνίας που περιγράφουν σκηνές σε ταβέρνες, από τις απαγορεύσεις, πάλι, να συχνάζουν μουσουλμάνοι σε ταβέρνες κοκ. Η λειτουργία μιας ταβέρνας ήταν κάτι συνήθως νόμιμο, το να πιάσεις όμως έναν μουσουλμάνο σε μια ταβέρνα να πίνει κρασί είναι παράνομο, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Μόνο σε ορισμένες περιόδους έγινε προσπάθεια να απαγορευθούν οι ταβέρνες. Από τις πηγές ξέρουμε και περίπου τους θαμώνες αυτών των καταστημάτων, ήταν φυσικά Γενίτσαροι και άλλοι στρατιωτικοί, ήταν δερβίσηδες ιδίως κάποιων ταγμάτων, οι ποιητές, που δεν ήταν αναγκαστικά μια κοινωνική τάξη, αλλά ίσως είναι και ένας λογοτεχνικός τόπος η ταβέρνα, ήταν ένας τόπος κοινωνικοποίησης κάπως περιθωριακός οπωσδήποτε, όχι όπως το καφενείο, με μία κακή φήμη. Οι περιγραφές που έχουμε είναι ενδιαφέρουσες, έχουμε κάποιες περιγραφές για «τριώροφες και τετραώροφες ταβέρνες με θέα στη θάλασσα» στο Γαλατά, για ταβέρνες με θέα στον Βόσπορο, μια ταβέρνα με ιδιωτικούς χώρους που πρέπει να ήταν κάτι σαν τα σεπαρέ ή δωμάτια στον πάνω όροφο, για παρέες ή για ζευγάρια, αλλά και για κρυφές ταβέρνες σε πίσω δωμάτια και «πλανόδιους κρασοπώλες». Έχουμε και κάποια τραγούδια μεθυσμένων της ταβέρνας που διασώζει ο Εβλιγιά Τσελεμπή. 

Τα καφενεία, από την άλλη δεν ήταν ποτέ περιθώριο, έφεραν μεγάλη αλλαγή στην οθωμανική κοινωνία ως τόπος συνεύρεσης ανθρώπων. Είναι η μεγάλη καινοτομία της οθωμανικής πόλης. Πάλι βέβαια μιλάμε για την κοινωνικότητα αποκλειστικά μεταξύ ανδρών, για τις γυναίκες το αντίστοιχο ήταν είτε να πηγαίνουν σε σπίτια μεταξύ τους, είτε σε λιβάδια, σε τάφους αγίων... Το καφενείο αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από την εξουσία, γιατί ήταν ένα μέρος που αναμιγνύονταν οι κοινωνικές τάξεις και διακινούνται φήμες για το παλάτι, πολιτικές απόψεις, παραβατικότητας, και γι’ αυτό έχουμε αργότερα το σύστημα με τους χαφιέδες που πάνε συνήθως στα καφενεία.

 

Το καφενείο αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από την εξουσία, γιατί ήταν ένα μέρος που αναμιγνύονταν οι κοινωνικές τάξεις και διακινούνται φήμες για το παλάτι, πολιτικές απόψεις, παραβατικότητας, και γι’ αυτό έχουμε αργότερα το σύστημα με τους χαφιέδες που πάνε συνήθως στα καφενεία.

 
 

— Να πούμε λίγο περισσότερα πράγματα για το πώς συνδέονταν οι Γενίτσαροι με το περιθώριο.

Σ

Γενίτσαρος, μέσα 17ου αιώνα.

 

Οι Γενίτσαροι είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο στο σύστημα της πόλης, ξεκινάνε σαν αυτό που ξέρουμε, παιδιά που τα μαζεύουν με το παιδομάζωμα και γίνονται ένα σώμα στρατιωτών, οι οποίοι έχουν προνόμια που έχουν και όλοι οι στρατιωτικοί, δεν πληρώνουν φόρο, έχουν ένα είδος ασυλίας, κλπ. και στα τέλη του 16ου αιώνα αρχίζει αυτή η εισροή μουσουλμάνων κατοίκων των πόλεων στις τάξεις των Γενιτσάρων. Δεν πάνε στον πόλεμο, αλλά γράφονται στους καταλόγους των Γενιτσάρων με τα αντίστοιχα προνόμια, κι αυτό προχωράει και τον 18ο αιώνα, με αποτέλεσμα να ταυτίζεται σχεδόν ο γενιτσαρισμός με τα κατώτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, τις συντεχνίες, τους εμποροτεχνίτες, και να παίζει πολιτικό ρόλο γιατί εκπροσωπεί μεγάλα στρώματα του αστικού πληθυσμού. Οι πρώτοι που αρχίζουν και σχετίζονται με τους γενιτσάρους είναι αυτοί που ο ιστορικός Τζεμάλ Καφαντάρ ονομάζει λούμπεν σινάφια, οι λούμπεν τεχνίτες, άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι στις συντεχνίες και προσπαθούν να βρουν προστασία στους Γενιτσάρους. Ξεκινάνε από το περιθωριακό κομμάτι της τάξης των τεχνιτών και καταλήγουν σιγά-σιγά οι ίδιοι οι Γενίτσαροι να καταγίνονται με το εμπόριο και οι εμποροτεχνίτες να μπαίνουν στις τάξεις τους. Οι Γενίτσαροι είναι μια πολύ ισχυρή δύναμη που τελικά αψηφά τον ίδιο τον σουλτάνο, που συχνάζουν στα καφενεία, στις ταβέρνες, αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι πως καταλήγουν να είναι ο κορμός του μουσουλμανικού πληθυσμού στις μεγάλες πόλεις. 

