Οι εκπλήξεις στην περιοχή του Φοσντινόβο είναι απανωτές. Φεύγοντας, περάσαμε έξω από την «πιο εξωφρενική πιτσαρία της Ιταλίας».

 

Ο ιδιοκτήτης της, ένας ηλικιωμένος κύριος σε αναπηρικό καροτσάκι, στεκόταν στην άκρη του δρόμου, μπροστά από τα installation που φτιάχνει από κομμάτια παλιών ποδηλάτων και μηχανών και τα έχει σε μόνιμη έκθεση κατά μήκος του δρόμου. Αμέσως μετά, προσπεράσαμε ένα χωριό που το λένε... Le Vagina.

 

 Αν δεν υπήρχαν τόσο υπερβολικά μεγάλα πλήθη, τα χωριουδάκια θα ήταν πραγματικά μαγευτικά. Είναι χτισμένα στις πλαγιές των βουνών, από τα βράχια δίπλα στην θάλασσα μέχρι ψηλά τις κορυφές, με πανοραμική θέα που από τη μια μεριά είναι αμπέλια και περιβόλια σε πεζούλες και από την άλλη η θάλασσα (τις μέρες χωρίς καταχνιά βλέπεις μέχρι το αρχιπέλαγος της Τοσκάνης και την Κορσική) και μονοπάτια που περιτριγυρίζουν το βουνό και γίνονται στενά σοκάκια (τα caruggi) ανάμεσα στα πολύχρωμα σπίτια.

 

Το αυτοκίνητο έχει μόνο ραδιόφωνο και οι τοπικοί σταθμοί παίζουν 24 ώρες το 24ωρο νέα ιταλοντίσκο, εντελώς ’80s, που φαίνεται ότι κάνει εντυπωσιακό come back. Παίζουν και ιταλικό R&B/trap που είναι ίδιο ακριβώς με το αμερικάνικο. Ή το ελληνικό.

 

Το «una bomba nuclear» που επαναλαμβάνει ο  Luca Carboni στο ρεφρέν του «Una grande festa» είναι τόσο κολλητικό όσο το περσινό «γουά γουά γουά» (της Ριάνα), ενώ η μεγάλη μανία των παραγωγών-DJ είναι ένα τραγούδι των Thegiornalisti που το λένε «Felicità puttana».

 

 

 

Όσο και να μας φαινόταν μονότονη και βαρετή στην αρχή, ήταν μάλλον η πιο ταιριαστή μουσική για να συνοδέψει το ταξίδι για την Cinque Terre, μια παράκαμψη προς τα βόρεια, στην βραχώδη και άγρια ακτή της Ιταλικής Ριβιέρας. Δεν είναι στην Τοσκάνη, είναι στη Λιγουρία, στα δυτικά της πόλης της Λα Σπέζια και του Κόλπου των Ποιητών, που ως σκηνικό είναι ένας παραλιακός παράδεισος με πολύχρωμα ψαροχώρια σκαρφαλωμένα ψηλά στο βουνό, γραφικά και όμορφα. Όταν τα αντικρίζεις από μακριά είναι σαν όνειρο. Όταν πλησίασεις, όμως, γίνονται εφιάλτης.

 

Οι τουρίστες έρχονται τόσο μαζικά, που αναγκάζεσαι να παρκάρεις χιλιόμετρα μακριά από το χωριό, και μετά πρέπει να σκαρφαλώσεις σε ανηφορικούς δρόμους και βράχια, ανάμεσα σε χιλιάδες επισκέπτες της μίας ώρας.

 

Τόσο -κατά μέσο όρο- παραμένει ο κάθε τουρίστας σε κάθε ένα από τα πέντε χωριά της Cinque Terre. Και οι περισσότεροι φτάνουν εκεί με το τρένο από την Λα Σπέζια -που φορτώνει και ξεφορτώνει κόσμο ασταμάτητα. Αποβιβάζονται, ανεβαίνουν σε ένα ψηλό σημείο να βγάλουν σέλφι και μετά παίρνουν το επόμενο τρένο για να πάνε στο διπλανό χωριό και να κάνουν τα ίδια.

