«ΧΘΕΣ ΤΗΝ αστυνομίαν και την δικαιοσύνην απησχόλησε μία τερατώδης υπόθεσις, η οποία γνωσθείσα εις γενικάς γραμμάς διά των απογευματινών εφημερίδων, προεκάλεσε ζωηράν κατάπληξιν. Οκτώ ιατροί, κατά το πλείστον γνωστοί εις την Αθηναϊκήν κοινωνίαν, θεωρούμενοι υπό της αρμοδίας υπηρεσίας της Γενικής Ασφαλείας ως κομμουνισταί, κατηγορούνται ακόμη παρ' αυτής ως εργαζόμενοι προς μετάδοσιν των αφροδισίων νοσημάτων εις τους φτωχούς εργαζομένους διά να προκαλέσουν απαθλίωσι των λαϊκών τάξεων και κατά συνέπειαν φθοράν του αστικού καθεστώτος».
Η όλη απίστευτη αυτή υπόθεση με την οποία καταπιάστηκε η εφημερίδα «Ακρόπολις» είχε ως εξής: η Γενική Ασφάλεια, έχοντας καταγγελίες ότι από καιρό, και συγκεκριμένα κάθε Πέμπτη, στο ιατρείο του αφροδισιολόγου Ευθυμίου γίνονταν κομμουνιστικές συγκεντρώσεις, διέταξε την εξακρίβωσή τους. Ομάδα αστυνομικών, λοιπόν, υπό τον αστυνόμο κ. Τσιγκρή, εισέβαλε το απόγευμα της 1ης Ιουνίου του 1933 στο προαναφερθέν ιατρείο, όπου διαπίστωσε ότι γίνονταν οι εν λόγω συνεδριάσεις, και συνέλαβε τους οκτώ γιατρούς που μετείχαν εκείνη την ημέρα.
Ο Εισαγγελέας, θεωρώντας ότι η όλη υπόθεση ενέπιπτε στα όρια του εγκλήματος, εισήγαγε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Tριμελές Πλημμελειοδικείο.
Επιπλέον, προχώρησε σε έρευνα στα συρτάρια των κομοδίνων και των ντουλαπιών, όπου ανακάλυψε πλήθος κομμουνιστικών εγγράφων, βιβλίων κ.λπ. Μεταξύ αυτών βρήκε και πλήρες «διάγραμμα τακτικής της αριστερής παράταξης των ιατρών» στο οποίο «καθωρίζοντο τα μέσα της προπαγάνδας προς προσηλυτισμόν εις τας κομμουνιστικάς ιδέας των ιατρών, αλλά και γενικώτερον των εργαζομένων διανοουμένων, ιδιαιτέρως δε ένα κεφάλαιον περιστρέφεται εις την “αριστεροποίησιν” των ανηλίκων νεαρών εργατών και διανοουμένων, οι οποίοι και αποκαλούνται “οπιονάροι”».
Μεταξύ άλλων, λομως, σύμφωνα με τη Γενική Ασφάλεια, ανακαλύφθηκε και ακόμα ένα χειρόγραφο, αποτελούμενο από πολλά φύλλα «δημοσιογραφικού χάρτου» με το κείμενο γραμμένο με μολύβι. Εκεί, σύμφωνα με τη Γενική Ασφάλεια, ήταν γραμμένες οι ακόλουθες καταπληκτικές φράσεις:
«Επιδιώξεις και σκοπός του Συλλόγου μας: Εξάπλωσις της δυστυχίας διά της μεταδόσεως αφροδισίων νόσων εις τους μη πάσχοντας. Έτσι δημιουργούντες απομάκρυνσιν από τη δουλειά και οικονομική στενοχώρια, θα κατορθώσωμεν το σμπαράλιασμα του ηθικού και θα μπορέσουμε να το εκμεταλλευθούμε».
Το «περίεργον έγγραφον» συμπεριλήφθηκε μαζί με τα υπόλοιπα στην κατασχετήρια έκθεση που έγινε και στάλθηκε στην Εισαγγελία μαζί με τους συλληφθέντες. Ο Εισαγγελέας, θεωρώντας ότι η όλη υπόθεση ενέπιπτε στα όρια του εγκλήματος, εισήγαγε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
Στο Αυτόφωρο
«Πολύς κόσμος παρηκολούθησε την διαδικασίαν, επειδή δε εσημειώθη αθρόα συρροή “συντρόφων”, ελήφθησαν έκτακτα αστυνομικά μέτρα».