 
 

— Τι περιθώρια γνωριμιών υπήρχαν ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ή μεταξύ αντρών μέσα σε όλους αυτούς τους αυστηρούς κανόνες; Ερωτικές γνωριμίες εννοώ.

 

Αυτό είναι ένα μεγάλο και ενδιαφέρον θέμα που έχει πάρα πολλές πλευρές. Να ξεκινήσω από τους άντρες και γυναίκες και τις σχέσεις εκτός γάμου, η δικιά μου αίσθηση είναι ότι αυτό ήταν πιο εύκολο σε κατώτερες τάξεις παρά σε ανώτερες. Είναι μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι σε αυτές τις κοινωνίες οι ανώτερες τάξεις ζουν λίγο πιο περιορισμένα από άποψη ηθικών κανόνων, ενδυματολογικών περιορισμών κλπ. Ωστόσο και για αυτά τα στρώματα σώζονται και από δυτικούς περιηγητές μαρτυρίες γνωριμιών εκτός γάμου, περιγραφές πχ. της γλώσσας των λουλουδιών, πώς δηλαδή μπορούν να συνεννοηθούν από ένα παράθυρο, από ένα καφασωτό, κι αντί να στέλνουν ραβασάκια να στέλνουν λουλούδια, το καθένα με άλλη σημασία. Στα δικαστικά έγγραφα βλέπουμε συχνά να συλλαμβάνουν ζευγάρια που πάνε σε διάφορους τόπους, σε σπίτια, σε λιβάδια ή σε λουτρά, είναι όμως δύσκολο να καταλάβουμε αν πρόκειται για περιπτώσεις πορνείας ή περιπτώσεις παράνομων σχέσεων. Όσον αφορά τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, εκεί τα πράγματα είναι λίγο πιο καθαρά με κάποιον παράδοξο τρόπο. Μπορεί να δει κανείς ότι υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεκτικότητα από ό,τι φανταζόμαστε, σίγουρα μεγαλύτερη από ό,τι υπήρχε αργότερα. Υπήρχε το ποιητικό μοντέλο, ο κοινός τόπος ο ποιητικός που δίνει μυστικιστικές διαστάσεις στις ερωτικές σχέσεις ενηλίκων κυρίως με αγόρια, δηλαδή στο πλατωνικό, ας πούμε, το αρχαίο ελληνικό μοντέλο, οπότε αυτό που αναφέρουν οι πηγές πιο πολύ επικριτικά σαν ομοφυλοφιλία αφορά τις περιπτώσεις συνομήλικων. Το ποιητικό πρότυπο ήταν η σχέση ενός ενήλικα με αγένειους νέους, ενώ εκείνο που θεωρούνταν προβληματικό από «ηθική» άποψη δεν ήταν η ομοφυλοφιλία καθαυτή αλλά η σχέση μεταξύ ενήλικων ανδρών. Και υπάρχουν και αντίστοιχες περιγραφές στην ποίηση κλπ., υπάρχουν κείμενα που έχουν τις συγκρίσεις ανάμεσα στο τι είναι καλύτερο η σχέση με γυναίκες ή η σχέση με αγόρια, και τα οποία περιγράφουν πώς γίνεται το φλερτ, σε ποια μέρη, π.χ. στα καραβάκια του Βόσπορου, στις ακτές, κλπ. και το ποίημα καταλήγει συνήθως με ένα πολύ μυστικιστικό τρόπο, οι δύο αντιδικούντες πάνε σε έναν σεΐχη ο οποίος τους λέει ότι η πραγματική αγάπη είναι με τον Θεό. Για παράδειγμα σε ένα ποίημα των αρχών του 19ου αιώνα ένας γυναικάς και ένας παιδεραστής απαριθμούν τα υπέρ και τα κατά των γυναικών και των αγοριών. Αναφέρονται μεταξύ άλλων Έλληνες υπηρέτες, βοηθοί κουρείς, ναύτες, ένας θυρωρός του παλατιού, ένας γενίτσαρος και χορευτές. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, η ιδανική ηλικία για ένα αγόρι είναι δεκατεσσάρων χρονών, οπότε και είναι στο μεταίχμιο ανάμεσα σε παιδί και έφηβο. Οι χώροι όπου αποπλανώνται τα αγόρια, στο ίδιο έργο, δεν έχουν να κάνουν όπως φαίνεται με «επαγγελματική» πορνεία: γιορτές περιτομής, πύλες σχολείων, ταβέρνες, λουτρά, εκδρομές στο Βόσπορο.

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Δυό Οθωμανοί ερωτοτροπούν, ο ένας με μια γυναίκα, ο άλλος με ένα νεαρό αγόρι. Yπάρχουν κείμενα που συγκρίνουν τι είναι καλύτερο, η σχέση με γυναίκες ή η σχέση με αγόρια, και τα οποία περιγράφουν πώς γίνεται το φλερτ, σε ποια μέρη, π.χ. στα καραβάκια του Βόσπορου, στις ακτές, κ.λπ. Φωτ.: Τhe David Collection, Kopenhagen.