 

Οι Ασιάτες θα πρέπει να έχουν κάνει τάμα να φωτογραφίσουν κάθε πέτρα στο Ριοματζιόρε και στο Μαναρόλα (που νομίζω ότι είναι και τα πιο δημοφιλή από τα χωριά), ενώ στα επόμενα έχουν κουραστεί από τα ανέβα-κατέβα στα κατσάβραχα και είναι πιο συγκρατημένοι.

 

Αν δεν υπήρχαν τόσο υπερβολικά μεγάλα πλήθη, τα χωριουδάκια θα ήταν πραγματικά μαγευτικά. Είναι χτισμένα στις πλαγιές των βουνών, από τα βράχια δίπλα στην θάλασσα μέχρι ψηλά τις κορυφές, με πανοραμική θέα που από τη μια μεριά είναι αμπέλια και περιβόλια σε πεζούλες και από την άλλη η θάλασσα (τις μέρες χωρίς καταχνιά βλέπεις μέχρι το αρχιπέλαγος της Τοσκάνης και την Κορσική) και μονοπάτια που περιτριγυρίζουν το βουνό και γίνονται στενά σοκάκια (τα caruggi) ανάμεσα στα πολύχρωμα σπίτια.

 

Στο Μαναρόλα η Αμερικάνα ξεναγός οδηγούσε ντουγρού -με το χέρι σηκωμένο και μια ταμπέλα με το όνομα του ξενοδοχείου για δείκτη- μια ομάδα από συμπατριώτες της στο σημείο που βγάζεις τα πιο ωραία σέλφι. Φωτο: M.Hulot
Στο Μαναρόλα η Αμερικάνα ξεναγός οδηγούσε ντουγρού -με το χέρι σηκωμένο και μια ταμπέλα με το όνομα του ξενοδοχείου για δείκτη- μια ομάδα από συμπατριώτες της στο σημείο που βγάζεις τα πιο ωραία σέλφι. Φωτο: M.Hulot

 

Στο Μαναρόλα η Αμερικάνα ξεναγός οδηγούσε ντουγρού -με το χέρι σηκωμένο και μια ταμπέλα με το όνομα του ξενοδοχείου για δείκτη- μια ομάδα από συμπατριώτες της στο σημείο που βγάζεις τα πιο ωραία σέλφι. Καταμεσήμερο, με τους -κυρίως ηλικιωμένους- τουρίστες να αγχομαχούν υπό σκιάν στο στενό μονοπάτι.

 

Περνώντας από ένα περιβόλι με ζαρζαβατικά και δέντρα με φρούτα, όλοι κοντοστέκονται να χαζέψουν το ρυάκι που τρέχει με θόρυβο στο ρέμα, και ένα μικρό κορίτσι ρωτάει την ξεναγό «τι δέντρο είναι αυτό;», δείχνοντας ένα δέντρο γεμάτο με πράσινους λωτούς. «Ντοματιά» της λέει αυτή με σιγουριά και όλοι οι τουρίστες τρέχουν να φωτογραφίσουν το δέντρο με τις τεράστιες πράσινες «ντομάτες».

 

Η τόσο μεγάλη προσέλευση Αμερικανών στην περιοχή οφείλεται κατά πολύ στον Rick Stevens και το βιβλίο του για τα χωριά της Cinque Terre. Για τους συγκεκριμένους είναι ο τρίτος πιο δημοφιλής προορισμός στην Ιταλία και τα κάποτε απομονωμένα ψαροχώρια που είχαν πρόσβαση μόνο από την θάλασσα, έχουν γίνει σήμερα χειρότερα κι απ’ την Μύκονο.

 

Φεύγοντας ανακουφισμένοι που θα επιστρέψουμε στην ηρεμία της Τοσκάνης, βλέπω ζευγάρια καθισμένα στα πεζοδρόμια (γιατί σε κανένα μαγαζί δεν υπάρχει άδειο τραπέζι) να μοιράζονται χάρτινα χωνιά με τηγανητά καλαμαράκια και τεράστια κομμάτια πίτσας –γιατί καλή είναι η γραφική ομορφιά και ακόμα καλύτερη η ρομαντική ατμόσφαιρα και οι «ζευγαρωμένες» σέλφι, αλλά το σκαρφάλωμα σε κάνει να πεινάς σαν λύκος. 

