Δυο κείμενα για τον έρωτα

Για πάντα μαζί

 

 

Δυο κείμενα για τον έρωτα
Το καλοκαίρι του 201... στην Ανάφη. Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος/ LIFO

 

Εχω δει πολλές εκδηλώσεις έρωτα και πολλές μ' έχουν πείσει. Με έναν παράξενο τρόπο, όμως, αυτό που θυμάμαι επίμονα είναι ο έρωτας μιας γηραιάς κυρίας για τον πεθαμένο άντρα της. Ήμουν 25 ετών όταν συνάντησα τη Σέμνη Καρούζου. Εκείνη στα 82, ένας θρύλος της αρχαιολογίας. Αυτή, με τον άντρα της, Χρήστο, θεμελίωσαν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας - βρήκαν σε μάντρες της Αττικής και τάφρους τους κούρους και τα κύπελλα με την αποσβολωτική τέχνη. Ήταν τύχη που μιλούσα μαζί της. Έμενε στο σπίτι τους στη Δεινοκράτους, μου φέρθηκε με ευγένεια και χωρίς κοκεταρίες.

 

Βασικά η συζήτηση στράφηκε στην αρχαία τέχνη, το κάλλος και τον έρωτα. Δεν ένοιωθα πολλά πράγματα, διότι δεν είχα εμπειρίες μέσω των οποίων να τα ερμηνεύσω. Όμως με εντυπωσίασαν δύο πράγματα: η εγγύτητα, η φιλικότητα που ένοιωθε για τον Ηρόδοτο (σαν να μιλούσε για κάποιον που έμενε δίπλα της) και η στιγμή που μου έδειξε το κλειστό δωμάτιο του άντρα της.

 

Δεν είχε πειράξει τίποτα. Στο γραφείο του ήταν μισάνοιχτα ακόμα τα χαρτιά του. Μερικά ρούχα του στην καρέκλα. Τα αντικείμενά του. Δεν υπήρχε τίποτα το ακραίο ή παράξενο. Μόνο η οριστική καθήλωση ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο. Σκέφτηκα: «Αυτό λοιπόν είναι ο έρωτας!», ή εν πάση περιπτώσει «ένα άλλο είδος έρωτα» — διότι ως τότε πίστευα ότι ο έρωτας είναι αυτή η σκοτεινή θύελλα που περιγράφει η Σαπφώ, που λύνει τα μέλη και τρέχει σα φωτιά κάτω από το δέρμα μας.

 

Αργότερα είδα την ίδια καθήλωση στην αγαπημένη μου νόνα - τη γιαγιά μου. Είχε ενεργή σεξουαλική σχέση με το νόνο μου έως βαθέος γήρατος, και μετά πέντε παιδιά που είχαν γεννήσει. Δεν υπερβάλλω. Όταν πέθανε ο παππούς, η γιαγιά έμεινε στο σπίτι μόνη. Δε μετακίνησε ούτε πιάτο. Έζησε τα λίγα χρόνια που της απέμειναν συνομιλώντας με τη σκιά του μοναδικού άντρα που την άγγιξε!

 

Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά. Η χημεία του έρωτα έχει αποκωδικοποιηθεί, η απιστία είναι μια παράμετρος κατανοητή κι επιστημονικά ερμηνεύσιμη, η σεξουαλικότητα πειραματίζεται, η οικογένεια έχει γίνει από κύκλος σκορποχώρι. Ερωτεύονται ακόμα οι άνθρωποι, ασφαλώς. Αν και πιο απότομα. Πιο καχύποπτα. Στην ξαφνική θύελλα που θολώνει το μυαλό τους έχουν πια πολλούς τρόπους να προστατευτούν και μια σχεδόν εργαλειακή γνώση τού τι θέλουν να πάρουν. Θέλουν σεξ, βεβαίως. Και θέλουν αυτή την εμμονή που είναι και γλυκό βάσανο - και παραδοσιακά την ταυτίζουμε με τη ρομαντική αγάπη. Αλλά είναι ανυπόμονοι, πιο αυτάρκεις και ανεξάρτητοι, λιγάκι πιο εγωϊστές. Και με τις πρώτες δυσκολίες, την κάνουνε με ελαφρά πηδηματάκια. Έτσι, ελάχιστοι φτάνουν πια στο τρίτο και πιο σπάνιο στάδιο του έρωτα: την ισόβια σχέση. Τη γέννηση παιδιών από αγάπη. Το μετασχηματισμό του πάθους σε στοργή.

 

Ίσως γι' αυτό ο ισόβιος έρωτας της γηραιάς κυρίας με είχε εντυπωσιάσει, περισσότερο από τις ρομαντικές ιστορίες του σινεμά. Αυτό είναι έρωτας, είπα τότε. Να γερνάς με κάποιον άλλον. Να βλέπεις το χειμώνα να πέφτει στα μάτια του- και να τα φιλάς, ακόμα. Να θυσιάζεις την εφίδρωση για τη συγκίνηση και τη υπερεκτιμημένη, αλανιάρικη  ανεξαρτησία (τι να την κάνεις πια!) για το βαθύ δεσμό.