 

Είναι παραπάνω από πιθανό η έμφαση αυτή να αντιστοιχούσε και σε αποδεκτές συμπεριφορές στην πραγματική ζωή, λόγω και του αποκλεισμού των γυναικών σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο βίο, ή της παράδοσης της κοινής ζωής, τους στρατιωτικούς κοιτώνες, ή τους τεκέδες, αλλά και της ιατρικής και μυστικιστικής αντίληψης περί φύλων και έρωτα. Εν πάση περιπτώσει στην ποίηση και στον μυστικισμό ο ετεροφυλόφιλος έρωτας θεωρείται κάτι που έχει σκοπό την τεκνοποίηση, είναι κάτι πιο χρησιμοθηρικό, γενικώς το να γράψεις ένα ποίημα για γυναίκες ήταν στα όρια του καλού γούστου, γιατί ο γνήσιος έρωτας, ο μυστικός έρωτας, θεωρούνταν κυρίως ο έρωτας ο ομοφυλοφιλικός, με ένα αγόρι.

 

— Μιλάμε για ομοφυλοφιλία μεταξύ ανδρών πάντα.

 

Ναι, γιατί για τη σχέση μεταξύ γυναικών οι πηγές μας λένε ελάχιστα έως καθόλου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν μαρτυρίες από εκείνη την εποχή. Και από κει και πέρα ξέρουμε το θέμα της πορνείας που το μελέτησα λίγο παραπάνω γιατί πιάνει και περιθώριο και υπόκοσμο, όπου συναντά κανείς και τη γυναικεία και την αντρική πορνεία σε διάφορα μοντέλα λειτουργίας. Ο νόμος, όπως και στο Βυζάντιο άλλωστε, καταδίωκε πιο πολύ τον προαγωγό παρά την πόρνη. Η πλειοψηφία των νομομαθών είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι η πορνεία καθ' αυτή ήταν νόμιμη (μάλλον ως αναπόφευκτη), ενώ εκείνο που εξακολουθούσε να θεωρείται αδίκημα ήταν η μαστροπεία. Στο βαθμό που η πορνεία ενέπιπτε απλώς στην παράνομη σχέση, τιμωρούνταν με καθορισμένο αριθμό ραβδισμών σύμφωνα με τον ιερό νόμο. Όπως, όμως, συνέβη και με άλλες σωματικές ποινές, το οθωμανικό δίκαιο επέβαλλε περισσότερο χρηματικά πρόστιμα, ανάλογα πάντα με τις δυνατότητες του ενόχου. Αυτό που παρατηρεί κανείς είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος στιγματισμός δια βίου. Κάποια γυναίκα μπορεί να εκδιωχθεί από τη συνοικία με καταγγελία των γειτόνων της, επειδή δέχεται άντρες στο σπίτι, οπότε φεύγει από την συνοικία και απλά εγκαθίσταται αλλού. Όταν παραπονούνται για διάφορους λόγους για τη συμπεριφορά κάποιου (π.χ. ότι κλέβει, ή ότι μεθάει) τον διώχνουν με αυτό τον τρόπο, αλλά από κει και πέρα δεν τον ελέγχουν πού θα πάει και τι θα κάνει. Αυτά τον 16ο-17ο αιώνα, γιατί μετά υπάρχουν αναφορές για εξορίες ή πιο κατασταλτικά μέτρα. Τον 18ο αιώνα υπάρχει μια διαδικασία που συμβαδίζει λίγο με την ευρωπαϊκή διαδικασία του «μεγάλου εγκλεισμού», της κρατικής καταστολής, της βούλησης για κρατικό έλεγχo της καθημερινότητας. Τα μοντέλα της μαστροπείας είναι πιο σαφή για τη γυναικεία πορνεία, είτε σε δικαστικές υποθέσεις κυρίως, είτε σε κάποια λογοτεχνικά έργα, η προαγωγός που έχει στο σπίτι της κοπέλες και μαζεύονται ξένοι, αυτό είναι το μοντέλο όταν υπάρχει μαστροπεία. Υπάρχει επίσης εικονική πώληση παλλακίδων, κάτι που απαγορεύεται. Οι πιο φτωχές κοπέλες είναι αυτές που συναντάει ο πελάτης σε μία ερημιά ή στο σπίτι ενός εργένη.

 

— Η παιδεραστία ήταν αποδεκτή;

 

Όπως και στις περισσότερες ισλαµικές κοινωνίες, οι οποίες εξοβελίζουν τη γυναίκα από το δηµόσιο πεδίο, η σχέση ενήλικα και εφήβου αποτελούσε πολύ συνηθισµένο και γενικά αποδεκτό φαινόµενο. Ο οξυδερκής Mustafa 'Âlî ερµηνεύει ακριβώς βάσει αυτού του εξοβελισµού την κλίση των ανδρών της εποχής του προς τους εφήβους, υπαινισσόµενος µάλιστα ότι έβρισκε πρόσφορο έδαφος στο περιβάλλον του στρατού και του σχολείου. Έτσι ένας αγάς των γενιτσάρων ερωτεύθηκε τον γιο γενίτσαρου και µετέπειτα ποιητή Ferdî, ενώ διάσηµος έµεινε ο έρωτας του καδή του Mihaliç και ποιητή Me'âlî για το γιο ενός γενίτσαρου. Άλλες φορές πάλι, ο εφηβικός έρωτας εγκωµιαζόταν πάνω σε πιο µεταφυσική βάση, ως αναζήτηση δηλαδή του

S
Mevlânâ İshak (ή İshak Çelebi)