 

Το Μοντεμαρσέλο είναι χτισμένο μέσα σε ένα δάσος από ελιές, πεύκα και μακία βλάστηση, ωραίο από μακριά (όπως και τα πιο πολλά χωριά που συναντάς στην Τοσκάνη και στην Ουμπρία), αλλά το μεσημέρι ήταν εντελώς έρημο. Φωτο: M.Hulot
Το Μοντεμαρσέλο είναι χτισμένο μέσα σε ένα δάσος από ελιές, πεύκα και μακία βλάστηση, ωραίο από μακριά (όπως και τα πιο πολλά χωριά που συναντάς στην Τοσκάνη και στην Ουμπρία), αλλά το μεσημέρι ήταν εντελώς έρημο. Φωτο: M.Hulot

 

Η επόμενη στάση είναι ένα χωριό που σε κανέναν οδηγό δεν το θεωρούν ως «απαραίτητη επίσκεψη», αλλά για τους ντόπιους είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Ιταλίας. Το Μοντεμαρσέλο είναι χτισμένο μέσα σε ένα δάσος από ελιές, πεύκα και μακία βλάστηση, ωραίο από μακριά (όπως και τα πιο πολλά χωριά που συναντάς στην Τοσκάνη και στην Ουμπρία), αλλά το μεσημέρι ήταν εντελώς έρημο.

 

Tο μόνο μέρος που υπήρχαν άνθρωποι ήταν ένα καφενείο πάνω στον κεντρικό δρόμο. Ο καφετζής, ένας υπερβολικά large τύπος, σαν παλαιστής του σούμο και αρκετά άγριος ως φυσιογνωμία, μεταμορφωνόταν σε ήρεμο γίγαντα όταν πλησίαζες, -«φόραγε» ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και γινόταν υπερβολικά ευγενικός.

 

Όταν άκουσε ότι είμαστε Έλληνες, μόνο που δεν μας φίλησε. Αρκετές φορές σε ολόκληρο το ταξίδι οι άνθρωποι ενθουσιάζονταν όταν άκουγαν ότι είμαστε greco, ειδικά η κοπέλα που μας έδωσε τα εισιτήρια στο Θέατρο Ροσίνι στο Πέζαρο, άρχισε να φωνάζει «Greco, Greco!» και μετά μας χαιρέτησε δια χειραψίας. Δεν ξέρω ούτε έναν Έλληνα που να κάνει τις ίδιες χαρές όταν βλέπει Ιταλό.

 

Ο καφετζής δεν καταλάβαινε ούτε λέξη από όσα του λέγαμε (στα αγγλικά), αλλά προσφέρθηκε να μας φτιάξει «κάτι σπέσιαλ» όταν ζητήσαμε καφέ, κάτι που σπάνια έπειθε τους Ιταλούς να πιουν, ένα κοκτέιλ με καφέ και μπέιλις που ήταν σαν κρύος Irish coffee. Τούρμπο. Ήπια το μισό γιατί παραήταν δυνατό για ντάλα μεσημέρι, αλλά όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε και είδε ότι δεν είχα αδειάσει το ποτήρι, σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Έβαλε το υπόλοιπο σε ένα γυάλινο μπουκαλάκι και μου το έδωσε για το δρόμο, γιατί δεν ήθελε κανένας πελάτης του να φύγει με παράπονο. 

 

Για την Πίζα είχαμε ακούσει τα χειρότερα. Ότι είναι βαρετή, ότι δεν έχει τίποτα να δεις πέρα από τον πύργο που γέρνει, ότι γίνεται χαμός από κόσμο και ότι είναι ανυπόφορα τουριστική και τέτοια που μας έκαναν να σκεφτόμαστε να την παρακάμψουμε και να πάμε κατευθείαν στη Λούκα.

