Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Δεν έχει καμιά σημασία αν είναι κομμώτριες, νοικοκυρές ή μαθήτριες. Εκείνος θα κάνει, αργά ή γρήγορα, την εμφάνισή του...

Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα

1

Έχουμε εδώ έναν θρίαμβο του στερεότυπου: τo θέμα δεν είναι να εκπλήσσεις, να διασκεδάζεις ή να πρωτοτυπείς (βασική επιδίωξη κάθε συγγραφέα), αλλά να επανέρχεσαι αδιάκοπα στο ίδιο τυποποιημένο ζήτημα, στις ίδιες χλιαρές φλυαρίες, στις ίδιες κακοπαιγμένες σκηνές του μαρτυρίου και της εξιλέωσης. Αυτή η υπνωτιστική, σχεδόν ευχάριστη επανάληψη είναι η βαθύτερη ουσία της λογοτεχνίας τύπου Άρλεκιν: τίποτα δεν συμβαίνει για πρώτη φορά, τίποτα δεν είναι απροσδόκητο σε ενοχλητικό βαθμό, τίποτα δεν ξεπερνάει το ανεκτό και γνώριμο όριο των αισθηματικών προκαταλήψεων του μέσου ανθρώπου: η αναγνώστρια παραμένει ασφαλής μέσα στον ακίνητο, ελαφρά θλιμμένο κόσμο που της προσφέρουν με τόση επιμονή, ώστε να νομίζει πως η ίδια τον έχει διαλέξει. Φαίνεται πως οι ψυχαναλυτές το έχουν διατυπώσει σωστά: η επανάληψη γεννάει τη θερμοκρασία μιας κάποιας ηδονής, την ήπια απόλαυση τού να ζεις ανενόχλητος και απομονωμένος στo κέντρο ενός παγωμένου κόσμου. Από την άποψη της ψυχολογίας του διαβάσματος, η ρυθμισμένη ρουτίνα της επανάληψης διώχνει, κατά κύριο λόγο, τον φόβο-εκείνου-που-δεν-περιμένουμε, θεμελιώνει μια ανακουφιστική σχέση, κάτι σαν ανακωχή, ανάμεσα στο Υποκείμενο και στις Ψευδαισθήσεις του. Εδώ, το να νιώθεις ασφαλής δεν έχει να κάνει ούτε με την εκπλήρωση της επιθυμίας, ούτε με τα υπολείμματα μιας επίγνωσης: είναι απλούστατα η προέκταση του να πλήττεις.

Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Είναι, μου φαίνεται, φανερό ότι αν κάποιος έτυχε να διαβάσει έστω κι ένα από τα αισθηματικά μυθιστορήματα της σειράς Νόρα ή Άρλεκιν, μπορεί να υπερηφανεύεται πως τα διάβασε όλα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι, στην πραγματικότητα, το ίδιο βιβλίο κυκλοφορεί κάθε βδομάδα με διαφορετικό εξώφυλλο και τίτλο.

Αυτή η υπνωτιστική, σχεδόν ευχάριστη επανάληψη είναι η βαθύτερη ουσία της λογοτεχνίας τύπου Άρλεκιν: τίποτα δεν συμβαίνει για πρώτη φορά, τίποτα δεν είναι απροσδόκητο σε ενοχλητικό βαθμό, τίποτα δεν ξεπερνάει το ανεκτό και γνώριμο όριο των αισθηματικών προκαταλήψεων του μέσου ανθρώπου

 