θείου µέσα από την οµορφιά. Παρόµοιες απόψεις, ήταν ιδιαίτερα διαδεδοµένες σε περιθωριακές δερβισικές αδελφότητες όπως οι Kalenderî, κάποτε όµως τις συναντούµε και σε περισσότερο ορθόδοξους ουλεµάδες. Εκεί όµως που ο οµοφυλοφιλικός έρωτας πραγµατικά µοιάζει να ανθούσε ήταν µεταξύ των ποιητών, και γενικότερα στο περιβάλλον των «πνευµατωδών» και «ηδονιστών» από τη µία, και των «παιδιών της πόλης» από την άλλη. Περιστατικά παιδεραστίας αφθονούν στις βιογραφίες των Οθωµανών ποιητών: ας αναφέρουµε λόγου χάριν τον Mestî και τη σχέση του µε τον περίφηµο Necâtî Beğ επί Βαγιαζήτ Β΄, ή τον διαβόητο Mevlânâ İshak (ή İshak Çelebi) επί Σουλεϊµάν Μεγαλοπρεπούς. Συναντούµε µάλιστα στις βιογραφίες αυτές και ανέκδοτα για ποιητές που πηγαίνουν στο Γαλατά προκειµένουν να χαζέψουν τους νεαρούς µοναχούς, ή για κάποιον άλλο που γυρνούσε στις αγορές ψάχνοντας για όµορφους νέους. Το 1552/3 ο ποιητής Sihrî, ο οποίος χαρακτηρίζεται «γλεντζές και κατεργάρης, ελευθεριάζων και έκλυτος» και ο οποίος ήταν γραφέας του δεφτερδάρη του Χαλεπιού, παρέσυρε και αποπλάνησε ένα αγόρι στο δωµάτιό του· η οργισµένη αντίδραση των συγγενών του νεαρού κατέληξε στον ευνουχισµό του, πράγµα που εκ των υστέρων δικαιολόγησε το προσωνύµι του Kız (κορίτσι) Memi.

 

— Το «Χαριτόβρυτο βιβλίο των τελλάκηδων» τι είναι;

 

Αυτό το «βιβλίο των τελλάκηδων» είναι ένα χειρόγραφο που το αναφέρει μόνο ένας άνθρωπος μέχρι τώρα, ο δημοσιογράφος Μουράτ Μπαρντακτσί, αυτός το δημοσίευσε δυστυχώς χωρίς να δείξει το πρωτότυπο. Για διάφορους λόγους πιστεύω ότι είναι γνήσιο, είναι ένα αντίγραφο των αρχών του 20ού αιώνα από ένα αυθεντικό κείμενο του ύστερου 17ου κι έχει πράγματα που μπορούμε να δούμε και αλλού, όμως εκεί φαίνονται πολύ καθαρά, πώς ένα καθιερωμένο και εκτεταμένο είδος ανδρικής πορνείας ήταν στα χαμάμ. Οι τελλάκηδες είναι οι μαλάκτες, αυτοί που κάνουν μασάζ. Δεν σημαίνει φυσικά ότι κάθε τελλάκης εκδίδεται, αλλά ήταν μία πολύ συνηθισμένη πρακτική, και προφανώς πάρα πολλοί τελλάκηδες εκδίδονταν. Το βιβλίο αυτό λοιπόν περιγράφει τους έντεκα διασημότερους από αυτούς τους τελλάκηδες της εποχής του, και μάλιστα δεν περιορίζεται να αναφέρει τα κάλλη και τις ιδιότητες καθενός ξεχωριστά, αλλά -και εδώ έγκειται η ξεχωριστή αξία του κειμένου- καταγράφει επιπλέον τα χαμάμ όπου εκείνοι εργάζονται, την ιστορία τους και κάποια χαρακτηριστικά τους, καθώς και τις τιμές τους. Έχει όπως καταλαβαίνετε εξαιρετικό ενδιαφέρον, υπάρχουν άλλες ιστορίες τραγικές και άλλες λιγότερο, είναι άλλοι που έχουν πέσει θύματα βιασμού, άλλοι που απλά το κάνουν για τα χρήματα, κι έχει τις τιμές που χρεώνουν, τα χαρακτηριστικά και τα προσόντα τους κλπ. Έτσι για παράδειγμα ο Γεμενιτζί Μπαλί, που άλλωστε μετά από παράκλησή του γράφτηκε το βιβλίο, αρχικά ήταν νεοσύλλεκτος στον 59ο λόχο των γενιτσάρων και συγχρόνως μαθητευόμενος ενός μαντηλοποιού του Τοπχανέ. Ένα βράδυ οι «αλήτες του καφενείου του ταρσανά» τον βίασαν -εκείνην ακριβώς τη στιγμή έκανε έφοδο η περίπολος του σούμπαση. Ο νεαρός καταγράφηκε ως «ομοφυλόφιλος» σε ένα κατάστιχο (για το οποίο έχουμε και άλλες αναφορές, χωρίς να είμαστε βέβαιοι περί τίνος πρόκειται) και προκειμένου να αποκαταστήσει το όνομά του έπιασε δουλειά σε ένα λουτρό στον Τοπχανέ. Ένας άλλος ήταν σοφτάς, δηλαδή σπουδαστής σε ένα ιεροδιδασκαλείο, όπου ένας συμπατριώτης του τον έπεισε να συνουσιαστούν. Την επομένη, όταν το γεγονός έγινε γνωστό, μη μπορώντας να παραμείνει στο ιεροδιδασκαλείο μπήκε στη δούλεψη ενός χαλβατζή, του οποίου έγινε και εραστής. Ένα χρόνο μετά κάποιος πελάτης τον αποπλάνησε προσφέροντάς του δώρα και χρήματα. Ο νεαρός αφού περιπλανήθηκε για κάποιους μήνες σε κήπους, δωμάτια εργένηδων και χαμάμ, κατέληξε τελλάκης σε ένα λουτρό. Ένα τελευταίο παράδειγμα: ο Αλτινμπάς («χρυσοκέφαλος») Ισκεντέρ, αλβανικής καταγωγής και φερόμενος ως απόγονος του περίφημου Γεωργίου Καστριώτη (Σκεντέρμπεη), συνελήφθη στα βουνά της πατρίδας του και στάλθηκε από τον πρόκριτο της περιοχής στον αδελφό του, ιδιοκτήτη ενός λουτρού στην Κωνσταντινούπολη. Έχοντας γνωρίσει τον ομοφυλοφιλικό έρωτα με τους ληστές των βουνών δεν θέλησε να εκπαιδευτεί, όπως προοριζόταν, και έπιασε δουλειά ως τελλάκης.