 

Για την Πίζα είχαμε ακούσει τα χειρότερα. Ότι είναι βαρετή, ότι δεν έχει τίποτα να δεις πέρα από τον πύργο που γέρνει, ότι γίνεται χαμός από κόσμο και ότι είναι ανυπόφορα τουριστική και τέτοια που μας έκαναν να σκεφτόμαστε να την παρακάμψουμε και να πάμε κατευθείαν στη Λούκα. Φωτο: M.Hulot
Για την Πίζα είχαμε ακούσει τα χειρότερα. Ότι είναι βαρετή, ότι δεν έχει τίποτα να δεις πέρα από τον πύργο που γέρνει, ότι γίνεται χαμός από κόσμο και ότι είναι ανυπόφορα τουριστική και τέτοια που μας έκαναν να σκεφτόμαστε να την παρακάμψουμε και να πάμε κατευθείαν στη Λούκα. Φωτο: M.Hulot

 

Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι μας έγραψε η δημοτική αστυνομία επειδή το εισιτήριο του πάρκινγκ είχε λήξει πριν από δέκα λεπτά, δεν έχω τίποτα κακό να πω για την Πίζα. Απεναντίας. Η πλατεία που λέγεται «Πεδίο των Θαυμάτων» και έχει μαζεμένα όλα τα αξιοθέατα (τον Πύργο που γέρνει, τον Καθεδρικό ναό και το Βαπτιστήριο, την Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου και το νεκροταφείο), είναι το μόνο σημείο που γίνεται χαμός. Δεν χρειάζεσαι παραπάνω από ένα μισάωρο για τα δεις και να χαζέψεις και τους τουρίστες από όλο τον κόσμο που πασχίζουν να βγάλουν την κλασική φωτογραφία του Instagram: τη στιγμή που υποτίθεται ότι στηρίζουν τον πύργο ή τον κλωτσάνε (είδαμε ακόμα και να τον φιλάνε ή να τον γλύφουν).

 

Αν έχεις σκοπό να ανέβεις πάνω στον πύργο ή να επισκεφτείς όλα τα κτίρια, χρειάζεσαι υπομονή και μπόλικη τύχη, αλλά μόλις απομακρυνθείς από την πλατεία των Θαυμάτων έχεις ξεμπερδέψει και από την πολυκοσμία και από την ταλαιπωρία. Η υπόλοιπη πόλη είναι χαλαρή και άδεια.

 

Κι αυτό που αξίζει να δεις πέρα από τον Πύργο και τα γειτονικά θαύματα, είναι το τεράστιο mural (180 τετραγωνικών μέτρων) του Keith Harring που έφτιαξε λίγο πριν το τέλος της ζωής του, το 1979, στον δυτικό τοίχο της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου. Είναι στο κέντρο της Πίζας, έχει θέμα την ειρήνη και την αρμονία στον κόσμο, αποτελείται από 30 φιγούρες και έχει τίτλο «Tuttomondo». Είναι ένα από τα ελάχιστα mural του Harring που υπάρχουν σε μόνιμη δημόσια έκθεση και από τα πιο μεγάλα που ζωγράφισε. Για να το φτιάξει χρησιμοποίησε παλ χρώματα, για να ταιριάζουν με τα χρώματα των κτιρίων της Πίζα και του πήρε μια ολόκληρη εβδομάδα, πιο πολύ χρόνο από αποιοδήποτε άλλο mural που είχε φτιάξει.

 

Το ζωγράφισε απευθείας πάνω στον τοίχο σε μία μέρα, σχεδιάζοντας μόνος το περίγραμμα από όλες τις φιγούρες, αλλά στο βάψιμο τον βοήθησαν οι μαθητές και οι τεχνίτες του Caparol Center, οι οποίοι του έδωσαν και τα ακρυλικά χρώματα που αντέχουν στο χρόνο. Επειδή είναι πολύ στενός ο δρόμος για να φωτογραφίσεις ολόκληρο το έργο, όλες οι φωτογραφίες που υπάρχουν είναι πλάγιες, από την αριστερή ή την δεξιά γωνία του τοίχου.

 

Το mural του Keith Harring στην Πίζα. Φωτο: M.Hulot
Το mural του Keith Harring στην Πίζα. Φωτο: M.Hulot

 

Από την Πίζα για την Λούκα υπάρχει μόνο ένας κύριος δρόμος, ένα ορεινό πέρασμα, το Passo di San Giuliano, το οποίο χωρίζει τις επαρχίες μεταξύ τους. Το πέρασμα αυτό υπάρχει για τουλάχιστον έναν αιώνα, αλλά πριν από μερικά χρόνια οι κάτοικοι της Πίζας ζήτησαν από τις τοπικές αρχές να κλείσει. Όχι προσωρινά. Ούτε μέχρι να φτιαχτεί ένας άλλος δρόμος. Απλά να κλείσει. Για πάντα.