Πρώτος προς εξέταση κλήθηκε ο αστυνομικός Τσιγκρής, ο οποίος περιέγραψε τα της κατάσχεσης των εγγράφων και της σύλληψης των κατηγορουμένων, «τους οποίους εχαρακτήρισεν ως παλαιούς και σεσημασμένους κομμουνιστάς». Ερωτώμενος από τον Πρόεδρο για το έγγραφο με την περικοπή περί αφροδίσιων νοσημάτων, απάντησε ότι αυτό βρέθηκε ανάμεσα σε σωρό άλλων.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος δήλωσε ότι «πρόκειται περί δυσφημιστικής συκοφαντήσεως, διά να καταστραφούν επαγγελματικώς οι κατηγορούμενοι ιατροί», ανέφερε ότι ο γραφικός χαρακτήρας στο περίφημο χειρόγραφο είχε διαφορές από σελίδα σε σελίδα και δεν αποκλειόταν να είχε γραφεί από πολλά πρόσωπα. Η κατασχετήρια έκθεση, με βάση τη μαρτυρία του, συντάχθηκε στην Ασφάλεια και όχι στον τόπο της κατάσχεσης, διότι εκεί έπρεπε να τακτοποιηθούν τα χαρτιά καθώς ήταν αργά τη νύχτα.
Σύμφωνα με την κατάθεση του υπαστυνόμου Μπεκιάρη, τα έγγραφα αυτά βρέθηκαν μέσα στα μπαούλα τους.
«Δεν ενθυμούμαι καλώς, διότι ήτο μέσα εις πολλά χαρτιά. Νομίζω όμως ότι εγώ το ευρήκα. Το περιεχόμενόν του το αντελήφθημεν εις την Ασφάλειαν όπου τακτοποιούσαμε τα χαρτιά».
Εξετάστηκαν έπειτα οι μάρτυρες της υπεράσπισης. Ο δικηγόρος Λάμπρος βεβαίωσε ότι και στο δικηγορικό σώμα υπήρχε «αριστερή παράταξη» η οποία συζητούσε για τη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
«Εγώ δεν το πιστεύω. Γνωρίζω, αντιθέτως, ότι και από χαρακτήρος, διότι τους ξέρω τους περισσοτέρους από κοντά, και από ιδεολογίας δεν είναι δυνατόν να έγραψαν και να έκαμναν τέτοια πράγματα».
Έτερος μάρτυρας, ο δικηγόρος Καμόνας, είπε περίπου τα ίδια, προσθέτοντας ότι ο Αντωνιάδης έκανε οξείς αγώνες υπέρ της γενίκευσης της κρατικής μας υγειονομικής πολιτικής. Αν, πρόσθεσε, το δικαστήριο θεωρούσε ως σοβαρό στοιχείο την ύπαρξη της περικοπής περί σύφιλης, τότε έπρεπε να απαλλαγούν ως ακαταλόγιστοι. Ο ίδιος δεν πίστευε ότι η φράση γράφτηκε από τους κατηγορούμενους. Τα ίδια βεβαίωσε και ο γιατρός Νικολακόπουλος, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους ήταν αδύνατη η ευχερής μετάδοση της σύφιλης από γιατρούς.
Τι απολογήθηκαν
«Μετά τούτο, υπό νεκρικήν σιγήν του παρισταμένου κόσμου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου καλεί τους κατηγορουμένους ν' απολογηθούν. Απολογείται πρώτος ο Ευθυμίου, όστις λέγει ότι αυτός εισηγήθη την σύνταξιν του προγράμματος που ευρέθη εις μπαούλο».
– Διαμαρτύρομαι, κύριε πρόεδρε. Κανείς αριστερός γιατρός δεν είναι δυνατόν να σκεφθεί και να γράψει τέτοια φράση. Το θεωρούμε πλαστογραφία. Υποβάλλουμε μήνυσιν κατ' αγνώστων!