Η πλήρης αποκατάσταση πάντως των εφήβων αυτών μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την προσκόλληση σε κάποιον αξιοσέβαστο πολίτη, ο οποίος θα τους δεχόταν ως υπηρέτες ή/και ως εραστές, παρέχοντάς τους έτσι την προστασία του κατά το γνωστό οθωμανικό πρότυπο πατρωνείας και πελατείας.

 
 
Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Ένας άντρας πουλά όπιο δίπλα σε μια γυναίκα που θηλάζει το μωρό της. Κωνσταντινούπολη. Χαρακτικό του F. W. Topham, περ. 1840
 
 

— Πες μου και για τους ναρκομανείς.

 

Η σχέση με τα ναρκωτικά είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, θεωρητικά δεν απαγορεύονται απ' τον ιερό νόμο, γιατί δεν αναφέρονται πουθενά στο Κοράνι ή στις παραδόσεις. Προσπάθειες να απαγορευτούν έγιναν με διάφορους τρόπους νομικούς, ένας ήταν η αναλογία με το κρασί, η έμφαση στη μέθη, επειδή το κρασί μεθάει θα έπρεπε τα ναρκωτικά να απαγορευτούν για τον ίδιο λόγο. Ένας άλλος τρόπος ήταν ένα είδος ηθικής καταδίκης, που είναι ότι σχετίζονται με την συναναστροφή με ανθρώπους ανήθικους κ.ο.κ. Αυτά στα νομικά κείμενα, και υπάρχει και σε άλλα κείμενα γραμματειακά η πιο ηθική καταδίκη, με αναφορές στο σώμα και το πνεύμα του χρήστη που καταστρέφονται κτλ. Σε ιεροδικαστικά έγγραφα δεν τα συναντάμε ποτέ, δεν πιάνουν κάποιον επειδή χρησιμοποιεί ναρκωτικά, ή δεν τον καταδιώκουν. Υπάρχει το όπιο, υπάρχει το χασίς που χρησιμοποιείται με τη μορφή κατάποσης, ως μαντζούνι, υπάρχουν διάφορα είδη μαντζουνιών, είναι μια πρακτική πολύ εκτεταμένη, που είναι μεμπτή και κατακριτέα από την κυρίαρχη ηθική, αλλά που δεν απαγορεύεται. Στις μεγάλες γιορτές φέρνουν οπιομανείς για να τρέξουν και να γελάσει ο κόσμος και μετά τους δίνουν και χρυσάφι. Ένας ανώνυμος συγγραφέας τον 17ο αιώνα αναφέρει ως απαράδεκτο το φαινόμενο πολλοί καδήδες, ιμάμηδες και μουεζίνηδες να είναι οπιομανείς, προσθέτει όμως ότι στα άλλα επαγγέλματα ο εθισμός στο όπιο δεν είναι ντροπή, μάλιστα αυξάνει την επίδοση.

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Σοφτάδες (Τούρκοι σπουδαστές θεολογίας) με δύο ουλεμάδες στην πόρτα ενός μεντρεσέ, Κωνσταντινούπολη, χαρακτικό του Giulio Gorra από την L'Illustrazione Italiana... GETTY
 
 

 

— Τι ήταν οι σοφτάδες και οι ουλεμάδες; 

 