Οι συνθήκες της πλήξης είναι πραγματικά το ιδανικό περιβάλλον για να αποσπάσει κανείς την εύνοια της Μοίρας (η Μοίρα: το αιώνιο, ανεξάντλητο θέμα της μικροαστικής λογοτεχνίας), που μπορεί βέβαια να υπακούει για λίγο στα δικά της καπρίτσια, αλλά τελικά υποχωρεί και μας χαμογελάει. Καθώς προσπαθεί να περικλείσει αυτό το μοιραίο στοιχείο σ’ ένα κατανοητό σχήμα, η λογοτεχνία τύπου Άρλεκιν καταφεύγει σε μια πιστή απομίμηση του συναισθηματικού κόσμου εκείνων που τη διαβάζουν. Οι μικροαστές του «Ταχυδρόμου της καρδιάς» και του «Τι να κάνετε για να τον κατακτήσετε» γνωρίζουν καλά την υπεροχή της λογοτεχνίας απέναντι στην πραγματικότητα, ξέρουν με δυο λόγια ότι γραμμένη η Μοίρα δεν τις προδίδει ποτέ. Δεν έχει καμιά σημασία αν είναι κομμώτριες, νοικοκυρές ή μαθήτριες. Εκείνος θα κάνει, αργά ή γρήγορα, την εμφάνισή του, γιατί στη λογοτεχνία Άρλεκιν (όπως και στις στήλες του «Cosmopolitan) δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Η ιστορία είναι επίσης εκ των προτέρων γνωστή: όσες ατυχίες κι αν μεσολαβήσουν, όσες δυσκολίες κι αν παρουσιαστούν, το τέλος αποτελεί ένα καθησυχαστικό δεδομένο. Η ανάλωση ενός νέου Άρλεκιν κάθε βδομάδα έχει για τη μικροαστή αναγνώστρια τη σημασία μιας επιβεβαίωσης τού ότι και η πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι η παραλλαγή ενός γνωστού στερεότυπου. Παρόλο που οι ψυχολόγοι την θεωρούν συχνά σαν την ουσία του ζητήματος, η φαντασιωτική συνάντηση με τον πρίγκιπα του παραμυθιού έρχεται μάλλον σε δεύτερη μοίρα. Σημασία έχει εδώ η ικανοποίηση μιας ανάγκης, η εκπλήρωση των όρων μιας αναμονής-εκ-του-ασφαλούς· η ονειροπόληση είναι μόνον ένα αβρό συμπλήρωμα.

 

Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Η ιστορία είναι επίσης εκ των προτέρων γνωστή: όσες ατυχίες κι αν μεσολαβήσουν, όσες δυσκολίες κι αν παρουσιαστούν, το τέλος αποτελεί ένα καθησυχαστικό δεδομένο.