Υπό αυτό το πνεύμα απολογήθηκε και ο κατηγορούμενος Ι. Πατσούρας λέγοντας ότι «στην αριστερή ιατρική παράταξη, που επιδιώκει την βελτίωσιν των επαγγελματικών ιατρικών συνθηκών, ανήκουν και σοσιαλισταί και βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί. Θα έπρεπε να είμεθα ηλίθιοι για να γράψουμε και να επιδιώξουμε τοιαύτα πράγματα».
Ο Καρατασόπουλος, αρνούμενος επίσης την κατηγορία, είπε ότι η δίωξή του αποτελεί τακτική της αστυνομικής Ασφαλείας, που είναι όργανο της κεφαλαιοκρατίας.
Ο κατηγορούμενος Αντωνιάδης βεβαίωσε κατόπιν «ότι η αριστερά παράταξις των ιατρών σκοπό έχει την οικονομικήν βελτίωσιν της ιατρικής τάξεως και την καλυτέρευσιν των υγειονομικών συνθηκών των πτωχών εργαζομένων. Θέλουμε να λείψη το φαινόμενο να ζουν 1.000-2.000 γιατροί σ' όλη την Ελλάδα ηγεμονικά, να έχουν από αυτούς οι ελάχιστοι πολλά εκατομμύρια και οι άλλοι 6.000-6.500 ιατροί να πεινούν. Έχω 22 χρόνια ιατρός και έχω θεραπεύσει χιλιάδας». Καταλήγοντας, τόνισε ότι είναι αντίθετη στην ιδεολογία της αριστερής παράταξης μια τέτοια φράση περί σύφιλης. «Μόνον κτήνη θα ημπορούσαν να την γράψουν».
Ο Εισαγγελέας αγορεύοντας είπε ότι «δυστυχώς δεν απαγορεύεται μέχρι της στιγμής να είναι κανείς κομμουνιστής. Από του σημείου όμως αυτού, μέχρι του σημείου να επιζητήται η ανατροπή του αστικού καθεστώτος διά βιαίων και ανηθίκων μέσων, υπάρχουν νόμιμοι φραγμοί».
Κατά τη γνώμη του ήταν σαφής η παραβίαση των υφισταμένων περί κομμουνισμού νόμων, ενώ θεώρησε «ως αποδειχθέν και ομολογηθέν το ότι οι κατηγορούμενοι είναι κομμουνισταί, επιδιώκοντες διά παντός μέσου την συντριβήν του αστικού καθεστώτος». Ως εκ τούτου, θεώρησε έγκυρη την περικοπή της μεταδόσεως των αφροδισίων νοσημάτων και ζήτησε την αμείλικτη τιμωρία των εμπλεκομένων.
Η απόφαση εκδόθηκε αργά το βράδυ και ήταν καταδικαστική «μόνον διά την προσπάθειαν προσηλυτισμού εις τον κομμουνισμόν, ήτοι επί παραβάσει του ιδιωνύμου».
Μάχη ανακοινώσεων
Η υπόθεση των «κομμουνιζόντων ιατρών» εξακολούθησε και την επόμενη μέρα να «απασχολεί ζωηρώς την κοινήν γνώμην και την δικαιοσύνην», προεκτείνοντας τη δικαστική μάχη σε μια μάχη ανακοινώσεων. Συγχρόνως η αστυνομία συνέχιζε να συλλέγει στοιχεία «διά νέαν δίωξιν των απαλλαγέντων ιατρών διά την σκέψιν περί μεταδόσεως αφροδισίων νοσημάτων και την τυχόν εκτέλεσίν της», ενώ οι γιατροί θα «υπέβαλλον μήνυσιν κατά των αστυνομικών της αντικομμουνιστικής ομάδος, ως γενομένων κατά τας βεβαιώσεις των οργάνων εχθρών των αστών ιατρών διά να συντριβούν συν τοις άλλοις και επαγγελματικώς».
Το αστυνομικό ανακοινωθέν
Ο διευθυντής της Ασφάλειας, Πολυχρονόπουλος, «λόγω του γινομένου γενικώς θορύβου», εξέδωσε ανακοινωθέν.
