"Εγώ, η Ευγενία Γκραντέ", η καλλιτεχνική διαθήκη της Λουίζ Μπουρζουά

 

 

"Εγώ, η Ευγενία Γκραντέ", η καλλιτεχνική διαθήκη της Λουίζ Μπουρζουά
Το εξώφυλλο του βιβλίου στις εκδόσεις Gallimard.

 

 

Από τον JEAN-PAUL GAVARD

Nonfiction - Arts Visuels, 28.06.2020

 

Η καλλιτεχνική διαθήκη της Louise Bourgeois δεν είναι απλά ένας διάλογος με τον Μπαλζάκ και την Ευγενία Γκραντέ του: είναι ένα υπέροχο ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον οικογενειακό μύθο.

 

"Στην ύστατη όπως έμελλε να είναι η επιστροφή της στο κεντητό και υφαντικό έργο (με το οποίο καταπιάστηκε στα νιάτα της στο πλαίσιο της οικογενειακής επιχείρησης), η Λουίζ Μπουρζουά (1911-2010) δημιούργησε (σύμφωνα με τα λόγια του εκδότη) "δεκαέξι μικρές κατασκευές ως φόρο τιμής στην Ευγενία Γκραντέ, την ηρωίδα του Μπαλζάκ", ανταποκρινόμενη σε ένα αίτημα του διευθυντή της Maison de Balzac, ο οποίος είχε και την ιδέα να της απευθυνθεί.

 

Για την έκθεση αυτή, η καλλιτέχνιδα - η οποία φύλαγε τα πάντα - ξέθαψε πανιά και μαντήλια, ακόμη και φθαρμένα, που είχαν μείνει διπλωμένα στα ντουλάπια όταν αναχώρησε για τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1938. Ήταν στολισμένα με "μαργαριτάρια, κουμπιά, καρφίτσες, λουλούδια, υφασμάτινα κομμάτια".  "Λείψανα που υποδηλώνουν το πέρασμα του χρόνου, τη λεπτολογία των βοτανολογίων και την ταπεινότητα των γυναικείων εργόχειρων".

 

Θύμα και θύτης

 

"Η Ευγενία Γκραντέ, είμαι εγώ", θα μπορούσε να είχε πει η Λουίζ Μπουρζουά. Όπως υπογραμμίζει ο Jean Frémon στο Mystères d'une identification, ένα δοκίμιο αφιερωμένο στην καλλιτέχνιδα που αναπαράγεται σε αυτήν την όμορφη έκδοση, η χλωμή ηρωίδα του Balzac είναι "το πρωτότυπο της γυναίκας που δεν ολοκληρώθηκε. Που αδυνατεί να ανθίσει [...], καθώς την κρατά φυλακισμένη ένας πατέρα που χρειαζόταν υπηρέτρια. Είναι η μοίρα μιας γυναίκας που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να είναι γυναίκα." Εν ολίγοις, στο υπόβαθρο του έργου της Louise Bourgeois εντοπίζουμε την "αστική" τριλογία: ένας περιφρονητικός και ψυχρός πατέρα, μία αμέτοχη και σιωπηλή μητέρα, μία θυσιασμένη κόρη, η οποία, περνώντας από το μπαλζακικό σύμπαν στην καλλιτέχνη ύπαρξη, γίνεται "οργισμένη".

 

Μέσα από συνεχείς υπερβάσεις, και διακινδυνεύοντας διαρκώς να οδηγηθεί στην έκρηξη ή τη διάλυση του εαυτού της, υποτασσόμενη στις παρορμήσεις που την κυριεύουν, η Λουίζ Μπουρζουά δεν θα πάψει ποτέ να εκτοξεύει τα έργα της, είτε είναι σχέδια, είτε είναι γλυπτά, από τα αμερικανικά της κρησφύγετα στο Μανχάταν και στο Μπρούκλιν. Αδιαφορώντας για το πως θα αντιλαμβάνονταν οι κριτικοί την ιδιαιτερότητά της, αρνείται να την "εγκλωβίσουν" σε μια οποιαδήποτε αισθητική: αγωνία, φόβος, ένταση, εκνευρισμός και συγκίνηση, όλα συμβάλουν στο να επιστρέφει σε ένα δύσκολο παρελθόν: ένας δεσπότης και άπιστος πατέρας, μία μητέρα που δεν καταφέρνει να σταθεί απέναντι σ' αυτόν τον αδηφάγο άνθρωπο. Η Λουίζ Μπουρζουά αγαπούσε τους άντρες, αλλά γνώριζε το "δηλητήριό" τους και ήξερε πώς να τους διακωμωδεί. Η ίδια που στη ζωή της αποκαλούσε τον εαυτό της "θύμα" ήθελε να γίνει "δολοφόνος" στο έργο της, το οποίο συγκρότησε πάνω σε πολλές αντιθέσεις: θύμα και θύτης, αλλά όχι μόνο.

 

 

"Εγώ, η Ευγενία Γκραντέ", η καλλιτεχνική διαθήκη της Λουίζ Μπουρζουά
Αυτοπροσωπογραφία της Λουίζ Μπουρζουά.

