1986: ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΕΝΤΟΝΗΣ ψυχροπολεμικής κατασκοπείας και βαθιάς καχυποψίας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Οι σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας είχαν αρχίσει να «ξεπαγώνουν», όμως ένα συγκλονιστικό απόθεμα σχεδόν 70.000 πυρηνικών κεφαλών που είχαν στη διάθεσή τους σήμαινε ότι η απειλή του ολέθρου παρέμενε στον αέρα. Τότε συνέβη κάτι εξαιρετικό: ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έστειλε μια επιστολή στον Ρόναλντ Ρέιγκαν, προτείνοντας να «μπούμε στην τρίτη χιλιετία χωρίς πυρηνικά όπλα». Ακολούθησε μια ιστορική σύνοδος κορυφής όπου, για μια σύντομη στιγμή, η εξάλειψη του παγκόσμιου πυρηνικού οπλοστασίου φαινόταν πραγματικά εφικτή.
Σαράντα χρόνια μετά. όμως, αυτό το όραμα για έναν κόσμο χωρίς πυρηνικά απέχει πολύ από την υλοποίησή του. Τα πυρηνικά αποθέματα αυξάνονται και πάλι (σήμερα υπολογίζονται γύρω στα 12.400) και ο κόσμος φαίνεται να οδεύει προς μια «νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών», γεγονός που προκαλεί παγκόσμια ανησυχία. Τι απέγινε, λοιπόν, η πρόθεση για πυρηνικό αφοπλισμό; Δεδομένων των σημερινών παγκόσμιων εντάσεων, της λήξης των συνθηκών και της επιτάχυνσης των ατομικών προγραμμάτων, θα μπορούσε κανείς να απορρίψει τα γεγονότα του 1986 ως αποτυχία. Ωστόσο, αν ανατρέξουμε σε εκείνη τη χρονιά της «πυρηνικής διπλωματίας», θα δούμε ότι διαμορφώνεται μια πιο σύνθετη εικόνα, από την οποία οι σημερινοί ηγέτες θα μπορούσαν πραγματικά να αντλήσουν χρήσιμα διδάγματα.
Το τι συνέβη μετά τη Σύνοδο Κορυφής είναι καθοριστικό: το Ρέικιαβικ ήταν η αφετηρία για τη σύναψη κρίσιμων συμφωνιών που όντως μείωσαν τα αποθέματα πυρηνικών όπλων, όπως η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς το 1987 και η Συνθήκη START I το 1991.
Κεντρικό ρόλο στην ιδέα του παγκόσμιου πυρηνικού αφοπλισμού έπαιξε η ιστορική Σύνοδος Κορυφής του Ρέικιαβικ τον Οκτώβριο του 1986 στην Ισλανδία, όπου ο Ρέιγκαν και ο Γκορμπατσόφ, μαζί με κορυφαίους διαπραγματευτές και συμβούλους, συναντήθηκαν διά ζώσης και σχεδόν συμφώνησαν για ένα μέλλον χωρίς πυρηνικά όπλα. Ήταν ήδη μια δύσκολη χρονιά: το μοιραίο διαστημικό λεωφορείο Challenger είχε εκραγεί μήνες νωρίτερα και η καταστροφή στο Τσερνόμπιλ ήταν στο μυαλό όλων. Ωστόσο, εκεί, σ’ ένα γραφικό ξύλινο σπίτι στις όχθες της πρωτεύουσας της Ισλανδίας, φιλοξενήθηκε η «πιο παράξενη Σύνοδο ΚΙορυφής» του Ψυχρού Πολέμου.
Και οι δύο ηγέτες έφτασαν με υψηλούς στόχους, συζήτησαν όμως κυρίως κάποια μεθοδικά βήματα που περιλάμβαναν μείωση κατά 50% των στρατηγικών πυρηνικών όπλων, με τελικό στόχο την κατάργηση του συνόλου των παγκόσμιων πυρηνικών αποθεμάτων έως το έτος 2000. Ωστόσο, οι συνομιλίες σταμάτησαν την τελευταία στιγμή, με τις διαπραγματεύσεις να καταρρέουν εν μέρει λόγω του αμερικανικού προγράμματος που έφερε την ονομασία «Star Wars» («Πόλεμος των Άστρων»), ενός διαστημικού συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας που η Αμερική προσπαθούσε να αναπτύξει για την αποτροπή πυρηνικής επίθεσης. Ωστόσο, αντί να συμπεράνουν ότι και οι δύο πλευρές έφυγαν με άδεια χέρια, πολλοί θεωρούν το Ρέικιαβικ κρίσιμο και σημαντικό.