Σε αυτό βεβαίωνε ότι από όσα στοιχεία συνέλεξε η ομάδα υπό τον αστυνόμο Τσιγκρή δεν χωρούσε καμία αμφιβολία ότι αυτοί που πιάστηκαν επ' αυτοφώρω να συσκέπτονται δεν συζητούσαν για την επαγγελματική τους κατάρτιση ως γιατρών αλλά συνωμοτούσαν για την ομαδική δολοφονία φτωχών ασθενών, οι οποίοι θα είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια τους, προς εξυπηρέτηση των κομμουνιστικών τους ιδεών.

«Αυτή είναι η πραγματική όψις της υποθέσεως ταύτης, άπαντα δε τα γραφόμενα αποτελούν νέαν εγκληματικήν προσπάθειαν της τετράδος των ιατρών, αποβλεπόντων ουχί εις την αποκατάστασιν της δυσφημισθείσης δήθεν επαγγελματικής αυτών υπολήψεως αλλ' εις την συγκάλυψιν της τρομεράς αυτής αληθείας, επί της οποίας καθρεπτίζονται απολύτως αι εγκληματικαί προθέσεις του κομμουνιστικού κόμματος. […] Μόνον σκόπιμος, αν όχι αστείος, δύναται να θεωρηθή ισχυρισμός των ότι τα πρακτικά είναι πλαστά, επειδή η εγκληματική παράγραφος, ως και άλλα τμήματα των χειρογράφων, είναι γραμμένα υπό άλλης χειρός. Τα αίτια και ο αντικειμενικός σκοπός των μυθευμάτων των καταδικασθέντων ιατρών είναι προφανή και αποτελούν ένα μόνον μέρος των γενικών κατευθύνσεων του κομμουνιστικού κόμματος, ούτινος εξέχοντα μέλη είναι οι καταδικασθέντες. Τους συκοφάντας τούτους ιατρούς θα παραδώσωμεν και πάλιν εις την Δικαιοσύνην, υποβληθείσης εναντίον των σχετικής μηνύσεως».
Σύμφωνα με ανακοίνωση του εποπτεύοντος κατά τη διεξαγωγή των αστυνομικών ανακρίσεων υποδιοικητή της Ασφαλείας, ένας από τους συλληφθέντες, είχε ομολογήσει ότι την περικοπή την είχε γράψει ένας από τους κομμουνιστές, δεν θέλησε όμως να αποκαλύψει ούτε αυτόν που την εισηγήθηκε, ούτε αυτόν που την έγραψε. Αργότερα, ο ίδιος, αφού μετάνιωσε για την ομολογία, είπε ότι είχε γραφτεί η φράση και είχε προταθεί το μέτρο, δεν είχε γίνει όμως δεκτό από το Κομμουνιστικό Κόμμα και ποτέ δεν εφαρμόστηκε.
Η διαμαρτυρία των γιατρών
Οι συνήγοροι των γιατρών, με επιστολή τους, διέψευδαν τα όσα ανακοίνωνε σχετικά η Γενική Ασφάλεια και τόνιζαν ότι επρόκειτο για καθαρή συκοφαντία. Προς απόδειξη αυτής της κατηγορίας, έγραφαν, είχε προσκομιστεί ένα φύλλο δημοσιογραφικού χαρτιού, πάνω στο οποίο, με χοντροκομμένο τρόπο και από άλλο χέρι και όχι από εκείνο που είχε γράψει τις υπόλοιπες σελίδες, είχε γραφτεί μια τρομερή απόφαση. Κατά τη διαδικασία, συνέχιζαν, αποδείχθηκε το αβάσιμο της κατηγορίας, όχι μόνο από σειρά επιστημόνων μαρτύρων, οι οποίοι κατέδειξαν την πλαστογραφία, αλλά και από την εξέταση του αστυνομικού Τσιγκρή, ο οποίος βεβαίωσε ότι οι κομμουνιστές δεν επεδίωκαν όσα τους καταλόγιζαν.
Εν κατακλείδι, τόνισαν ότι οι καταδικασθέντες ιατροί θα υπέβαλαν «μήνυσιν διά να αποδειχθή με ποια μέσα η αρμοδία αρχή προσπαθεί να κηλιδώση επιστήμονας, οίτινες διέπραξαν το έγκλημα να ενδιαφέρωνται διά την υγείαν των εργαζομένων».