Ουλεμάδες σημαίνει νομομαθείς, είναι δηλαδή όσοι έχουν τελειώσει ένα ιεροδιδασκαλείο, ένα μεντρεσέ, και αναλόγως με τον βαθμό του ο καθένας μπορεί να γίνει χότζας σε ένα τζαμί, ιμάμης, δικαστής ή μουφτής, ή να γίνει δάσκαλος σε άλλο μεντρεσέ. Είναι ένα σύστημα κοινωνικής κινητικότητας το οποίο είναι ελεύθερο για κάθε μουσουλμάνο, κάθε κοινωνικής τάξης, και αναλόγως με τις γνωριμίες σου και το κοινωνικό σου στάτους σε βγάζει σε διάφορα επίπεδα της ιεραρχίας αυτής. Οι σοφτάδες είναι λοιπόν οι μαθητές, οι φοιτητές των ιεροδιδασκαλείων που προορίζονται να γίνουν ουλεμάδες. Κάποια στιγμή στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα έγιναν πάρα πολλοί ενώ οι προοπτικές εργασίας τους μειώθηκαν απότομα, και αυτό δημιούργησε κοινωνικό πρόβλημα. Μιλάμε δηλαδή για νεαρούς οι οποίοι ζούσαν στους μεντρεσέδες, στα κελιά, όλοι μαζί, δεν είχαν λεφτά, πήγαιναν και ζητιάνευαν στα χωριά -ζητιανιά με ένα στοιχείο βίας- σε μία περίοδο μεγάλης αστάθειας οικονομικής και κοινωνικής, και υπάρχουν συμμορίες που περιφέρονταν στην ύπαιθρο, σε μεγάλη κλίμακα, τόσο που το κράτος παίρνει μέτρα εναντίον τους. Σε αυτό το πλαίσιο οι σοφτάδες είναι φοιτητές χωρίς έσοδα, κι έχουν σχέση με τα περιθωριακά στρώματα. Οι σοφτάδες έτειναν γενικότερα να παρεκκλίνουν σε συμπεριφορές που η εποχή χαρακτήριζε από απλώς ανήθικες έως εγκληματικές. Όπως σχολιάζει η Σουράγια Φαρόκι, μια από τις σπουδαιότερες οθωμανολόγους της εποχής μας, η εμπλοκή των σοφτάδων σε τέτοιες πράξεις θυμίζει αντίστοιχα φαινόμενα μεταξύ των φοιτητών στο Παρίσι της Αναγέννησης. Ήδη από τα τέλη της βασιλείας του Σουλεϊμάν, γύρω στο 1560, οι σοφτάδες άρχισαν να οργανώνονται σε συμμορίες που λυμαίνονταν την ύπαιθρο, ενώ στα τέλη του αιώνα έδωσαν τη θέση τους στους πιο μαζικούς, καλύτερα οργανωμένους και εξοπλισμένους Τζελαλήδες, έναν συνδυασμό αγροτικής εξέγερσης και ληστρικής δράσης.

 
 

— Οι καλεντερήδες;

 

Είναι μια αδελφότητα σούφι, εκείνοι είναι πιο αντινομιακοί από όλους, κι αυτό αφορά κυρίως παλιότερες περιόδους. Σουφισμός σημαίνει ας πούμε μυστικισμός, κι αυτό που κάνει ένας σούφι, ο δερβίσης που λέμε, είναι να ακολουθεί το δρόμο ενός άλλου, ενός σεΐχη, το ιδιαίτερο μονοπάτι για να προσεγγίζει το θείο: μπορεί να είναι η επανάληψη των ονομάτων του Θεού, ο τελετουργικός χορός κ.ο.κ. Κάποιες από αυτές τις αδελφότητες ήταν πιο αντινομιακές γιατί είχαν διατηρήσει στοιχεία από τη νομαδική παράδοση, δοξασίες του σαμανιστικού παρελθόντος των Τούρκων κοκ. Και πέρα από αυτό, υπήρχε ένα άλλο ρεύμα, οι μελαμί, που σημαίνει αυτοί που είναι κατακριτέοι, που θεώρησαν ότι βασικό στοιχείο ενός σούφι είναι να επιζητεί τη μομφή του κόσμου επειδή ξέρει ότι κάνει το σωστό, οπότε να ξέρει ότι εσωτερικά ακολουθεί το δρόμο του θεού ενώ εξωτερικά αδιαφορεί για τον ιερό νόμο, τους κανονισμούς, τους κανόνες, κλπ. Είναι αυτοί που θα έλεγε κανείς ότι είναι οι περιπλανώμενοι δερβίσηδες οι οποίοι περιφέρονται μόνοι ή σε ομάδες, ξυρίζουν το κεφάλι και τα φρύδια τους, ντύνονται παράξενα, και δεν έχουν τεκέδες που να μένουν ή που να συγκεντρώνονται αλλά κυκλοφορούν ζητιανεύοντας από μέρος σε μέρος, από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό. Είναι δηλαδή αδελφότητες που αποτελούνταν από ανθρώπους χωρίς ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, τους οποίους η κυρίαρχη νοοτροπία χαρακτήριζε ζητιάνους ή αλήτες. Αντίθετα με σχετικά «συντηρητικά» τάγματα, όπως οι Μεβλεβήδες στους οποίους απαγορευόταν αυστηρά η επαιτεία, άλλες αδελφότητες πρέσβευαν την αλητεία ως τρόπο ζωής και προσπορισμού των προς το ζην. Πιθανότατα σε κάποια παρόμοια αδελφότητα ανήκε και ο ποιητής Τουραμπί από την Κασταμονή, στα τέλη του 15ου αιώνα, ο οποίος περιπλανιόταν στην ύπαιθρο γράφοντας τους στίχους του στις πόρτες και τους τοίχους των ιδρυμάτων και των δερβισικών ξενώνων, ενώ τις νύχτες κοιμόταν στα νεκροταφεία· λέγεται μάλιστα ότι προχωρώντας πρόσεχε ιδιαίτερα να μην πατήσει κάποιο έντομο.

