Είναι πολύ νωρίς το πρωί στην αυλή του κτήματος της Αντονέλλας και του Μάσιμο, μόλις έχει χαράξει, κι οι μικρές σταγόνες της δροσιάς δεν έχουν ακόμα αρχίσει να εξατμίζονται από το γρασίδι.

 

Η Αντονέλλα ετοιμάζει το πρωινό: έχει αλείψει φέτες ψημένου ψωμιού με ένα ελαιόλαδο τόσο καυτερό που στην αρχή νόμιζα ότι έχει βάλει τσίλι (έτσι είναι το ελαιόλαδο της Τοσκάνης, πικάντικο, με πολύ έντονη γεύση) και πάνω τους έχει ψιλοκόψει ντοματίνια, έχει βάλει την μαρμελάδα σε γυάλινα βαζάκια και κόβει κομμάτια από ντόπιο βούτυρο σε μικρά ορθογώνια σχήματα.

 

Μας λέει ότι τη μαρμελάδα την έχει φτιάξει από τα μικροσκοπικά δαμάσκηνα του κτήματος – που υπάρχουν παντού τριγύρω, σε φρουτιέρες και καλάθια. Είναι μια μαρμελάδα πολύ γευστική και νόστιμη. Αυτό που είναι το πιο ξεχωριστό, πάντως, από όσα έχει ετοιμάσει, είναι μια γλυκιά πολέντα με μήλο και ξύσμα λεμονιού που είναι κάτι σαν κέικ, εντελώς ιδιαίτερο. Μοιάζει με λεπτή πίτα, κομμένη σε τετράγωνα κομμάτια, αρκετά υγρή – τόσο, που νόμισα ότι την έχει σιροπιάσει (αλλά είναι μόνο από την υγρασία του μήλου). Είναι φτιαγμένη από σιμιγδάλι καλαμποκιού και τριμμένο μήλο, ένα είδος μηλόπιτας, από τις πιο ενδιαφέρουσες μηλόπιτες-κέικ που έχω δοκιμάσει ποτέ, και σπάνια βρίσκω μηλόπιτα να μου αρέσει.

 

Καθόμαστε στον κήπο κάτω από μια τεράστια ελιά, με θέα τα αμπέλια που απλώνονται μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι σου, λόφους με αγροτόσπιτα στην κορυφή και σειρές με κυπαρίσια. Τέρμα Τοσκάνης, στα σύνορα με την Ούμπρια, στην ερημιά, σε ένα αγροτόσπιτο-κάστρο, πολύ μικρότερο απ' του Φοσντινόβο -και χωρίς φαντάσματα.

 

Καθόμαστε στον κήπο κάτω από μια τεράστια ελιά, με θέα τα αμπέλια που απλώνονται μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι σου, λόφους με αγροτόσπιτα στην κορυφή και σειρές με κυπαρίσσια. Τέρμα Τοσκάνης, στα σύνορα με την Ούμπρια, στην ερημιά, σε ένα αγροτόσπιτο-κάστρο, πολύ μικρότερο απ' του Φοσντινόβο – και χωρίς φαντάσματα. Στο Βαλιάνο, κοντά στην Κορτόνα.

 

Είναι ένα υπέροχο σπίτι, με πισίνα που φαίνεται κάπως παράταιρη μέσα στα χωράφια, σε ένα περιβάλλον σαν καρτ-ποστάλ που «γειώνεται» από την έντονη μυρωδιά της κοπριάς των γουρουνιών – μια χαρακτηριστική βρόμα που απλώνεται για χιλιόμετρα όπου έχει χοιροστάσια, δηλαδή παντού στην Τοσκάνη. Οι σβουνιές τους είναι το καλύτερο λίπασμα για τα αμπέλια.


Το (τεράστιο) κτήμα έχει οπωροφόρα δέντρα, κότες που κυκλοφορούν ελεύθερες κι ευτυχισμένες και τα πιο άσχημα γουρούνια που έχω δει, μαύρα και χοντρά, με πατημένες μουσούδες. Έχει επίσης σκορπιούς γεμάτους αβγά που σε υποδέχονται στο πλατύσκαλο της πόρτας το πρωί, με τις δαγκάνες σηκωμένες απειλητικά, κοκόρια που σε ξεσηκώνουν απ' τα χαράματα με τις φωνές τους και επισκέπτες που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι αθόρυβα, λες και μπαίνουν σε εκκλησία.