 

Ο επίσημος λόγος ήταν η δημόσια ασφάλεια, μία εβδομάδα πριν είχαν πέσει στο δρόμο μερικές πέτρες, αλλά οι κάτοικοι της Λούκα ήξεραν ότι οι «σνομπαρίες της Πίζας» είχαν για άλλη μια φορά όρεξη για καυγά. «E un alta di quelle Pisana» λένε μεταξύ τους. Οι φιλονικίες ανάμεσα στη Λούκα και την Πίζα (που φτάνουν μέχρι το θανάσιμο μίσος) ξεκίνησαν πριν από πολλούς αιώνες και συνεχίζονται ακόμα.

 

«Meglio un morto in casa che un Pisano a l’uscio» λέει μια παλιά παροιμία της Λούκα, «καλύτερα ένας νεκρός στο σπίτι, παρά ένας Πιζανέζος στην πόρτα». Μου θύμισε το «μίσος» που είχαν οι Μαρτιναίοι και οι Μαλεσιναίοι για πολλά χρόνια, χωρίς κανείς να ξέρει το λόγο. Απλά μισιούνταν. Όχι, όμως, και τόσο «θανάσιμα».

 

Επίσης κανείς δεν το τραγούδησε, κανείς δεν έγραψε ποιήματα γι’ αυτό και κανείς δεν το έβαλε σε βιβλία, ενώ για τους Πιζανέζους και τους Λουκέζους υπάρχουν ένα σωρό τραγούδια και ποιήματα. Υπάρχουν ακόμα και διασκεδαστικές ιστορίες για τις συγκρίσεις των πιάτων ή τον τρόπο που μαγειρεύονται τα ζυμαρικά σε κάθε πόλη. Οι μεταξύ τους επιθέσεις δεν έχουν σταματημό.

 

Οι κάτοικοι της Λούκα έχουν διαμάχη ακόμα και με τους κατοίκους του Βιαρέτζιο που ανήκαν πάντα στο ίδιο δουκάτο –υποτίθεται ότι οι διαμάχες ξεκίνησαν όταν τα γειτονικά δουκάτα μάχονταν για την εξουσία. Σήμερα που δεν υπάρχει κανένας λόγος, μισιούνται από συνήθεια.

 

Φωτο: M.Hulot
Φωτο: M.Hulot

 

Η Λούκα είναι από τις πιο όμορφες πόλεις της Τοσκάνης, αλλά σπάνια την βάζει κανείς στο πρόγραμμά του, πηγαίνοντας από την Φλορεντία μέχρι τη Σιένα. Αν δεν ήταν και η πόλη που γεννήθηκε ο Τζάκομο Πουτσίνι, μπορεί να μην υπήρχε καν για τους περισσότερους τουρίστες. Κακώς, γιατί όπως έγραφε και η Λορέν Αλεξάντερ σε ένα παλιό άρθρο της στο Gourmet, «μοιάζει ακριβώς όπως θα έπρεπε να μοιάζει η Ιταλία».

 

Με τη θάλασσα στα δυτικά και τα βουνά στα βόρεια, ήταν η αγαπημένη πόλη διακοπών του Ιούλιου Καίσαρα, ενώ την εποχή του Μεσαίωνα έγινε μία από τις πιο πλούσιες πόλεις της Ιταλίας –την εποχή που οι υπόλοιπες ασχολούνταν μόνο με την βία και τις εχθοπραξίες, η Λούκα επικεντρώθηκε στο εμπόριο με την Βόρεια Ευρώπη, χρησιμοποιώντας τον πλούτο της με σοφό τρόπο: για δύο χιλιάδες χρυσά νομίσματα αγόρασε 90 χρόνια ειρήνης από τους αξιωματούχους του πάπα, και τα κέρδη από τις δραστηριότητες των τραπεζών και τις πωλήσεις μεταξιού και μαλλιού χρησιμοποιήθηκαν για έργα στην πόλη.