Οι Καλεντερήδες λοιπόν ήταν ένα κίνημα με ρίζες αφενός στον αρχαίο ινδικό και ιρανικό μυστικισμό, αφετέρου στο μεσαιωνικό αραβικό τάγμα των Μελαμήδων, που ήρθε στη Μικρά Ασία ωθούμενο από τις μογγολικές εισβολές στις αρχές του 13ου αιώνα και βρήκε εκεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή του, τόσο στη λαϊκή του μορφή (δερβίσηδες που αδιαφορώντας για τον ιερό νόμο τριγυρνάν ζητιανεύοντας από πόλη σε πόλη) όσο και στις τάξεις λόγιων και ουλεμάδων. Στη σταδιακή περιθωριοποίηση των Καλεντέρηδων συνετέλεσαν διάφορα στοιχεία της πρακτικής τους: ντύνονταν με λίγα κουρέλια, ξύριζαν τα μαλλιά, τα γένια, τα μουστάκια και τα φρύδια τους, πρέσβευαν τον ασκητισμό, την περιπλάνηση, την επαιτεία, διάφορες ιδέες που έδιναν μεταφυσικό υπόβαθρο στην ομοφυλοφιλία (ως λατρεία της ομορφιάς), καθώς και την εκτεταμένη χρήση χασίς.

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες, Jean Baptiste Vanmour, γ. 1720 - περ. 1737
 
 

 

— Οι τεκέδες τι ήταν;

 

Τεκές είναι η εστία μιας αδελφότητας δερβισικής, είναι δηλαδή ένα κτίριο στο οποίο κάποιοι δερβίσηδες μένουν μόνιμα, έχει κελιά, συχνά προσφέρει ένα είδος συσσιτίου σε φτωχούς της γειτονιάς, και το σπουδαιότερο, εκεί γίνονται οι τελετές των δερβίσηδων, για παράδειγμα οι τελετές μύησης, οι τελετουργικοί χοροί ή άλλες τέτοιες εκδηλώσεις. Αυτός είναι ο τεκές κανονικά, το πώς κατέληξε να σημαίνει στα ελληνικά αυτό που σημαίνει, όπως και η λέξη δερβίσης, που χρησιμοποιήθηκε από τους ρεμπέτες, πιθανόν έχει να κάνει με τη χρήση του χασίς από κάποιες αδελφότητες σαν προωθητικό της έκστασης. Μπορεί και επειδή υπήρξαν διώξεις ενός συγκεκριμένου τάγματος, των μπεκτασήδων, μετά το 1826, επειδή αυτοί ήταν ταυτισμένοι με τους Γενίτσαρους. Η λέξη τεκές δεν χρησιμοποιείται στην αργκό του οθωμανικού υπόκοσμου με τη σημασία του χασισοποτείου, είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.   

 

— Ο Γκαζαλί Ντελή Μπιραντέρ αναφέρει ότι στο περιβάλλον των Οθωμανών λογίων εθεωρείτο ύψιστη τιμή να πεθάνεις για χάρη του αγαπημένου σου και υπαινίσσεται τους όρκους πίστης και αγάπης που έδιναν μεταξύ τους οι εραστές. Υπάρχει καμία ιστορία που να το αποδεικνύει;

 

Αυτός είναι ένας ποιητικός τόπος, κάτι σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι όσο και να θαυμάζουμε το έργο του Σαίξπηρ ο καθένας θα έκανε το παν να μην είναι το παιδί του στη θέση του Ρωμαίου. Έτσι και αυτές τις ιστορίες κάθε Οθωμανός τις άκουγε με ευχαρίστηση, υπήρχε αυτή η ηθική κατανόηση. Τώρα, ύψιστη τιμή όπως λέμε στην Ελλάδα του 1912 ότι είναι να πεθάνεις για την πατρίδα, οπότε έρχεται το φέρετρο με δόξα και τιμή και είσαι ήρωας, δεν νομίζω όμως ότι ισχύει όντως το ίδιο για αυτό που γράφει ο Μπιραντέρ. Δηλαδή και για τους Οθωμανούς ο πεσών στο πεδίο της μάχης είναι μάρτυρας, αλλά είναι υπερβολή να πούμε ότι ισχύει στην πράξη ότι είναι ύψιστη τιμή να πεθαίνει κάποιος για την αγάπη. Οπωσδήποτε, όμως, σαν τόπος ποιητικός υπήρχε. Οι ερωτικές ιστορίες αφθονούν, είτε στη λογοτεχνία, είτε σε

ζ
Πρόσφατη μετάφραση ποιημάτων του Γκαζαλί Ντελή Μπιραντέρ, από τις εκδόσεις Το Ροδακιό

βιογραφίες ποιητών, οι οποίες είναι πλούσιες σε τέτοια στοιχεία τον 15ο αιώνα ή τις αρχές του 16ου αιώνα, μετά γίνονται πιο φτωχές. Υπάρχει μάλιστα η άποψη ότι μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα έχουμε στην οθωμανική περίπτωση μια παράλληλη πορεία με την Αναγέννηση στην Ευρώπη, γιατί και στην ιταλική αναγέννηση για παράδειγμα ο 15ος και το πρώτο μισό του 16ου αιώνα είναι μια εποχή ηθικής ελευθερίας, που κατόπιν ας πούμε καταστέλλεται. Συναντούμε λοιπόν στις βιογραφίες αυτές και ανέκδοτα για ποιητές που πηγαίνουν για παράδειγμα στο Γαλατά προκειμένου να χαζέψουν τους νεαρούς μοναχούς,  ή για κάποιον άλλο που γυρνούσε στις αγορές ψάχνοντας για όμορφους νέους. Δεν έλειπαν περιπτώσεις όπου η ερωτική αντιζηλία οδηγούσε σε διαμάχες. Διαβάζουμε λόγου χάριν ότι ο ποιητής και ιεροκήρυκας Βαλιχί είδε ενώ έκανε κήρυγμα τον αντεραστή του και τού επιτέθηκε με μαχαίρι, ενώ ο καδής και ποιητής Αμπντουλβεχάμπ, στις αρχές του 16ου αιώνα, «κάθε βράδυ δε γινόταν να μη βρίσκεται στην αγκαλιά ενός ωραίου νέου» και είχε ερωτευτεί έναν νέο ονόματι Τατάρ Μεμί, για την καρδιά του οποίου ανταγωνιζόταν με έναν σεΐχη. Κάποιος Σανί, πάλι, σκοτώθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα –«αυτός που σε μία στιγμή σκότωνε χιλιάδες δυστυχείς ερωτευμένους»- από έναν εραστή του ο οποίος δεν άντεξε να τον βλέπει στην παρέα άλλων.