 

 

Παίρνοντας εκδίκηση για το "δεύτερο φύλο" 

 

Η Λουίζ Μπουρζουά, που μπήκε στο χώρο της τέχνης σε πολύ νεαρή ηλικία επισκευάζοντας τις ταπισερί στο οικογενειακό εργαστήριο, δεν σταματά ποτέ να προσπαθεί να βρει μια κατάσταση ηρεμίας που ποτέ δεν γνώρισε. Υπό αυτήν την έννοια, όπως ο Proust, προσπαθεί να αποκαταστήσει το χρόνο, ή μάλλον τα συναισθήματα του παρελθόντος. 'Εχοντας μαθητεύσει στο στούντιο του Fernand Léger (που της έδωσε την ιδέα να δοκιμάσει τη γλυπτική), και μετά από μια προσπάθεια να σπουδάσει μαθηματικά στη Σορβόννη, παρακολούθησε την Ecole du Louvre και στη συνέχεια έφυγε για τη Νέα Υόρκη, κάτι που αποδείχτηκε καθοριστικό για κείνη. Παντρεύτηκε έναν αναγνωρισμένο ιστορικό τέχνης, αλλά θα γίνει διάσημη αργότερα, όταν θα ξεκινήσει τη γλυπτική τη δεκαετία του 1950 - αυτό την έσωσε από κάθε μορφή υποταγής στους νόμους της αγοράς. Μπορεί να πειραματίζεται, όπως για παράδειγμα με το τρομακτικό και υπέροχο "Red Room" της.

 

Αρχικά σμιλεύει φιγούρες-εξορκιστές σε φύλλα μπαλσά στα όρια του ύπνου και του ονείρου. Σιγά-σιγά το σώμα διαμελίζεται - ειδικά στο τελευταίο μέρος του έργου της: μεταξύ άλλων τα πετσοκομμένα και γδαρμένα σώματα με τη μορφή, για παράδειγμα, του πατέρα-κουνελιού που σκηνοθετεί με διαβολικό τρόπο για να υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ φωτεινός μέσα στο σκότος. Τα πάντα σ' αυτήν είναι εύθραυστα, αλλά ισχυρά και γεμάτα χιούμορ. Η επιρροή του Giacometti είναι υπαρκτή, αλλά διαφαίνεται και η "τίγρης", από ένα είδος αντανακλαστικών που πηγάζουν από μία παθιασμένη βία όπου ξαναβιώνονται πάντα τα καταπιεσμένα συναισθήματα. Το έργο καταστρέφει το "καθυστερημένο αποτέλεσμα" μέσα σε μια συνεχή πάλη ενάντια στον φαλλοκρατισμό του κόσμου της τέχνης.

 

Χωρίς ποτέ να προσπαθεί να αρέσει, η Λουίζ Μπουρζουά, με το ξύλο, το λάτεξ, το χαλκό, το μάρμαρο, δημιουργεί τις φωλιές και τα καταφύγιά της, καθώς και οργανικούς χαρακτήρες μισοί άντρες, μισές γυναίκες - δημιουργίες που την οδηγούν στην "εκκεντρική αφαίρεση" της οποίας έγινε προπομπός τόσο στις γκαλερί όσο και στις εγκαταστάσεις της, μέχρι το τέλος μιας ζωής αφιερωμένης στο εικαστικό της έργο. Οι φεμινίστριες θα δουν δικαίως στο πρόσωπό της μία ζωτική ηγερία που με τον τρόπο της παίρνει εκδίκηση για το "δεύτερο φύλο". Χωρίς να είναι ποτέ εξπρεσιονίστρια, σκηνοθετεί νοσηρές ή ερωτικές σκέψεις, φοβικές ή σεξουαλικές, ηδονιστικές σκέψεις εκεί όπου τα πάντα παίζονται στην ορατότητα. Μεταξύ αυτού του μπρος και του πίσω, το να δείχνεσαι, το να κρύβεσαι γίνεται ένα παιχνίδι ή μία ιδιοφυής διαδρομή μεταξύ του ζωώδους και του ανθρώπινου, σε ένα αδιάκοπο ταξίδι στο μαύρο και το κόκκινο.

 

Ωστόσο, δεν πρόκειται ούτε για αναπαράσταση ούτε για συμβολισμούς, αλλά για πυροδότηση ενός άμεσου συναισθήματος - εξ ου και ο σημαντικός ρόλος της εγκατάστασης για τέτοιες αναφορές που ξεφεύγουν από οποιοδήποτε γνωστό ύφος. Με τις εγκαταστάσεις αυτές, θα αναγνωριστεί η Λουίζ Μπουρουά ως μία από τους μεγαλύτερους σύγχρονους καλλιτέχνες και μία από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους ενός θεάτρου μνήμης και πόνου. Μεταξύ του γαλλικού "merci" και του αγγλικού "mercy", η σειρά της "Ευγενίας Γκραντέ", επιφέροντας μία κάποια τάξη στο χάος, έμελλε να γίνει με τον δικό της τρόπο ένα είδος σύνθεσης, καθώς το μυθιστορηματικό πρόσωπο αποδεικνύεται ένας δεύτερος εαυτός της δημιουργού.