 

Έτσι φτιάχτηκε το μεγάλο αμυντικό τείχος που την περιτριγυρίζει, πληρώθηκαν γλύπτες για να γεμίσουν την πόλη με αγάλματα και φτιάχτηκαν οι οι θαυμάσιες εκκλησίες της –σχεδόν εκατό, γι’ αυτό την λένε και «την πόλη με τις 100 εκκλησίες». Στη Λούκα υπάρχει και το σπίτι του Πουτσίνι, αυτό που έζησε ως παιδί, που σήμερα είναι μουσείο, αλλά η επίσκεψή του δεν λέει πολλά. Αυτό που αξίζει είναι η βίλα που έφτιαξε έξω απ’ την πόλη, δίπλα στη λίμνη Massaciuccoli, στο Torre del Lago, με τα λεφτά που έβγαλε από την πρώτη μαζική επιτυχία του, την όπερα Manon Lescaut, το 1893.

 

Ο λόγος που την έφτιαξε δίπλα στη λίμνη ήταν για να μπορεί να ικανοποιήσει ένα από τα μεγάλα του πάθη: το κυνήγι της αγριόπαπιας. Κι επειδή είχε κολλητό φίλο τον Galileo Chini, τον κορυφαίο Ιταλό εκπρόσωπο του αρτ νουβό (και μέγα γόη της εποχής), η βίλα έχει εξαιρετικά αρτ νουβό στοιχεία, όπως το μωσαϊκό στο πάτωμα και τα πλακάκια στο τζάκι του καθιστικού, ενώ οι πόρτες και τα παράθυρα έχουν χρωματιστό γυαλί και όταν οι ακτίνες του ήλιου περνούν ανάμεσά τους το δωμάτιο, κυριολεκτικά, λάμπει ολόκληρο.

 

Η Λούκα είναι από τις πιο όμορφες πόλεις της Τοσκάνης, αλλά σπάνια την βάζει κανείς στο πρόγραμμά του, πηγαίνοντας από την Φλορεντία μέχρι τη Σιένα. Φωτο: M.Hulot
Η Λούκα είναι από τις πιο όμορφες πόλεις της Τοσκάνης, αλλά σπάνια την βάζει κανείς στο πρόγραμμά του, πηγαίνοντας από την Φλορεντία μέχρι τη Σιένα. Φωτο: M.Hulot

 

Το πιο μεγάλο αξιοθέατο του σπιτιού είναι το απλό όρθιο πιάνο που έγραψε τη μουσική για τις 9 από τις 12 όπερές του, ανάμεσά τους και οι La Boheme, Tosca, Madama Butterfly και Turandot. Ο Chini εκτός από το σπίτι είχε σχεδιάσει και τα εξωτικά σκηνικά στην παγκόσμια πρεμιέρα της Turandot στην Όπερα του Μιλάνο το 1926.

 

Και δύο «κουτσομπολιά»: Όλες τις όπερες ο Πουτσίνι τις συνέθεσε νύχτα, γιατί την ημέρα κυνηγούσε πάπιες, ή φλέρταρε ασύστολα στη Λούκα και το Βιαρέτζιο. Γιατί ήταν μέγας γυναικάς. Μετά από δέκα χρόνων σχέση (και συγκατοίκηση) με την Ελβίρα, την μητέρα του μόνου παιδιού που απέκτησε στη ζωή του, κι ενώ ήταν ακόμα παντρεμένη με έναν παλιό συμμαθητή του (ο οποίος κάλεσε τον Πουτσίνι να της κάνει μαθήματα πιάνου και αυτός του έκλεψε τη γυναίκα), ήταν έτοιμος να το σκάσει με μια τραγουδίστρια, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σοφέρ του στούκαρε σε ένα δέντρο και ο συνθέτης βρέθηκε κάτω απ’ το αυτοκίνητο με σπασμένο πόδι. Για τις εφημερίδες της εποχής το ατύχημα ήταν μέγα σκάνδαλο.

 

Η ειρωνεία είναι ότι την ίδια μέρα με το ατύχημα ο πρώην της Ελβίρας πέθανε και έμεινε χήρα, έτσι ήταν ελεύθερη να γίνει και νόμιμα σύζυγος Πουτσίνι. Και έγινε. Οι σχέσεις του Τζάκομο, πάντως, με τις υπηρέτριες του σπιτιού και τις νεαρές κοπέλες που γνώριζε στα ταξίδια του, δημιουργούσαν συχνά προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού. Μάλιστα, μία νεαρή καμαριέρα αυτοκτόνησε για χάρη του –αργότερα αποδείχτηκε ότι την φαρμάκωσε η Ελβίρα από τη ζήλεια, η οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αλλά πλήρωσαν και δεν μπήκε στην φυλακή. Το τραγικό είναι ότι η νεκροψία είχε δείξει ότι η άτυχη κοπέλα ήταν παρθένα.