Χαρακτηριστικά είναι τα περίφημα σεχρ-ενγκίζ (στα περσικά «αυτός/οί που ξεσηκώνει/ουν την πόλη»), ένα χαρακτηριστικά οθωμανικό είδος ποίησης που ουσιαστικά είναι έμμετροι κατάλογοι των καλλονών μιας πόλης. Τα κείμενα αυτά περιγράφουν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα αγόρια. Μέχρι τον 18ο αιώνα, μόνον ένας ποιητής, ο Αζιζί, έγραψε στα τέλη του 16ου αιώνα ένα σεχρ-ενγκίζ, το οποίο έχει την ιδιαιτερότητα να αναφέρεται στις γυναίκες της Κωνσταντινούπολης. Τα κορίτσια που περιγράφονται ανήκουν στις χαμηλότερες τάξεις, καθώς το επάγγελμα του πατέρα τους, όποτε αναφέρεται, είναι κάποιος μικροτεχνίτης ή μαγαζάτορας. Όλα σχεδόν τα ονόματα είναι μουσουλμανικά, ενώ αφθονούν και κάποια προσωνύμια που υποδεικνύουν με μεγαλύτερη σιγουριά την ιδιότητα της εταίρας. Η συντριπτική πλειονότητα όμως αυτών των ποιημάτων αφορούν αγόρια. Το πρώτο τέτοιο σεχρ-ενγκίζ είναι εκείνο του Μεσιχί, στις αρχές του 16ου αιώνα, το οποίο αναφέρεται στην Αδριανούπολη: περιγράφει σαρανταέξι αγόρια, όλα με μουσουλμανικά ονόματα (αντίθετα με τα μεταγενέστερα σεχρ-ενγκίζ, όπου βρίσκουμε και ονόματα ελληνικά, αρμενικά ή εβραϊκά). Τα περισσότερα δουλεύουν σε καταστήματα ή είναι γιοι τεχνιτών ή μικρεμπόρων· μόνο ένας-δύο ανήκουν στα κατώτερα στρώματα των μορφωμένων: ο Αχμέτ, γιος του πεταλωτή, ο Κιζ («κορίτσι») Αλή, ο Γεσίλ Μελέκ («πράσινος άγγελος»), ο αρωματοποιός Χασάν, ο ράφτης Σιντί, ή ο Μπαχσί, γιος του λουτράρη. Το ότι τέτοια ποιήματα δεν αφορούν πάντοτε ή αποκλειστικά τον αγοραίο έρωτα φαίνεται από το γεγονός ότι ο ποιητής Σανιί, ένας από τους γόητες της Προύσας, παραπονέθηκε με στίχους του επειδή ένας άλλος ποιητής δεν τον συμπεριέλαβε στο σεχρ-ενγκίζ του.

 

Τελάκ, κιοτσέκ και σεξουαλικό περιθώριο στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη
Ποικίλες εκφάνσεις του kocek, παλιές και σύγχρονες
 
 

 

— Να πούμε και για τους köçek και τους çengi που αναφέρει ο Φαζίλ Εντερουνί στα ποιήματά του.

 

Çengi είναι οι χορευτές, και ήταν μέλη μεγάλων θιάσων, οι οποίοι περιλάμβαναν και μουσικούς ή ακροβάτες και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους είτε σε ιδιώτες (για παράδειγμα για γάμους) είτε στο κράτος (σε μεγάλες σουλτανικές γιορτές, για παράδειγμα επ’ ευκαιρία της περιτομής ενός πρίγκιπα). Έχει ενδιαφέρον ότι μιλάμε συχνότατα για μικτούς θιάσους, όπου μαζί με τους μουσουλμάνους συμμετείχαν χριστιανοί, Ρωμιοί ή Αρμένιοι, αλλά και Ρομά, ενώ υπήρχαν και εβραϊκοί αντίστοιχοι. Οι köçek ήταν μια πιο ειδική περίπτωση: νεαροί χορευτές, πολλές φορές ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και προφανώς σε πολλές περιπτώσεις θα υπήρχε και μια διάσταση πορνείας. Δυστυχώς τέτοια θέματα, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, δεν έχουν μελετηθεί αρκετά, καθώς αποτελούν συνήθως θέμα ταμπού για τους Τούρκους ιστορικούς. Πολύ πρόσφατα έχει αναπτυχθεί μια τάση να ερευνηθούν. 

 
H ιστορία ενός σύγχρονου kocek.