 

Αργότερα μαθαίνουμε ότι, όντως, το palazzo της Αντονέλλας και του Μάσιμο δεν είναι ένα τυχαίο σπίτι, είναι το σπίτι που έζησε η Αγία Μαργαρίτα (της Κορτόνα), μία από τις αγίες-σελέμπριτι της περιοχής, η πιο σημαντική μετά τον Άγιο Φραγκίσκο. Και στο σπίτι τους έρχεται κόσμος να προσκυνήσει, γιατί το δωμάτιο της αγίας σήμερα έχει γίνει παρεκκλήσι.

 

Το palazzo της Αντονέλλας και του Μάσιμο δεν είναι ένα τυχαίο σπίτι, είναι το σπίτι που έζησε η Αγία Μαργαρίτα (της Κορτόνα), μία από τις αγίες-σελέμπριτι της περιοχής, η πιο σημαντική μετά τον Άγιο Φραγκίσκο. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Το palazzo της Αντονέλλας και του Μάσιμο δεν είναι ένα τυχαίο σπίτι, είναι το σπίτι που έζησε η Αγία Μαργαρίτα (της Κορτόνα), μία από τις αγίες-σελέμπριτι της περιοχής, η πιο σημαντική μετά τον Άγιο Φραγκίσκο. Φωτο: M. Hulot / LiFO


Η Αγία Μαργαρίτα που εκτίθεται σε ένα κουβούκλιο αποξηραμένη σαν μεγάλη σταφίδα στην εκκλησία που της έχουν αφιερώσει στην Κορτόνα, ήταν μια πολύ όμορφη νέα ταπεινής καταγωγής, που έφηβη ακόμα τη σπίτωσε στο κυνηγετικό του καταφύγιο (αυτό που είναι σήμερα το palazzo) ένας πλούσιος έμπορος απ' το Μοντεπουλσιάνο, ο Αρσένιος. Δεν την παντρεύτηκε, αλλά έκαναν μαζί έναν γιο. Μετά ο Αρσένιος χάθηκε.

 

Στη διάρκεια ενός κυνηγετικού αγώνα τον σκότωσαν οι εχθροί του από άλλες φατρίες της περιοχής και τον εξαφάνισαν. Η Μαργαρίτα περπάτησε δεκάδες χιλιόμετρα ακολουθώντας τον σκύλο του, μέχρι που βρήκε τον εραστή της νεκρό μέσα σε ένα μικρό άλσος. Από τότε ξεκίνησε το μαρτύριό της, γιατί η οικογένεια του Αρσένιου την πέταξε από το κάστρο μαζί με τον γιο της, το ίδιο κι ο πατέρας της με τη νέα του σύζυγο, έτσι η μόνη της επιλογή ήταν να γίνει καλόγρια.

 

Μπήκε στο τάγμα των Φραγκισκανών μοναχών που μάζευαν φτωχούς και κατατρεγμένους και ξεκίνησε full time προσευχές και φιλανθρωπίες, μέχρι που άρχισε να βλέπει οράματα και να παθαίνει μυστικιστικές κρίσεις και, μέσα στο παραλήρημα, ίδρυσε μια σύναξη που ονόμασε «Οι φτωχούλες».

 

Μετά αφοσιώθηκε στις αγαθοεργίες. Μετέτρεψε μια εκκλησία σε νοσοκομείο και σχημάτισε την Αδελφότητα της Αγίας Μαρίας του Ελέους και άρχισε να βοηθάει φτωχούς και αρρώστους. Κι επειδή θεώρησε ότι ήταν υπερβολικά όμορφη για καλόγρια, αποφάσισε να χαρακωθεί. Πήρε μια φαλτσέτα να σκάψει το πρόσωπό της, αλλά, ευτυχώς, την πρόλαβε μια ηγουμένη και την σταμάτησε.

 

Στο χωριουδάκι Τζιόρτζι του Πετριτζιάνο, εκεί που ανακάλυψε το πτώμα του αγαπημένου της, υπάρχει ακόμα η βελανιδιά που προσευχήθηκε στη ρίζα της και έβαλε σκοπό της ζωής της να γίνει αγία.


Δεν μάθαμε αν τον πύργο τον έχουν κληρονομήσει ή τον αγόρασαν. Αν τον κληρονόμησαν, τότε σημαίνει ότι ο Μάσιμο είναι απόγονος της αγίας Μαργαρίτας, γιατί η Αντονέλλα κατάγεται από το Πιτιλιάνο (στο νότιο άκρο της Τοσκάνης). Ο Μάσιμο είναι καλλιτέχνης, γλύπτης. Φτιάχνει από κορμό και ρίζα ελιάς ρουστίκ γλυπτά -με συμπλέγματα από γυναικεία σώματα- και τα εκθέτει στο ισόγειο. Τα έργα του είναι παντού και δίνουν στο palazzo μια ατμόσφαιρα γκαλερί. Αν αγνοήσεις το overdose ξυλογλυπτικής, το palazzo τους ήταν το πιο ωραίο σπίτι που μείναμε στο ταξίδι.