 

 Στη Λούκα υπάρχει και το σπίτι του Πουτσίνι, αυτό που έζησε ως παιδί, που σήμερα είναι μουσείο, αλλά η επίσκεψή του δεν λέει πολλά. Φωτο: M.Hulot
Στη Λούκα υπάρχει και το σπίτι του Πουτσίνι, αυτό που έζησε ως παιδί, που σήμερα είναι μουσείο, αλλά η επίσκεψή του δεν λέει πολλά. Φωτο: M.Hulot

 

Το πιο μεγάλο πάθος του Πουτσίνι, πάντως, αυτό που τον σκότωσε, ήταν το κάπνισμα. Κάπνιζε 60 με 70 τσιγάρα την ημέρα, μέχρι που πέθανε στα 66 του από καρκίνο του φάρυγγα. Τα τελευταία λόγια του στην Ελβίρα ήταν «Elvira, povera donna, finita» («Ελβίρα, φτωχιά μου γυναίκα, τέλειωσε»).

 

Εκτός από ενδιαφέρουσες ιστορίες και όμορφα κτίρια, η Λούκα έχει και πολύ καλό φαγητό: μανιτάρια, farro (τον κόκκο της ζέας που τον τρώνε μαγειρεμένο σε πλιγούρι ή σε μορφή σιμιγδαλιού, σε σούπα μαζί με φασόλια), πολέντα και κουνέλι, μπακαλιάρο, ένα σωρό λαχανικά εποχής, crostini και πολλά ζυμαρικά.

 

Το πιο ωραίο πιάτο που δοκιμάσαμε, πάντως, σε μια οικογενειακή τρατορία στην βόρεια πλευρά του τείχους, ήταν μάγουλα μοσχαριού, μαγειρεμένα μαζί με τη γλώσσα (ίσως και άλλα κομμάτια της μοσχαροκεφαλής), σε κόκκινη σάλτσα. Το σέρβιραν με τηγανητή πολέντα και το ανάλατο ψωμί της Τοσκάνης, φρυγανισμένο και ραντισμένο με ελαιόλαδο. Τα crostini (ελαφρά φρυγανισμένο ψωμί με διάφορα αλείμματα, από τυρί και λαχανικά, μέχρι πατέ από συκωτάκια κοτόπουλου) είναι ένα κλασικό ορεκτικό σε όλη την Τοσκάνη. 

 

Η σπεσιαλιτέ της Λούκα είναι ένα γλυκό, ένα είδος γλυκού ψωμιού με σταφίδες και γλυκάνισο που θυμίζει το πανατόνε, σε σχήμα κουλούρας ή φρατζόλας, που το λένε buccelatto. Φωτο: M.Hulot
Η σπεσιαλιτέ της Λούκα είναι ένα γλυκό, ένα είδος γλυκού ψωμιού με σταφίδες και γλυκάνισο που θυμίζει το πανατόνε, σε σχήμα κουλούρας ή φρατζόλας, που το λένε buccelatto. Φωτο: M.Hulot

 

Ωστόσο, η σπεσιαλιτέ της Λούκα είναι ένα γλυκό, ένα είδος γλυκού ψωμιού με σταφίδες και γλυκάνισο που θυμίζει το πανατόνε, σε σχήμα κουλούρας ή φρατζόλας, που το λένε buccelatto. Το buccelatto είναι ένα γλυκό ψωμί που έχει τις ρίζες του στην ρωμαϊκή εποχή και στο ψωμί που έτρωγαν οι στρατιώτες (το buccellatum), το οποίο στον Μεσαίωνα έγινε το γλυκό ψωμί που είναι σήμερα. Κι έχει κι αυτό ολόκληρη ιστορία: η πρώτη γραπτή αναφορά στο buccelatto υπάρχει σε ένα δικαστικό έγγραφο του 1485, όπου περιγράφεται η περίπτωση μιας γυναίκας που δολοφόνησε τον άντρα της με δηλητηριασμένο buccelatto. Και τον 16ο αιώνα ήταν τόσο δημοφιλές, που το 1578 επιβλήθηκε φόρος buccelatto, με τα έσοδα από τον οποίο ξαναχτίστηκαν τα αναχώματα στις όχθες του ποταμού Σέρτσιο.