 

Το λένε και οι «επιστήμονες»: ο έρωτας δε γεννήθηκε για διασκέδαση, γεννή­θηκε για να επιβιώσουμε. Έρωτας είναι να γερνάς με αυτόν που ποθείς- και να αντέχεις

 

 


 

 


Aγάπα -και κάνε ό,τι θέλεις

Το ωραίο ταξίδι του Shortbus στη σεξουαλικότητα των ανθρώπων

 

Δυο κείμενα για τον έρωτα
Shortbus, του John Cameron Mitchell (2006)

 

Εν τάχει να πω ότι στο φιλμ διαπλέκονται τέσσερις ιστορίες ανθρώπων: ένα ζευγάρι που δεν έρχεται σε οργασμό, ένα gay ζευγάρι που αγαπιέται αλλά ο μεταξύ τους πόθος έχει ατονήσει, μια λυπημένη ντομινατρίξ που μάλλον έχει ερωτευτεί τον βασικό της πελάτη, κι ένα αγοράκι που ανέρχεται στην ιεραρχία του τάγματος της ηδονής χάρη στην αβίαστη ελευθεριότητά του και τα ωραία του looks.

 

Ολοι συναντιούνται στο μπαρ Shortbus, που αποτελεί ένα είδος Σεξουαλικού Πειράματος, και οι θαμώνες «κάνουν ακόμα μια προσπάθεια για να γίνουν ελεύθεροι» (όπως θα το έθετε ο Σαντ) -κάτι ανάμεσα σε Γάλλους libertins de moeurs, πειραματισμούς του Μάη του '68 και χίπικες κομούνες. Είναι δηλαδή ένα φιλμ στη μακρά παράδοση του Μακαβέγιεφ, του Ησυχες Μέρες στο Κλισί, του Dreamers, του Είμαι Περίεργη Κίτρινη/Μπλε, του Μοre, της Ντιβάιν κλπ. Διερευνά τα όρια της σαρκικής χαράς και προσπαθεί να δείξει πόσο αχρείαστα είναι τα δεσμά που της φοράνε.

 

Οι σεξουαλικές σκηνές  είναι πραγματικές (προϊόν ενός πολύμηνου συγχρωτισμού των «ηθοποιών» μεταξύ τους), το σπέρμα άφθονο, οι διεισδύσεις εμφανείς -αλλά δεν προκαλείται τίποτε κολασμένο ούτε μίζερο (όπως συμβαίνει όταν βλέπεις τσόντες): απολαμβάνεις να βλέπεις όμορφους ανθρώπους να κάνουν ερωτα, και με έναν περίεργο τρόπο τους ακολουθείς στην προσπάθειά τους να τερματίσουν την ειλικρίνεια - να ζήσουν τον «δεσμό» τους με τη μέγιστη δυνατή ελευθερία, τη σεξουαλικότητά τους με τον ελάχιστο δυνατόν ετεροκαθορισμό.

 

Πολλές φορές ο κιινηματογράφος έχει ασχοληθεί με το θέμα. Με τρόπο ευθύ ή πλάγιο. Αφηρημένο ή ευθύ. Οι συνειρμοί μού φέρνουν στο μυαλό την απαράμιλλη Τριλογία της Ζωής του Παζολίνι (Δεκαήμερο / 1001 Νύχτες / Θρύλοι του Καντέρμπουρι), όπου το ζήτημα της σεξουαλικής χαράς θίγεται με τη λεπτότητα μεγάλου ποιητή. Η τεχνική είναι άμεση και "αφελής" (όπως χρησιμοποιεί τον όρο ο Σίλερ -τρέμει, ναι, αλλά τρέμει απο συγκίνηση!), έτσι το μάτι στρέφεται κατ' ευθείαν σε αυτό που είναι επείγον: την καλλιτεχνική δήλωση ότι η ανθρώπινη σάρκα είναι ένας κήπος που μέσα του φωλιάζει ο μοναδικός θεός που ξέρουμε -ο έρωτας. Και το μοναδικό του ίχνος:  η ηδονή.

 

Μ' αρέσουν αυτές τις ταινίες, αλλά το Shortbus, ο Μακαβέγιεφ και τα πρώτα του Γουότερς με κινητοποιούν με μια διαφορετική, παράξενη δύναμη. Γιατί περισσότερο από το να με συγκινήσουν, θέλουν να με κάνουν να συμπεριφερθώ πιο ελεύθερα. Είναι κάτι πέρα από τέχνη -είναι χειρονομίες, είναι δράσεις. Είναι περισσότερο ντοκουμέντα παρά fiction.

 

Καλλιτεχνικά, το Shortbus δεν είναι σπουδαίο. Εχει τη γνωστή σπίντα της διαφήμισης και της τηλεόρασης, χτυπητά χρώματα που τείνουν στο camp, μοντάζ προβλέψιμα ελλειπτικό. Αλλά λειτουργεί. Γιατί λέει την αλήθεια, χρησιμοποιεί περσόνες της νεοϋορκέζικης ζωής περίπου ως πειραματόζωα και διακηρύττει κάτι που θέλουμε πολύ να ακούσουμε: αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις.

 

Πράγμα που είχε πει και ο Αγιος Αυγουστίνος, πολλούς αιώνες πριν...

 

Τέλος, το τέλος του είναι τέλος με το όλα του.

 

Απολαύστε το.