 

Φεύγοντας από το palazzo διασχίζουμε χωράφια με ηλιοτρόπια που κοιτάζουν όλα μαζί προς τον ήλιο. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φεύγοντας από το palazzo διασχίζουμε χωράφια με ηλιοτρόπια που κοιτάζουν όλα μαζί προς τον ήλιο. Φωτο: M. Hulot / LiFO


Φεύγοντας από το palazzo διασχίζουμε χωράφια με ηλιοτρόπια που κοιτάζουν όλα μαζί προς τον ήλιο (ενώ μόλις αρχίσει να δύει, χαμηλώνουν τα άνθη τους και φαίνονται σαν να προσκυνούν). Κάνουμε τη διαδρομή που μας έχει προτείνει η Αντονέλλα και μετά το Μοντεπουλσιάνο προσπερνάμε τις κοσμοπολίτικες θέρμες στο Τσινσιάνο, αγαπημένο μέρος του Φελίνι και χαρακτηριστικό location για κάποιες σκηνές από το «8 1/2», και κατευθυνόμαστε στις πιο «λαϊκές» –και πιο εντυπωσιακές– θερμές πηγές στο Bagno Vignoni.

 

Τα περίχωρα της μικρής αρχαίας πόλης που «κρέμεται» πάνω από το εκπληκτικό τοπίο της κοιλάδας Val d'Orcia, το οποίο προστατεύει η UNESCO ως μνημείο εθνικής κληρονομιάς, είναι ένα μέρος πνιγμένο στο πράσινο, με διάσπαρτες μικρές δεξαμενές σκαλισμένες μέσα στον βράχο από την ορμή των θερμών νερών που πέφτουν σαν καταρράκτες από την κορυφή του λόφου.

 

Η «λευκή λίμνη» με τα γαλάζια νερά στο Parco dei Mulini είναι αυτή που μαζεύει τον περισσότερο κόσμο, από βαριεστημένες οικογένειες Ιταλών και μεσόκοπους τουρίστες που μπαίνουν στα νερά προσεκτικά για να μην γλιστρήσουν, μέχρι νεαρά ζευγάρια που σκαρφαλώνουν στο βράχο και στέκονται κάτω από τους καταρράκτες.

 

Το ιαματικό νερό υποτίθεται ότι αποτοξινώνει το σώμα (μια ηλικιωμένη Γερμανίδα που στεκόταν ανάσκελα μέσα στο νερό, ακίνητη, με τις παλάμες ανοιχτές σαν ηλιακός θερμοσίφωνας για να μαζέψει ήλιο, μας είπε ότι κάνει καλό στα νεφρά), γι' αυτό και ερχόταν συχνά εδώ ο Όσκαρ Ουάιλντ, διάφοροι πάπες και άλλες ιταλικές διασημότητες.

 

Οι πηγές πρόσφεραν επίσης ανακούφιση στους κουρασμένους χριστιανούς προσκυνητές που ταξίδευαν μέσω της Via Francigena για τη Ρώμη. Ήταν μια στάνταρ στάση και δωρεάν απόλαυση (όπως είναι και σήμερα). Η «λευκή λίμνη» είναι η τελευταία φυσική «δεξαμενή» στην πορεία του νερού από ψηλά στον λόφο, το οποίο, επειδή διανύει μεγάλη απόσταση περνώντας από καταρράκτες και ενδιάμεσες δεξαμενές, όταν φτάνει εκεί δεν είναι και τόσο θερμό, είναι σχεδόν δροσερό, ό,τι πρέπει για μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.

 

Το νερό της λευκής λίμνης υποτίθεται ότι αποτοξινώνει το σώμα γι' αυτό και ερχόταν συχνά εδώ ο Όσκαρ Ουάιλντ, διάφοροι πάπες και άλλες ιταλικές διασημότητες. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Το νερό της λευκής λίμνης υποτίθεται ότι αποτοξινώνει το σώμα γι' αυτό και ερχόταν συχνά εδώ ο Όσκαρ Ουάιλντ, διάφοροι πάπες και άλλες ιταλικές διασημότητες. Φωτο: M. Hulot / LiFO


Το Μοντεπουλτσιάνο μετά την τρέλα με τα «Twilight» (ολόκληρο το «New Moon» γυρίστηκε εδώ) έχει γίνει μέρος για λαϊκό προσκύνημα όλων των βαμπιρόφιλων που ακολουθούν τα βήματα του Έντουαρντ Κάλεν και φωτογραφίζουν ό,τι ακούμπησε – μόνο το χώμα που πάτησε δεν έχουν φιλήσει.