Τα ιστορικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι υπήρξαν διάφορες κρίσιμες καταστάσεις στις αρχές της δεκαετίας του '80, όπως ο ψεύτικος συναγερμός για πυρηνική επίθεση από τη Σοβιετική Ένωση το 1983, ο οποίος θα μπορούσε να είχε προκαλέσει πυρηνικό πόλεμο. Το τι συνέβη μετά τη Σύνοδο Κορυφής είναι καθοριστικό: το Ρέικιαβικ ήταν η αφετηρία για τη σύναψη κρίσιμων συμφωνιών που όντως μείωσαν τα αποθέματα πυρηνικών όπλων, όπως η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς το 1987 και η Συνθήκη START I το 1991. Χρόνο με τον χρόνο, η πρόοδος φαινόταν να συνεχίζεται. Ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε και επικυρώθηκαν περαιτέρω συνθήκες, όπως η Συνθήκη για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών του 1996, ενώ τα αποθέματα πυρηνικών όπλων μειώθηκαν. Στα σαράντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τη Σύνοδο του Ρέικιαβικ έχουμε μεταβεί από τις 12.000 πυρηνικές κεφαλές σε κάθε πλευρά στις 1.550, μια τεράστια μείωση σε σχέση με την ακμή του Ψυχρού Πολέμου.
Ωστόσο, την πολιτική βούληση η οποία εκδηλώθηκε στο Ρέικιαβικ ακολούθησε μια σειρά από οπισθοδρομήσεις. Η συνθήκη START II του 1993, η «μεγαλύτερη συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα που έχει υπογραφεί ποτέ», δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Σήμερα, σχεδόν όλες οι πυρηνικές συμφωνίες μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας έχουν λήξει. Η νέα συνθήκη START, η τελευταία συμφωνία που έχει απομείνει μεταξύ των δύο χωρών, θα λήξει σχεδόν σίγουρα τον Φεβρουάριο του 2026, παρόλο που ο Βλαντίμιρ Πούτιν πρότεινε παράταση ενός έτους. Αυτή θα είναι η πρώτη φορά από τη δεκαετία του '70 που δεν θα υπάρχει συνθήκη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας (πρώην Σοβιετικής Ένωσης), που να θέτει κάποιο είδος περιορισμών στα στρατηγικά πυρηνικά τους οπλοστάσια.
Η πιθανή απουσία μιας νέας συνθήκης δεν αποτελεί απαραίτητα λόγο πανικού. Παρότι τα θεμέλια που στήριζαν τους πυρηνικούς περιορισμούς κλονίζονται, αρκετοί εμπειρογνώμονες επισήμαναν ότι έχουμε ζήσει περιόδους κατά τις οποίες δεν ίσχυαν συνθήκες, αλλά επικρατούσε η αμοιβαία αυτοσυγκράτηση. Οι προοπτικές για πλήρη αποστρατιωτικοποίηση σήμερα διαμορφώνονται από ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο και πυρηνικούς παράγοντες που οι διαπραγματευτές του Ψυχρού Πολέμου δεν χρειάστηκε ποτέ να λάβουν υπόψη. Συγκεκριμένα, δεν πρόκειται πλέον για μια διμερή κούρσα εξοπλισμών. Ενώ οι ΗΠΑ και η Ρωσία διατηρούν τα μεγαλύτερα αποθέματα και έχουν εξοικειωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες σε συνθήκες διμερούς πυρηνικής διπλωματίας, η Κίνα προσθέτει περίπου 100 πυρηνικά όπλα ετησίως. Πολλοί παράγοντες είναι εκείνοι που θα διαμορφώσουν το μέλλον, μεταξύ άλλων η αστάθεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και η διάβρωση του διεθνούς δικαίου.
Δεν έχει διαπιστωθεί ακόμα αν η συνάντηση στο Ρέικιαβικ θα μπορούσε να είχε αποδώσει καρπούς, αν ο Ρέιγκαν και ο Γκορμπατσόφ μπορούσαν να έχουν καταλήξει σε συμφωνία. Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, οι κίνδυνοι που τους οδήγησαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν έχουν πάψει να υφίστανται. Τα διδάγματα του 1986 δείχνουν ότι με το σωστό πλαίσιο και τους σωστούς ηγέτες μια στιγμή όπως αυτή του Ρέικιαβικ δεν αποτελεί ουτοπία.
Με στοιχεία από το Slate