Η αγριοκαστανιά και η ενόραση του Σαρτρ για τον υπαρξισμό

 

 

 

 

"Παρασκευή 9 Οκτωβρίου

 

Ακριβέ μου έρωτα,

Επιστρέφοντας χθες βράδυ, βρήκα το γράμμα σας. Πόσο χαίρομαι. [...]
Έφτασα στο Boulevard François-1er (το γνωρίζετε). [...] 'Επειτα, ανέμελος, πήγα να δω ένα δέντρο. Δεν είχα παρά να σπρώξω τα κάγκελα ενός όμορφου μικρού πάρκου στη λεωφόρο Foch και να επιλέξω το θύμα μου και μία καρέκλα. Και μετά αφέθηκα στη θέα [...] Και κοίταζα το δέντρο. Ήταν πολύ όμορφο και δεν διστάζω να σημειώσω εδώ αυτά τα δύο πολύτιμα στοιχεία για τη βιογραφία μου: στο Μπούργκος κατάλαβα τι είναι καθεδρικός ναός και στη Χάβρη τι είναι δέντρο.
Δυστυχώς δεν είμαι σίγουρος ποιο ακριβώς δέντρο ήταν. Θα μου πείτε: γνωρίζετε αυτά τα παιχνίδια που περιστρέφονται με τον άνεμο ή δέχονται μία πολύ γρήγορη ταλάντωση· είχε παντού μικρά πράσινα στελέχη που έφτιαχναν κάτι σαν γέμιση με έξι ή επτά φύλλα φυτεμένα πάνω, ας πούμε έτσι.
Περιμένω την απάντησή σας. Επισυνάπτω ένα μικρό σκίτσο."

Ζαν-Πολ Σαρτρ, Γράμματα στον Κάστορα (1983)

 

 

Η αγριοκαστανιά και η ενόραση του Σαρτρ για τον υπαρξισμό
Η αγριοκαστανιά του πάρκου Saint-Roch στη Χάβρη. Φωτ. © Bibliothèque Armand Salacrou

 

 

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ υπήρξε καθηγητής φιλοσοφίας στο Λύκειο της Χάβρης μεταξύ 1931 και 1937. Σε ένα γράμμα του στη Σιμόν ντε Μποβουάρ (στον... Κάστορα), το 1931, ο συγγραφέας την πληροφορεί πως αποφάσισε να γράψει στην Χάβρη το Factum sur la contingence, το οποίο θα καταλήξει να είναι Η Ναυτία (1938). Σ' αυτό το πρώτο μυθιστόρημα, ο αφηγητής περιγράφει την πόλη Μπουβίλ, η οποία μοιάζει σε πολλά σημεία με την Χάβρη. Το δημόσιο πάρκο της πόλης ειδικά κατέχει σ' αυτήν μία σημαίνουσα θέση, επειδή ο βασικός ήρωας θα συλλάβει εκεί την έννοια του υπαρξισμού παρατηρώντας ένα από τα δέντρα, μία αγριοκαστανιά.

 

 

 

 

 

*


"'Ημουν λοιπόν νωρίτερα στο δημόσιο πάρκο. Η ρίζα της καστανιάς βυθιζόταν στη γη ακριβώς κάτω από το παγκάκι μου. Δεν θυμόμουν πια ότι ήταν ρίζα. Οι λέξεις είχαν εξαφανιστεί και, μαζί τους, η έννοια των πραγμάτων, οι οδηγίες χρήσης τους, τα αμυδρά σημεία αναφοράς που οι άνθρωποι είχαν χαράξει στην επιφάνειά τους. 'Ημουν καθισμένος, λίγο σκυφτός, με το κεφάλι κατεβασμένο, μόνος μπροστά σε αυτήν τη μαύρη και ροζιασμένη μάζα, εντελώς ακατέργαστη και που με τρόμαζε. Και τότε είχα αυτήν την ενόραση.

 

Μου κόπηκε η ανάσα. Ποτέ άλλοτε, πριν απ' αυτές τις τελευταίες μέρες, δεν είχα προαισθανθεί τι σημαίνει "υπάρχω". 'Εμοιαζα με τους άλλους, μ' εκείνους που κάνουν περίπατο στην ακρογιαλιά με τα ανοιξιάτικα ρούχα τους. 'Ελεγα όπως κι εκείνοι ότι "η θάλασσα είναι πράσινη· ότι αυτή η λευκή κουκίδα εκεί ψηλά είναι ένας γλάρος", όμως δεν αισθανόμουν ότι αυτά υπήρχαν, ότι ο γλάρος ήταν ένας γλάρος που υπήρχε· συνήθως η ύπαρξη κρύβεται. Είναι εδώ, γύρω μας, μέσα μας, είναι εμείς, δεν μπορούμε να πούμε δυο λέξεις δίχως να μιλήσουμε για κείνη και, τελικά, δεν την αγγίζουμε. 'Οταν πίστευα ότι τη σκέφτομαι, μάλλον δεν σκεφτόμουν τίποτα, το κεφάλι μου ήταν κενό, ή υπήρχε μέσα του μόνο μια λέξη, η λέξη "είναι". 'Η πάλι, σκεφτόμουν... πως να το πω; Σκεφτόμουν το ανήκειν, έλεγα στον εαυτό μου ότι η θάλασσα ανήκε στην κατηγορία των πράσινων αντικειμένων ή ότι το πράσινο αποτελούσε μέρος των ιδιοτήτων της θάλασσας. Ακόμη κι όταν κοίταζα τα πράγματα, απείχα παρασάγγας από το να διανοηθώ ότι υπήρχαν, μου φάινονταν σαν σκηνικό. Τα έπιανα στα χέρια μου, μου χρησίμευαν ως εργαλεία, δίεβλεπα τις αντιστάσεις τους. Όμως τα πάντα συνέβαιναν στην επιφάνεια. Αν μου είχαν θέσει το ερώτημα τι είναι η ύπαρξη, θα είχα απαντήσει καλή τη πίστει ότι δεν είναι τίποτα, ότι είναι απλώς ένα κενό σχήμα που έρχεται να προστεθεί στα εξωτερικά πράγματα, δίχως να αλλάζει τίποτα στη φύση τους. Κι έπειτα: ξαφνικά, ήταν εδώ, ολοφάνερη: η ύπαρξη είχε μεμιάς αποκαλυφθεί. Είχε χάσει την ακίνδυνη μορφή του αφηρημένου: ήταν η ίδια η ζύμη των πραγμάτων, εκείνη η ρίζα ήταν ζυμωμένη με την ύπαρξη. 'Η μάλλον η ρίζα, το κιγκλίδωμα του πάρκου, το παγκάκι, η λιγοστή χλόη, όλα αυτά είχαν χαθεί· η ποικιλία των πραγμάτων, η ιδιαιτερότητά τους ήταν μόναχα μία επίφαση, ένα επίχρισμα. Το επίχρισμα είχε λιώσει, είχαν απομείνει άτακτες μάζες, τερατώδεις και μαλθακές- γυμνές, με μία γύμνια τρομακτική και πρόστυχη. [...]"

Ζαν-Πολ Σαρτρ, Η Ναυτία