 

Η Τοσκάνη έχει πολλά γλυκά ψωμιά (το pan co’ santi της Σιένα, το pan di ramento της Φλωρεντίας ή το bollo, το εβραϊκό κέικ του Livorno) αλλά κανένα δεν το περιβάλλει τόση μυθολογία. Οι κάτοικοι της Λούκας λένε ότι «δεν μπορείς να πεις ότι έχεις πάει στη Λούκα αν δεν έχεις δοκιμάσει τουλάχιστον μια φέτα buccelatto». Όχι όμως οποιοδήποτε buccelatto.

 

Αυτό που είναι περίφημο είναι του ζαχαροπλαστείου Taddeucci, ένα μαγαζί που μοιάζει με παλιό φαρμακείο -και ήταν το μόνο ζαχαροπλαστείο που μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση από ολόκληρο το ταξίδι. Σε αυτό το μαγαζί, ο φούρναρης Jacopo Taddeucci άρχισε να φτιάχνει εξαιρετικά buccelatto που είναι ίδια ακριβώς ακόμα και σήμερα, με μια μυστική συνταγή που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά (οι Taddeucci είναι για 15 γενιές ζαχαροπλάστες). Παλιά το έφταχναν όταν το κάθε παιδί της οικογένειας έπαιρνε το «χρίσμα», σήμερα είναι ένα από τα απαραίτητα γλυκά στο καθημερινό τραπέζι. Κυρίως στο πρωινό. Και αγοράζεται φρέσκο κάθε μέρα.

 

Στο Taddeucci αγοράσαμε κι ένα «συμπαγές» κέικ με κουκουνάρια, αποξηραμένα φρούτα και μπαχαρικά που ισχυρίζονται ότι ήταν το αγαπημένο του Πουτσίνι, το pan Puccini, που ήταν το πιο ωραίο από όλα τα συμπαγή κέικ που φάγαμε στην Τοσκάνη. Ο Πουτσίνι είχε επίσης λατρεία για το buccelatto και ήταν πιστός πελάτης του Taddeucci.

 

Στο Taddeucci αγοράσαμε κι ένα «συμπαγές» κέικ με κουκουνάρια, αποξηραμένα φρούτα και μπαχαρικά που ισχυρίζονται ότι ήταν το αγαπημένο του Πουτσίνι, το pan Puccini, που ήταν το πιο ωραίο από όλα τα συμπαγή κέικ που φάγαμε στην Τοσκάνη. Φωτο: M.Hulot
Στο Taddeucci αγοράσαμε κι ένα «συμπαγές» κέικ με κουκουνάρια, αποξηραμένα φρούτα και μπαχαρικά που ισχυρίζονται ότι ήταν το αγαπημένο του Πουτσίνι, το pan Puccini, που ήταν το πιο ωραίο από όλα τα συμπαγή κέικ που φάγαμε στην Τοσκάνη. Φωτο: M.Hulot

 

Ζαχαρωμένα τριαντάφυλλα και βιολέτες (200 ευρώ το κιλό). Φωτο: M.Hulot
Ζαχαρωμένα τριαντάφυλλα και βιολέτες (200 ευρώ το κιλό). Φωτο: M.Hulot

 

H πιτσαρία έξω απ' το Φοσντινόβο. Φωτο: M.Hulot
H πιτσαρία έξω απ' το Φοσντινόβο. Φωτο: M.Hulot

 

Φωτο: M.Hulot
Φωτο: M.Hulot

 

Φωτο: M.Hulot
Φωτο: M.Hulot

 

Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι μας έγραψε η δημοτική αστυνομία επειδή το εισιτήριο του πάρκινγκ είχε λήξει πριν από δέκα λεπτά, δεν έχω τίποτα κακό να πω για την Πίζα. Απεναντίας. Φωτο: M.Hulot
Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι μας έγραψε η δημοτική αστυνομία επειδή το εισιτήριο του πάρκινγκ είχε λήξει πριν από δέκα λεπτά, δεν έχω τίποτα κακό να πω για την Πίζα. Απεναντίας. Φωτο: M.Hulot