Δύσκολα θα αποφύγω τον πειρασμό να υπερασπιστώ έναν τρόπο ζωής που μοιάζει ιδιαίτερα σκληρός, πιθανόν επικίνδυνος κι όχι λιγότερο αναξιοπρεπής σύμφωνα με τα κριτήρια του μέσου παρατηρητή, ενώ πρόκειται για μια πηγαία μορφή, ενδεχομένως την τελευταία, αυθεντικής συμμετοχής στα γεγονότα, έστω και αν η αυθεντικότητα πρέπει να αναζητηθεί στο απώτατο οχυρό της, που είναι η μοναδική και ανεπανάληπτη αυτοσχέδια συλλογική καθημερινότητα στις πολύ φτωχές, στις εκτός ελέγχου, κακόφημες γειτονιές, αυτές για τις οποίες συμπεραίνουμε ότι τις εγκατέλειψε ο Θεός. Εδώ που τα λέμε, στην καρδιά ενός, υποτίθεται, λαμπερού και ατσαλάκωτου κόσμου, του δικού μας, όπου ο ίδιος ο όρος «τρόπος ζωής», λάιφ-στάιλ, έχει γίνει συνώνυμο των απομιμήσεων και της πλαστότητας, η γνησιότητα, εξ αντιδιαστολής, δεν είναι ό,τι πιο ανθυγιεινό εφόσον θέλει κανείς να εμβαθύνει λιγάκι στο ζήτημα της ηθικής επιβίωσης του ανθρώπου. Και αν άραγε αληθεύει, δίχως να το υποπτευόμαστε, ότι εκείνο που μας φοβίζει μπροστά στο πανόραμα της εξαθλίωσης στις τριτοκοσμικές χώρες δεν είναι αυτός ο στιγμιαίος ίλιγγος της ταύτισης με τους εξαθλιωμένους αλλά ο απειλητικός υπαινιγμός ότι ίσως, εκεί, διαδραματίζονται ακόμη πραγματικά γεγονότα σε αντίθεση με τη δική μας ζωή, που είναι μια διόλου ηρωική αλληλουχία στερεοτύπων, εξ ορισμού υποθηκευμένη σε μακροπρόθεσμους προγραμματισμούς και κάθε είδους στρατηγικές; Όντως, αν ισχύει ότι οι μεγάλες πλειονότητες των καταναλωτών προσποιούνται έναν τρόπο ζωής ώστε ο τρόπος ζωής να γίνει, ακριβώς, μια προσποίηση, τίποτα δεν θα 'πρεπε να υπολογίζεται ως περισσότερο αληθινό απ' τα όσα συμβαίνουν στις φαβέλες και στα γκέτο.


Αυτό με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ γαλλικής παραγωγής που χαιρετίστηκε ως εξαιρετική, όπως συμβαίνει κατά κανόνα άπαξ και η κάμερα εισβάλλει απρόσκλητη σε περιοχές όπου οι δημοσιογράφοι θεωρούνται τάχα ανεπιθύμητοι, και η οποία προβλήθηκε απ' την ΕΡΤ, προκειμένου να φωτίσει τη σκανδαλώδη παρασκηνιακή δυστυχία τόπων που, για τον τουρισμό της Δύσης, θεωρούνται εδεμικοί προορισμοί, ενώ, σωστά μαντέψατε, κρύβουν, λέει, στο εσωτερικό τους τις χίλιες δύο μολυσματικές εστίες του κακού, πορνεία, διακίνηση ναρκωτικών, ακραία φτώχεια, αναλφαβητισμό, εκμετάλλευση παιδιών και κάθε λογής βία. Έτσι, με τον αδέξια εξελληνισμένο τίτλο Η άλλη πλευρά του παραδείσου (πρωτότυπος τίτλος: Postcard – Perfect?), η σειρά αναλαμβάνει να απομυθοποιήσει μερικές απ' τις πιο σαγηνευτικές περιοχές του πλανήτη, όπως η νήσος Ρεϊνιόν, η Δομινικανή Δημοκρατία, η Μαρτινίκα, ο Άγιος Μαυρίκιος και η Ταϊτή, όλα εκείνα τα θρυλικά τοπωνύμια που συνοδεύονται, στην ταξιδιωτική παραφιλολογία, με τους ιριδισμούς του τιρκουάζ και τις υποβλητικές διακυμάνσεις μιας χρυσαφένιας αμμουδιάς, σε θεσπέσιες παραλίες, όπου οι κοκκοφοίνικες, χάριν αβρότητος, έχουν εκπαιδευτεί να υποκλίνονται. Κατά τη γνώμη μου, όχι μόνον δεν απομυθοποιήθηκαν αυτά τα μέρη αλλά απέκτησαν μια πρόσθετη χροιά μυστηρίου με τον τρόπο που η Γουιάνα, λ.χ., στη φαντασία του Ζενέ, έμοιαζε ακόμη πιο εξωτική ειδικά επειδή έκρυβε στο εσωτερικό της ένα κάτεργο γεμάτο στυγερούς δολοφόνους, στολισμένους με τα θέλγητρα του εγκλήματος.