Στα Άρλεκιν, βέβαια, η Μοίρα παίζει παιγνίδια· της παραχωρούν αυτό το μέτριο δικαίωμα σε αντάλλαγμα τού ότι την αναγκάζουν να συμφωνήσει στο τέλος κάθε αφήγησης με τις επιθυμίες της μικροαστικής ψυχοσύνθεσης. Έτσι (αυτή η χειραγωγημένη Μοίρα), εκφράζεται πάντα στη γλώσσα της παρεξήγησης ‒ η παρεξήγηση είναι εδώ αυτό το συντονισμένο ελατήριο που βοηθάει τη Μοίρα να ανταποκρίνεται ανέντιμα στις πιο βουβές, στις λιγότερο αληθινές απ’ τις πράξεις. Δεν πρόκειται για τη μεγάλη, περίτεχνη, κωμική παρεξήγηση του θεάτρου ή του ψυχολογικού μυθιστορήματος, αλλά για κείνη την επιφανειακή, απελπιστικά ανούσια περιπλοκή αιτιών και αποτελεσμάτων που αποτελεί για το καθημερινό όραμα της ζωής της μικροαστής ένα είδος δηλητηρίου-σε-μικρές-δόσεις, ένα είδος καυσίμου. Αυτός είναι ο εφιάλτης (και μαζί η παρηγοριά) της μικροαστής· η παρεξήγηση λύνει και δένει: ουσιαστικά χρησιμοποιείται για να δοθεί στο τιποτένιο νόημα των συνηθειών της μικροαστής ένα κάποιο τραγικό και μεγαλοπρεπές λούστρο. «Έτσι, μέσω της παρεξήγησης, υφαίνονται σιγά σιγά, γύρω από μια ανόητα κοινότοπη ιστορία, οι ανάλαφρες επισημάνσεις και οι άπειρες πτυχές του μισόφωτου μιας αληθινής πλεκτάνης απ’ αυτές που δονούσαν σιωπηλά τα παρασκήνια της ιδιωτικής ζωής των Μεδίκων, ενώ στην πραγματικότητα, καθώς ξέρουμε όλοι, πρόκειται απλώς για το συνεσταλμένο πάθος μιας ιδιαιτέρας για τον Ωραίο Προϊστάμενό της. Στο σύμπαν των αισθηματικών υποθέσεων, η παρεξήγηση αποτελεί τον θεμελιώδη φόβο (και μαζί τη διαρκή ελπίδα) της μικροαστής: «μήπως με θέλει και δεν το δείχνει;» ή «μήπως απομακρύνεται επειδή πιστεύει πως εγώ δεν τον θέλω;». Στη συνέχεια οι πιο περίπλοκες μορφές αυτών των διλημμάτων αναλαμβάνουν να μας προσφέρουν τα στοιχεία μιας αφήγησης: «με είδε μ’ έναν άλλο· τώρα θα πρέπει να του εξηγήσω πως ήταν απλώς ένας παλιός φίλος». Δύσκολη δουλειά! Το σωστό, εδώ, είναι να πολεμάει κανείς τον αντίπαλο με τα ίδια όπλα. Η παρεξήγηση λύνεται τις περισσότερες φορές με μια άλλη παρεξήγηση, εξίσου μαγική, που μπορεί να φθείρει την πρώτη. Επιπλέον, όλα τα επιφανειακά ψεγάδια της προσωπικότητας του ήρωα επιστρατεύονται, κατά κάποιον τρόπο, για να τονίσουν την αργοπορημένη αποτελεσματικότητα των αρετών της. Μπορεί να σας περιφρονεί,αλλά ‒για προσέχτε‒ αυτό δεν είναι παρά το ελάχιστο στριφνό ίχνος μιας ευγενικής ντροπαλότητας. Μπορεί να είναι ανίκανος σε πρακτικά θέματα, αλλά αυτό δεν είναι παρά η απόδειξη πως πρόκειται για ένα «μεγάλο παιδί», για ένα πλάσμα προσηλωμένο στις υποθέσεις της συναισθηματικής αναζήτησης και της φαντασίας. Μπορεί να σας απατά, αλλά αυτό δεν μοιάζει τελικά να είναι παρά ο σταθμός μιας προσωρινής περιπλάνησης, της οποίας εσείς θ’ αποτελέσετε το ευχάριστο και οριστικό τέλος.

Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Στο σύμπαν των αισθηματικών υποθέσεων, η παρεξήγηση αποτελεί τον θεμελιώδη φόβο (και μαζί τη διαρκή ελπίδα) της μικροαστής: «μήπως με θέλει και δεν το δείχνει;» ή «μήπως απομακρύνεται επειδή πιστεύει πως εγώ δεν τον θέλω;».
Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter

 

Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter
Η ανάλωση ενός νέου Άρλεκιν κάθε βδομάδα έχει για τη μικροαστή αναγνώστρια τη σημασία μιας επιβεβαίωσης τού ότι και η πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι η παραλλαγή ενός γνωστού στερεότυπου.
Η λογοτεχνία του μικροαστικού έρωτα Facebook Twitter

  

Αυτή η εξαιρετικά τυποποιημένη ψυχολογική συνταγή, στην οποία, καθώς φαίνεται, οι συγγραφείς των αισθηματικών μυθιστορημάτων υπακούουν τυφλά, αποτελεί προφανώς τη βασική προϋπόθεση ώστε όλα τα Άρλεκιν, όλα τα Νόρα κι όλα τα συναφή προϊόντα ν’ αποτελούν, με τρόπο πραγματικά θαυμαστό, το βιβλίο, το ένα και μοναδικό βιβλίο Των Περιπετειών Της Μικροαστικής Αλλοτρίωσης. 

Βλέπουμε λοιπόν ότι το βαθύτερο νόημα, δηλαδή η μυστική χρησιμότητα αυτής της λογοτεχνίας, δεν είναι το να θέλεις να διαβάζεις κάτι ευχάριστο (όπως πιστεύουν οι περισσότεροι), είναι το να αποδιώχνεις γενικά την ιδέα του διαβάσματος σαν κάτι τo απειλητικό, είναι το να παραμένεις υπνωτισμένος μέσα στο κέλυφος της προκατάληψης ότι δεν έχει σημασία αυτό που διαβάζεις γιατί το ξέρεις ήδη, είναι, με δυο λόγια, το να μη θέλεις να διαβάζεις τίποτα. Τέτοια αποδεικνύεται άλλωστε και η φύση της μικροαστικής συνείδησης, αυτής που γεννάει τους κάθε είδους πνευματικούς φασισμούς: θέλει ν’ αρνείται τυφλά οτιδήποτε απειλεί ν’ αλλάξει τον κόσμο (η λογοτεχνία είναι ένα απ’ αυτά) και ταυτόχρονα να καθησυχάζεται με το να υιοθετεί μια κατάχρηση σε βάρος του ποιοτικού. Η μικροαστή αναγνώστρια δεν δέχεται να διαβάσει κάτι καινούριο: σε αντιστάθμισμα όμως καταδικάζεται να διαβάσει το παλιό άπειρες φορές. Η ίδια περίπου ιστορία, κάθε βδομάδα, οι ίδιες αβέβαιες, ανιαρές, αξιοθρήνητες, υποχονδριακές συγκρούσεις, οι ίδιες αφελείς περιπλοκές, το ίδιο ελεεινό αλλά ευχάριστο τέλος, όλ’ αυτά συμπυκνώνουν ευδιάκριτα την απόλυτη πίστη της στην καθημερινά επαναλαμβανόμενη τελετουργία του νοικοκυριού για το οποίο την προετοίμασαν. Η ρουτίνα ελέγχει τώρα το τεράστιο αποχετευτικό δίκτυο των ελπίδων και των ψευδαισθήσεων της μικροαστικής «καρδιάς». Όχι, το Άρλεκιν δεν είναι μόνον ένα κακό ανάγνωσμα, είναι κάτι περισσότερο· είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μικροαστός απολιθώνει τον κόσμο που κάπως καθυστερημένα του ανέθεσαν να περιγράψει.

 

________

Το άρθρο του Ευγένιου Αρανίτση, δημοσιεύτηκε στο Τεύχος 100 του περιοδικού «Διαβάζω» τον Αύγουστο του 1984. Ψηφιοποιείται πρώτη φορά.

 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΙΣ 23.8.2017

Βιβλίο
1

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό Ιησού

Βιβλίο / Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό

Η κυβέρνηση Τραμπ υπονομεύει την αυθεντική χριστιανική πίστη, προωθώντας στο όνομα του Ιησού τη βαναυσότητα και τη βούληση για απόλυτη εξουσία, τοποθετώντας τους χριστιανούς σε μια θεολογική ζώνη του λυκόφωτος.
THE LIFO TEAM
Η Σάλι Ρούνεϊ μετά το hype: Το «Ιντερμέτζο» αλλάζει το παιχνίδι;

The Review / Σάλι Ρούνεϊ: Σημαντική συγγραφέας ή το trend της στιγμής;

Ωρίμασε η Ιρλανδή συγγραφέας που με το βιβλίο της «Κανονικοί Ανθρωποι», έγινε σταρ; Είναι το νέο της μυθιστόρημα «Ιντερμέτζο» (εκδόσεις Πατάκη) στροφή σε μια πιο απαιτητική και δύσκολη γραφή; Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού των «Νέων» Δημήτρη Δουλγερίδη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Βιβλίο / «Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη του Κώστα Καμπουράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, η οποία φωτίζει ζητήματα όσον αφορά το DNA και την εθνική καταγωγή αλλά και τα σχετικά εσφαλμένα ιδεολογήματα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