 

Όμορφο χωριό, όπως και τα υπόλοιπα της περιοχής, όλα χτισμένα σε λόφους με το καμπαναριό της εκκλησίας και το κάστρο να ξεπροβάλλουν εντυπωσιακά από απόσταση, στο βάθος του τοπίου, με τα σπίτια τριγύρω τους απλωμένα στην κορυφογραμμή και στην πλαγιά, στημένα σαν σκηνικά όπερας ή σαν φόντο αναγεννησιακού πίνακα. Είναι αδύνατο να μη συγκρίνεις την υπέροχη μεσαιωνική αρχιτεκτονική που έχει διατηρηθεί μέσα στους αιώνες με των χωριών στην δική μας επαρχία – και να μη σε πιάσει απελπισία.

 

Το Μοντεπουλτσιάνο φημίζεται για το κρασί του (το κόκκινο Vino Nobile ή το «νεότερο» Rosso di Montepulciano) και κάθε απόγευμα στα μαγαζιά του χωριού γίνονται «τελετές οινογνωσίας» όπου μπορείς να δοκιμάσεις τα ντόπια κρασιά (OK, τα πιο φτηνά).

 

Προσπεράσαμε τις κάβες που γινόταν χαμός και μπήκαμε σε μία που δεν υπήρχε ψυχή, γιατί ήταν η μόνη που ο ιδιοκτήτης της δεν έβγαινε στην πόρτα να διαλαλήσει την πραμάτεια του. Το μαγαζί του παραήταν ψυχρό και αποστειρωμένο, αλλά ο ίδιος ήταν ευγενικός και εξυπηρετικός και είχε έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο για να περιγράφει τα κρασιά της περιοχής, έτσι μας έπεισε να αγοράσουμε ένα Vin Santo Talosa του 1995, 12ετούς ωρίμανσης, που ήταν όντως όπως το περιέγραφε: έξοχο.

 

Το βράδυ, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι στο palazzo είχαν ξαπλώσει σε μαξιλάρες στην ταράτσα και «χάζευαν τα πεφταστέρια», το ήπιαμε μέσα στην πισίνα με συνοδεία cantuccini, των μοναδικών μπισκότων αμυγδάλου της Τοσκάνης – το μόνο γλύκισμα της περιοχής που κουβάλησα μέχρι την Αθήνα.

 

Τα cantucci τα βρίσκεις σήμερα παντού και σε διάφορες βερσιόν, αλλά του Antonio Mattei (από το Prato, δίπλα στην Φλωρεντία) είναι τα αυθεντικά, και στο βιβλιαράκι που συνοδεύει κάθε αγορά στο μαγαζί ισχυρίζονται ότι είναι δικιά του επινόηση, από το 1850. Τουλάχιστον η συγκεκριμένη συνταγή. Σήμερα είναι τα πιο τυπικά παραδοσιακά μπισκότα της περιοχής, και δεν υπάρχουν μόνο με αμύγδαλο, τα βρίσκεις και με φιστίκι και με πικρή σοκολάτα – που είναι τα καλύτερα και τα πιο εθιστικά απ' όλα.

 

Περιοδεύοντας στις μικρές πόλεις και τα χωριά της νότιας Τοσκάνης, από την Κορτόνα και την Πιέντσα μέχρι το Μοντεριτζιόνι και το Σαν Τζιμινιάνο, από μια στιγμή και ύστερα παθαίνεις κάτι σαν υπερβολική δόση από την ομορφιά του τοπίου και την μεσαιωνική γραφικότητα. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Περιοδεύοντας στις μικρές πόλεις και τα χωριά της νότιας Τοσκάνης, από την Κορτόνα και την Πιέντσα μέχρι το Μοντεριτζιόνι και το Σαν Τζιμινιάνο, από μια στιγμή και ύστερα παθαίνεις κάτι σαν υπερβολική δόση από την ομορφιά του τοπίου και την μεσαιωνική γραφικότητα. Φωτο: M. Hulot / LiFO


«Να πώς ξεκίνησε η ιστορία του δυνατού δεσμού ανάμεσα στο εργοστάσιο μπισκότων και την πόλη του Πράτο, την οποία δύσκολα μπορεί να την καταλάβει κάποιος ξένος. Για παραπάνω από ενάμιση αιώνα, δεν νοείται Κυριακή ή γιορτή για τους κατοίκους του Πράτο χωρίς τα cantuccini στην μπλε χάρτινη συσκευασία, ή τις άλλες λιχουδιές που φτιάχνουμε, οι οποίες είναι σήμερα βασικές στην ιταλική γαστρονομική κουλτούρα».