 

Τα χαμίνια ερωτεύονται, κυνηγιούνται, μαλώνουν, εξερευνούν, οργανώνονται σε μικρά σύνολα με άκαμπτη ιεραρχία και κυριεύουν τον ουρανό ξεκινώντας από το διάδημα των γύρω λόφων, όπου η μυρωδιά των άπλυτων σωμάτων αναγγέλλει την άφιξή τους πριν καν φανούν στον ορίζοντα.

 

Για παράδειγμα, στα πανέμορφα νησιά του Κάπε Βέρντε, δυτικά της Σενεγάλης, υπάρχουν παραγκουπόλεις που οι τουρίστες απαγορεύεται να δουν, διότι κινδυνεύουν να χάσουν το πλεονέκτημα της αθωότητας, ξέρετε ποιας, αυτής που προσφέρεται μαζί με δωρεάν ημιδιατροφή· ξυπόλυτα παιδιά, συνηθισμένα να ζουν μέσα στις λάσπες και στα σκουπίδια, τεμπελιάζουν απ' το πρωί ως το βράδυ ή τρέχουν σε στενά οφιοειδή σοκάκια και πάνω σε στέγες βαμμένες με κατράμι, μαζί με αδέσποτους σκύλους που μιλούν τα πορτογαλικά φαρσί· ταυτόχρονα σκαρφαλώνουν στα δέντρα, μαθαίνουν να πετούν παρατηρώντας τα πουλιά, διασχίζουν το τοπίο σηκώνοντας σύννεφα σκόνης και πέφτουν στα τέσσερα ανοίγοντας λαγούμια ή παραβιάζουν τις ρημαγμένες πόρτες και τα ετοιμόρροπα παραθυρόφυλλα μιας πόλης φτιαγμένης από μαδέρια και σκουριασμένες λαμαρίνες, που όμως οι άγραφοι νόμοι της, απαρέγκλιτοι και αρχαίοι, υπαγορεύονται απ' τους αστερισμούς και την παλίρροια. Τα χαμίνια ερωτεύονται, κυνηγιούνται, μαλώνουν, εξερευνούν, οργανώνονται σε μικρά σύνολα με άκαμπτη ιεραρχία και κυριεύουν τον ουρανό ξεκινώντας από το διάδημα των γύρω λόφων, όπου η μυρωδιά των άπλυτων σωμάτων αναγγέλλει την άφιξή τους πριν καν φανούν στον ορίζοντα. Ζητιανεύουν και πολεμούν με ξύλινα σπαθιά, γίνονται μάρτυρες ειδυλλίων και φόνων, και διδάσκουν το ένα το άλλο να διαβάζει στο φως του φεγγαριού ή να μιμείται φωνές ζώων, μ' άλλα λόγια ζουν σ' ένα σύμπαν ολοκληρωτικά μαγεμένο – για μας αόρατο. Και τις νύχτες κοιμούνται σε απόσταση αναπνοής απ' τις χωματερές και ονειρεύονται την πόλη σαν αυτό που ήταν ανέκαθεν: ένας λαβύρινθος από εναέριες διαβάσεις, καταπακτές και κρυψώνες.

 

 


Αν έχετε αμφιβολίες, κάντε νοερά τη σύγκριση ανάμεσα στη ζωή αυτών των παιδιών και στη ζωή εκείνων της ανώτερης μεσαίας τάξης του προηγμένου δυτικού κόσμου, που ζουν απομονωμένα σ' αυτές τις δίχως μυστικά πολυτελείς αστικές κατοικίες, καθοδηγώντας πιεστικά τον εαυτό τους στο να υιοθετήσει πρότυπα ψυχρού ανταγωνισμού και επιδοσιακής αυτάρκειας, με μοναδικό σύμμαχο τον υπολογιστή. Το ερώτημα που εξακολουθεί να μας τρομάζει συνοψίζεται στο ακόλουθο δίλημμα: εσύ, αν ήσουν παιδί και σου δινόταν η ευκαιρία να διαλέξεις, ποιον απ' τις δύο τρόπους ζωής θα προτιμούσες; Εύκολο, έτσι;

 

www.paradoxa.gr