 

Αυτά γράφουν στο site τους για τα πολυβραβευμένα μπισκότα τους, τα οποία λάτρεψαν ή λατρεύουν και πολλές διασημότητες από κάθε μέρος του κόσμου. Η συσκευασία των μπισκότων σοκολάτας, πάντως, είναι κόκκινη.


Περιοδεύοντας στις μικρές πόλεις και τα χωριά της νότιας Τοσκάνης, από την Κορτόνα και την Πιέντσα μέχρι το Μοντεριτζιόνι και το Σαν Τζιμινιάνο, από μια στιγμή και ύστερα παθαίνεις κάτι σαν υπερβολική δόση από την ομορφιά του τοπίου και τη μεσαιωνική γραφικότητα και στο τέλος, όσο καλή μνήμη και να έχεις, ελάχιστα είναι αυτά που θυμάσαι από κάθε χωριό.

 

Θυμάμαι π.χ. στην Πιέντσα την έντονη μυρωδιά του πεκορίνο που έχει ποτίσει τους δρόμους ή την κωλοπετσωμένη ψήστρια της πορκέτας –σε ένα μαγαζί χωρίς όνομα– την οποία ψιλόκοβε με μαεστρία και την έβαζε σε φοκάτσια μαζί με φέτες πεκορίνο (ένα εξαιρετικό σνακ που έτρωγαν μόνο ντόπιοι), αλλά δεν θυμάμαι ούτε ένα κτίριο από τα αναγεννησιακά μέγαρα που έχει η πόλη.

 

Είναι τόσο ιδιαίτερη η ομορφιά του σκηνικού στα καλοδιατηρημένα μεσαιωνικά σοκάκια της, που το χρησιμοποίησαν ένα σωρό σκηνοθέτες για να γυρίσουν τις ταινίες τους. Εδώ έχουν γυριστεί (μεταξύ άλλων) η «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι, ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Τζεφιρέλι, ο «Άγγλος Ασθενής» του Μινγκέλα και ο «Θαυμάσιος Βοκάκιος» των αδελφών Ταβιάνι.

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τότε που βγήκε η ταινία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είχε και μια έκθεση στο Palazzo Piccolomini με τίτλο «What is a Youth?», προφανώς για το ομώνυμο τραγούδι των Νίνο Ρότα και Χένρι Μαντσίνι. Δεν θα πρέπει να σκοτίστηκε και κανένας, γιατί στο palazzo δεν υπήρχε ψυχή.


Κατά τ' άλλα, αμνησία.

 

Αν αγνοήσεις το overdose ξυλογλυπτικής, το palazzo τους ήταν το πιο ωραίο σπίτι που μείναμε στο ταξίδι. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Αν αγνοήσεις το overdose ξυλογλυπτικής, το palazzo τους ήταν το πιο ωραίο σπίτι που μείναμε στο ταξίδι. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Η Αγία Μαργαρίτα που εκτίθεται σε ένα κουβούκλιο αποξηραμένη σαν μεγάλη σταφίδα στην εκκλησία που της έχουν αφιερώσει στην Κορτόνα. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Η Αγία Μαργαρίτα που εκτίθεται σε ένα κουβούκλιο αποξηραμένη σαν μεγάλη σταφίδα στην εκκλησία που της έχουν αφιερώσει στην Κορτόνα. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Το Μοντεπουλτσιάνο φημίζεται για το κρασί του (το κόκκινο Vino Nobile ή το «νεότερο» Rosso di Montepulciano) και κάθε απόγευμα στα μαγαζιά του χωριού γίνονται «τελετές οινογνωσίας» όπου μπορείς να δοκιμάσεις τα ντόπια κρασιά (OK, τα πιο φτηνά). Φωτο: M. Hulot / LiFO
Το Μοντεπουλτσιάνο φημίζεται για το κρασί του (το κόκκινο Vino Nobile ή το «νεότερο» Rosso di Montepulciano) και κάθε απόγευμα στα μαγαζιά του χωριού γίνονται «τελετές οινογνωσίας» όπου μπορείς να δοκιμάσεις τα ντόπια κρασιά (OK, τα πιο φτηνά). Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO