Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
Αλέξης Μινωτής (Μακμπέθ) και οι τρεις μάγισσες, 1967.
Θέατρο

O «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ και οι Μάκβεθ των Ελλήνων: μια αναδρομή

Αναδρομή στην ιστορία του περίφημου «καταραμένου» έργου του Σαίξπηρ, με αφορμή τη νέα συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη.

Μια μεγάλη και ατελείωτη αγωνία. Ένας φόβος που νομοτελειακά καταλήγει εφιάλτης. Ένας βασιλιάς ιδανικό υποχείριο της γυναίκας του. Ένας μανιασμένος και θιγμένος άνδρας που σκορπάει τον θάνατο. Μια βασίλισσα που τον σπρώχνει στο αίμα μέσω ανήθικων εξαναγκασμών. Πανούργες μάγισσες που οσμίζονται αίμα και κατευθύνουν τους δαίμονες των θνητών. Αποφάσεις που συνθλίβονται από τη συνειδητοποίηση «καλύτερα να μην ήξερα ποιος είμαι, παρά να ξέρω τι έχω κάνει». Και πίσω απ' όλα ο πόθος για την εξουσία που φωνάζει «Το αίμα θέλει αίμα», αλλά τελικά κομματιάζεται από την αμφιβολία.

 

Η αριστουργηματική πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το έργο που ξεκινάει και ολοκληρώνεται με μια σφαγή, ο «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ κάνει πρεμιέρα στις 7 Φεβρουαρίου στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, με τον ίδιο στον ομώνυμο ρόλο και τη Μαρία Κίτσου στο πλευρό του ως λαίδη Μακμπέθ.

 

• Το περίφημο «καταραμένο» έργο του Σαίξπηρ, ένα «παραμύθι» για τη βία, για την ηδονή, για την εξουσία, για την τρέλα και κυρίως για τη μήτρα που τα γεννά όλα αυτά είναι μια μεγάλη συμπαραγωγή του Εθνικού με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Γραμμένο σε μια περίοδο πολιτικής και ηθικής κρίσης, αποτυπώνει τη μεγάλη τραγωδία του ανθρώπου που δυσκολεύεται να διακρίνει το καλό από το κακό, την επιθυμία από τον φόβο, το φως από το σκοτάδι. Το κυνήγι της εξουσίας, η ανασφάλεια και ο φόβος μήπως αυτή χαθεί οδηγούν στα μεγαλύτερα εγκλήματα.

 

Για τη συγγραφή του «Μακμπέθ» ο Σαίξπηρ αντλεί έμπνευση από πραγματικά πρόσωπα, τον στρατηγό Μακμπέθ του βασιλιά Ντάνκαν Α' της Σκωτίας των αρχών του 10ου αιώνα, χωρίς, ωστόσο, να μένει δέσμιος της ιστορικής αλήθειας.

 

• «Ο κόσμος του "Μακμπέθ" είναι κόκκινος. Ένας κόσμος πολέμου, αιματοβαμμένος, πνιγμένος κυριολεκτικά στο αίμα. Το αίμα που ρέει στο πεδίο των μαχών αποτελεί απόδειξη της ανδρείας και του μεγαλείου του. Σχεδόν βαφτίζεται στο αίμα και καθαγιάζεται. Όμως το αίμα που χύθηκε με δόλο με την προτροπή μιας γυναίκας δεν μπορεί να ξεπλυθεί ούτε από τα χέρια ούτε από τον νου.

 

Είναι η απόδειξη της έκπτωσης του Μακμπέθ από τη σφαίρα του μεγαλείου στον ποταπό και ερεβώδη κόσμο όπου κυριαρχούν το σκοτάδι και η ανανδρία. Διόλου τυχαίο ότι οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται τη νύχτα και ο ύπνος, με τον φόνο του βασιλιά, εξορίζεται» αναφέρει στο κείμενο «Ποιος είναι ο Μακμπέθ» που δημοσιεύεται στο πρόγραμμα της παράστασης η θεατρολόγος και υπεύθυνη δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου, Ειρήνη Μ. Μουντράκη.

 

Δημήτρης Λιγνάδης (Μακμπέθ), Μαρία Κίτσου (λαίδη Μακμπέθ).
Δημήτρης Λιγνάδης (Μακμπέθ), Μαρία Κίτσου (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Ο «Μακμπέθ» είναι από τα μικρότερα έργα που έγραψε ο Σαίξπηρ και πιστεύεται ότι γράφτηκε μεταξύ του 1603 και του 1606. Στην πραγματικότητα, μόνο η «Κωμωδία με πλάνες» είναι συντομότερη. Το πιθανότερο είναι πως το ίδιο το έργο επέβαλε αυτήν τη διάρκεια, καθώς η ένταση της μοιραίας δράσης απαιτεί γρηγόρη διαδοχή των επεισοδίων. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η απουσία ύβρεων και αισχρολογιών, συνέπεια ενός νόμου για τον περιορισμό των προσβολών εκ μέρους των ηθοποιών που ψηφίστηκε στο Κοινοβούλιο το Μάρτιο του 1603 και απαγόρευε τις εκφράσεις ασέβειας ή βλασφημίας στο δημόσιο θέατρο.

 

• Για τη συγγραφή του «Μακμπέθ» ο Σαίξπηρ αντλεί έμπνευση από πραγματικά πρόσωπα, τον στρατηγό Μακμπέθ του βασιλιά Ντάνκαν Α' της Σκωτίας των αρχών του 10ου αιώνα, χωρίς, ωστόσο, να μένει δέσμιος της ιστορικής αλήθειας. Στην πραγματικότητα, η συγγραφή του έργου μοιάζει να είναι η απάντηση του συγγραφέα στην ταραγμένη επικαιρότητα της εποχής του.

 

«Ο "Μακμπέθ" σχεδιάστηκε για να ψυχαγωγήσει τους πάντες. Για το κοινό των αρχών του 17ου αιώνα τι θα μπορούσε να είναι πιο ελκυστικό από τον συνδυασμό του βασιλικού προσώπου με το μυστήριο; Πρόκειται για ένα έργο που απαιτούσε μια σχεδόν κέλτικη αίσθηση της μοίρας και του υπερφυσικού. Γι' αυτό ηθοποιοί αρνούνται να το κατονομάσουν ως "Μακμπέθ", αλλά μέχρι σήμερα εξακολουθούν να κάνουν λόγο για το "σκωτσέζικο έργο"» αναφέρει ο Πίτερ Ακρόιντ στη βιογραφία του Σαίξπηρ.

 

• Ας δούμε την υπόθεση: Ο Μακμπέθ είναι στρατηγός του Σκώτου βασιλιά Ντάνκαν. Επιστρέφει από το μέτωπο νικητής και διψασμένος για εξουσία. Υποκινείται από τη σύζυγό του, το πεπρωμένο του αλλά και τρεις μάγισσες που τον διαβεβαιώνουν ότι είναι γραφτό του να γίνει βασιλιάς. Ωστόσο, για να το καταφέρει θα πρέπει να δολοφονήσει το νόμιμο ηγεμόνα. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία του «κουμπώνει» με την υποταγή στην προφητεία των μαγισσών και το φονικό ψηφιδωτό αρχίζει να φτιάχνεται, καθώς δολοφονούνται ένας ένας οι μάρτυρες των εγκλημάτων του και εν συνεχεία όποιος τον υποψιάζεται για έγκλημα.


«Τολμάω όλα όσα αρμόζει να κάνει ο άντρας, γιατί εκείνος που τολμάει πιο πολλά δεν είναι άντρας» παραδέχεται καθώς οδηγείται σε αλλεπάλληλα, αποτρόπαια εγκλήματα. Ο ένας φόνος οδηγεί στον επόμενο, αλλά στο τέλος η πτώση θα είναι σφοδρή.

 

Αλέξης Μινωτής (Μακμπέθ), Κατίνα Παξινού (λαίδη Μακμπέθ).
Αλέξης Μινωτής (Μακμπέθ), Κατίνα Παξινού (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Ο Πίτερ Ακρόιντ επιμένει επίσης πως ως παιδί ο Σαίξπηρ άκουγε για μάγισσες που προκαλούσαν θύελλες και για νεράιδες της Ουαλίας που κρύβονταν στα χελιδονόχορτα. Σε όλη του τη ζωή ο συγγραφέας είχε μια πολύ αγγλική αίσθηση του υπερφυσικού και του θαυμαστού, προτίμηση που συμβαδίζει απόλυτα με μιαν αγάπη για τη φρίκη και τον εντυπωσιασμό σε όλες του τις μορφές. Έτσι, στον «Μακμπέθ» εισάγει φαντάσματα και μάγισσες σε έργο ιστορικού περιεχομένου, κάνει αισθητή την παρουσία φαντασμάτων και περιγράφει τις αιματοχυσίες.

 

• Η πρώτη παρουσίαση του «Μακμπέθ» στο Εθνικό Θέατρο ήταν το 1967 σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με τον ίδιο στον ομώνυμο ρόλο και την Κατίνα Παξινού σε εκείνον της λαίδης Μακμπέθ. «Περισσότερο ίσως από κάθε άλλη τραγωδία του Σαίξπηρ, ο "Μακμπέθ" αναδεύει μέσα σε μια θολή ατμόσφαιρα ακράτητου πάθους (για την εξουσία) και ασφυκτικής σύνθλιψης του ανθρώπου από το πάθος αυτό. Και τα δύο μαζί φέρνουν με άγριο καλπασμό στην κόλαση όπου βυθίζονται όχι μόνο τα ματωμένα, τυραννούμενα θύματα, αλλά προπάντων οι ίδιοι οι ανελέητοι θύτες, ο Μακμπέθ και η γυναίκα του, που τελικά καταντούν τα πιο άθλια θύματα του εαυτού τους. Αυτός ο "οίστρος ακολασίας" δεν δόθηκε στην προχθεσινή παράσταση» έγραφε στο «Βήμα» της εποχής ο Μάριος Πλωρίτης σε μια κριτική με τίτλο «Πάθος και κόλαση».


Αντιθέτως, ο Βάσος Βαρίκας σημείωνε στα «Νέα»: «Ο Μινωτής, ενσαρκώνοντας τον κεντρικό ήρωα, έδωσε στην ερμηνεία του την αυθεντικότητα της παρουσίας ενός καλλιτέχνη για τον οποίο η τεχνική δεν έχει μυστικά, αλλά γίνεται στα χέρια του εύπλαστο όργανο έκφρασης ή υποβολής και των πλέον αδιόρατων μεταπτώσεων».

 

Δημήτρης Παπαμιχαήλ (Μακμπέθ), Ελένη Χατζηαργύρη (λαίδη Μακμπέθ).
Δημήτρης Παπαμιχαήλ (Μακμπέθ), Ελένη Χατζηαργύρη (λαίδη Μακμπέθ).

 

• Η δεύτερη παρουσίαση ήταν το 1981, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στον ομώνυμο ρόλο και την Ελένη Χατζηαργύρη στο ρόλο της λαίδης Μακμπέθ. «Αγαπώ το έργο, μα και το φοβούμαι. Το αγαπώ, γιατί ήταν η πρώτη σαιξπηρική τραγωδία που διάβασα στη γλώσσα της. Το φοβούμαι γιατί είναι το πιο δύσκολο ίσως από όλα τ' άλλα του Βάρδου, μα και γιατί κουβαλάει το στίγμα μιας πρόληψης: πως ποτέ δεν πέτυχε.

 

Σε κάποια παλιότερη δεκαετία είχα γράψει πως έβλεπα το ζεύγος Μακμπέθ σαν το ζεύγος Περόν της Αργεντινής. Αυτή η αναφορά στη σύγχρονη τότε επικαιρότητα δεν σημαίνει βέβαια πως προφήτευα την Εβίτα, ούτε πως θα αντιμετώπιζα το σαιξπηρικό έργο σαν μουσικοχορευτικό υπερθέαμα. Κι όμως, όσο παράξενο και αν μας φαίνεται, σαν τέτοιο το είδε αρκετά συχνά η θεατρική του ιστορία» έγραφε τότε στο πρόγραμμα της παράσταση ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός.


Στο ίδιο κείμενο, επιχειρώντας μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο «τέρατα» πρωταγωνιστές, αναφέρει: «Της λαίδης η φαντασία δεν είναι μονάχα να εξουσιάζει. Είναι να έχει στο πλευρό της έναν γίγαντα. Η φαντασία αυτή όχι μόνο θρέφει έρωτα και θαυμασμό, μα και στεργιώνει ένα πείσμα και μια ατσαλένια δύναμη που εξαγιάζουν ακόμα και το έγκλημα. Μονάχα όταν αντιληφθεί πως "το παλτό του γίγαντα το φοράει ένας νάνος", για να θυμηθούμε μια φράση του έργου, θαυμασμός, έρωτας και οράματα μεγαλείου μαραζώνουν και πεθαίνουν, μη έχοντας πια κανένα στόχο».

 

• Βασισμένη στον «Μακμπέθ», όμως, είναι και μια αριστουργηματική ταινία με την υπογραφή ενός μετρ της εικαστικής τελειότητας: «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα (1957). Η υποβλητική δύναμη του έργου μεταφέρεται στον ιαπωνικό μεσαίωνα, ο αιμοσταγής ήρωας (στρατηγός Τακετόρι Ουασίντζου) υιοθετεί τις δραματουργικές προσταγές του θεάτρου Νο, ο ιαπωνικός πολιτισμός και τα μεταφυσικά στοιχεία αναμετριούνται με το παρελθόν της Σκωτίας και ο μέγας σκηνοθέτης καταθέτει μια αξεπέραστη ταινία.


Κατά τα άλλα, με την κατάρα του «Μακμπέθ» συνομίλησαν στις δικές τους κινηματογραφικές μεταφορές ο Όρσον Γουέλς (γύρισε την ταινία το 1948 σε 23 ημέρες και με προϋπολογισμό μόλις 700.000 δολάρια), ο Ρομάν Πολάνσκι (το 1971, ήταν μάλιστα η πρώτη του ταινία μετά τη βίαιη δολοφονία της συζύγου του Σάρον Τέιτ) και πιο πρόσφατα ο Τζάστιν Κουρζέλ, που έδωσε στους Μάικλ Φασμπέντερ και Μαριόν Κοτιγιάρ τους ρόλους του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

 

Βασισμένη στον «Μακμπέθ», όμως, είναι και μια αριστουργηματική ταινία με την υπογραφή ενός μετρ της εικαστικής τελειότητας: «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα (1957).
Βασισμένη στον «Μακμπέθ», όμως, είναι και μια αριστουργηματική ταινία με την υπογραφή ενός μετρ της εικαστικής τελειότητας: «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα (1957).

 

• Ποτισμένες από τα φίλτρα και τις προσταγές των μαγισσών, οι σελίδες του «Μακμπέθ» κουβαλούν τους δικούς τους μύθους. Για παράδειγμα, θεωρείται τόσο καταραμένο το κείμενο, που οι συντελεστές της εκάστοτε παράστασης αποφεύγουν να προφέρουν τον τίτλο του σαιξπηρικού έπους μέσα στο θέατρο.


Η διαδεδομένη αυτή πρόληψη, η οποία ασφαλώς δεν αποθάρρυνε τους κορυφαίους της υποκριτικής να αναμετρηθούν μαζί του (δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς πως οι τρεις κορυφαίες ερμηνείες στις αγγλικές σκηνές είναι αυτές των Λόρενς Ολίβιε το 1955, Ίαν ΜακΚέλεν το 1976 και Άντονι Σερ το 1999), οφείλεται στην πεποίθηση ότι ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε στο κείμενό του πραγματικά ξόρκια. Επίσης, καθώς στα μάγια πάντα αναζητάμε το αντίδοτο, αν κάποιος ξεχαστεί και πει «Μακμπέθ» στο θέατρο, η «γιατρειά» έρχεται από την απαγγελία ενός στίχου από τον «Άμλετ» ή έστω από τον «Έμπορο της Βενετίας».

 

• Έχουμε, όμως, και οπερατική εκδοχή του σαιξπηρικού έργου, ένα ακόμα έπος που μας κληροδότησε ο Τζουζέπε Βέρντι. Το έργο, στην πρώτη του εκδοχή, γιατί αργότερα ακολούθησαν διάφορες παρεμβάσεις από τον συνθέτη, έκανε τελικά πρεμιέρα στο Τεάτρο ντέλλα Πέργκολα της Φλωρεντίας, στις 14 Μαρτίου 1847, και η πρεμιέρα υπήρξε ένας πραγματικός θρίαμβος.

 

Το κοινό υποχρέωσε τους τραγουδιστές να επαναλάβουν τρία μουσικά μέρη και ο Βέρντι κλήθηκε στη σκηνή 25, κατ' άλλους 38 ή και 52 φορές. Οι λιγοστές επιφυλάξεις δεν αφορούσαν τη μουσική αλλά το θέμα, καθώς οι Ιταλοί θεωρούσαν πως η δουλειά ενός συμπατριώτη τους μουσουργού δεν ήταν να αναζητά ξένα, φανταστικά θέματα, αλλά να παντρεύει την ιδιοφυΐα του με τις παραδόσεις του λαού του.

 

Ο κόσμος του «Μακμπέθ» είναι κόκκινος. Ένας κόσμος πολέμου, αιματοβαμμένος, πνιγμένος κυριολεκτικά στο αίμα.
Ο κόσμος του «Μακμπέθ» είναι κόκκινος. Ένας κόσμος πολέμου, αιματοβαμμένος, πνιγμένος κυριολεκτικά στο αίμα.


Παρ' όλα αυτά, η προετοιμασία του υπήρξε μια πραγματική κόλαση για τους συνεργάτες του Βέρντι. Στα απομνημονεύματά της, η Μαριάννα Μπαρμπιέρι Νινί, πρώτη λαίδη Μακμπέθ, θυμάται πως ο μέγας συνθέτης υποχρέωσε αυτήν και τον Βαρέζι, που είχε επιφορτιστεί με τον ομώνυμο ρόλο, να επαναλάβουν το ντουέτο της πρώτης πράξης 150 φορές. Αντίστοιχα, οι υποδείξεις του συνθέτη για τον ρόλο του Μακμπέθ ήταν να τραγουδά sotto voce, δηλαδή χαμηλόφωνα: «Δεν θα πάψω να σου υπενθυμίζω να μελετάς το κείμενο και τη σκηνική ερμηνεία. Η μουσική θα έρθει από μόνη της» του έλεγε.

 

«Έχω σχεδόν ξεχάσει τι γεύση έχει ο φόβος. Παλιότερα οι αισθήσεις μου παγώναν όταν άκουγα κραυγή τη νύχτα και μια ιστορία τρομακτική έκανε τα μαλλιά μου να ορθώνονται λες κι ήταν ζωντανά. Τη χόρτασα τη φρίκη: ο τρόμος είναι πια οικείος στις φονικές μου σκέψεις, που δεν μπορεί να με ταράξει».

 

 

 

Μακμπέθ, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

7 Φεβρουαρίου έως 8 Μαρτίου στο Εθνικό Θέατρο - Κεντρική Σκηνή (Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, Ομόνοια, 210 5288170)

12 Μαρτίου έως 12 Απριλίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, 210 4143310)

Τετάρτη: 19:00, Πέμπτη-Παρασκευή: 20:30, Σάββατο: 17:30 & 20:30

 

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Νάθενα

Μουσική και σχεδιασμός ήχου: Μίνως Μάτσας

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Κίνηση: Θανάσης Ακοκκαλίδης

Συνεργάτις Σκηνοθέτης: Αναστασία Διαμαντοπούλου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Στέλλα Ψαρουδάκη

Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Δάφνη Φωτεινάτου

Βοηθός συνθέτη: Δήμητρα Αγραφιώτη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Βασίλης Καραμπούλας, Μαρία Κίτσου, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Αναστάσης Λαουλάκoς, Δημήτρης Λιγνάδης, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιώργος Μπένος, Γιώργος Μπινιάρης, Ράνια Οικονομίδου, Τζέο Πακίτσας, Ορέστης Τζιόβας, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μακμπέθ
Θέατρο&Χορός

Μακμπέθ

Τον ρόλο του Μακμπέθ κρατάει ο Δημήτρης Λιγνάδης, ενώ η Μαρία Κίτσου θα υποδυθεί τη σατανική λαίδη Μάκμπεθ.
Όλα τα βλέμματα στραμμένα σε 11 νέες παραστάσεις που ετοιμάζονται
Αξιόλογα δείγματα κλασικού και σύγχρονου θεάτρου κάνουν πρεμιέρα στα αθηναϊκά θέατρα το προσεχές διάστημα.
Πανταζάρας και Τρίγγου θα υποδυθούν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα
Το «This is Not Romeo & Juliet» σε σύλληψη και σκηνοθεσία Αργύρη Πανταζάρα θα ανέβει για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Δωδέκατη Νύχτα
Θέατρο&Χορός

Δωδέκατη Νύχτα

Η Αθηναϊκή Σκηνή παρουσιάζει την κωμωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Δωδέκατη Νύχτα» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Καλαμπόκη.
Σε δημοπρασία ένα από τα σπανιότερα βιβλία του Σαίξπηρ - Το πολύτιμο First Folio
Το First Folio του Σαίξπηρ θα βγει στο σφυρί στη Νέα Υόρκη
Η μεγαλύτερη θεατρική απώλεια της δεκαετίας ήταν αυτή του Λευτέρη Βογιατζή
Σαν σήμερα πεθαίνει το 2013 ένας μεγάλος καλλιτέχνης που άλλαξε για πάντα το ελληνικό θέατρο
Η νέα εποχή του Εθνικού Θεάτρου υπό τον Δημήτρη Λιγνάδη: Τα έργα, οι σκηνοθέτες, οι ηθοποιοί, οι αλλαγές
Στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτιρίου Τσίλερ πραγματοποιήθηκε σήμερα η πρώτη συνέντευξη τύπου του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Δημήτρη Λιγνάδη
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου θα έχει πολλή δουλειά φέτος
«Άμλετ» στο θέατρο του πατέρα της (που επαναλειτουργεί μόνο για τη συγκεκριμένη παράσταση), «Ριγκολέτο» στην Εθνική Λυρική Σκηνή και καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών. Η ταλαντούχα σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου έχει πάρα πολλά να κάνει φέτος.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ελευθερία Στάμου: Από τη ρυθμική γυμναστική στο μπαλέτο της ΕΛΣ
Η χορεύτρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μάς μιλά για την πορεία της στον χορό και για το στυλ της.
Η επιστροφή του Αλέξανδρου Αβρανά στο θέατρο
Ο βραβευμένος στη Βενετία σκηνοθέτης ανεβάζει το «Σ' εσάς που με ακούτε», το τελευταίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, στο Εθνικό Θέατρο και παραμένει ενθουσιώδης με κάθε του νέο πρότζεκτ, παρά τις αναποδιές που του έχουν συμβεί στο παρελθόν.
Η Στέγη άνοιξε ξανά με «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα»
Η σκοτεινή πλευρά της συλλογικής φαντασίωσης του ελληνικού καλοκαιριού σε μια καταιγιστική «μετα-επιθεώρηση», σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά και κείμενο Λένας Κιτσοπούλου.
Βασίλης Παπαβασιλείου: «Ζούμε στην εποχή του απόλυτου θορύβου των γνωμών»
Η Σεμίνα Διγενή συνάντησε τον σπουδαίο σκηνοθέτη και δάσκαλο Βασίλη Παπαβασιλείου και μίλησαν για τη «Δεύτερη έκπληξη του έρωτα» και για όσα συμβαίνουν όταν η ρητορική του αισθήματος υποκαθιστά το αίσθημα.
Ο Γιάννης Παπαδόπουλος υποδύεται τον Ιππόλυτο, όπως τον φαντάστηκε η Σάρα Κέιν
Ο βραβευμένος ηθοποιός παίζει στο έργο «Φαίδρας Έρως» που ανεβαίνει στο Μπάγκειον, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου.
Σύρμω Κεκέ: Η εξαιρετική θεατρική ηθοποιός παίζει φέτος στο «Τρίτο Στεφάνι»
Έπειτα από δύο πολύ επιτυχημένους Τσέχοφ, την περσινή σεζόν, η Σύρμω Κεκέ παίζει στη μεγαλύτερη παραγωγή του φετινού, αβέβαιου χειμώνα.
Podcast/ Ρώτα Με Ό,τι Θες: Η Τζόυς Ευείδη απαντά απολαυστικά στα πάντα
Η ηθοποιός απάντησε σε ερωτήσεις αναγνωστών για το Καφέ της Χαράς, τη χαρακτηριστική φωνή της, το Ρετιρέ που δεν της αρέσει, τον Δάγκα, ακόμα και για το πώς... ανεβοκατέβαζε τα στήθη της στο Κλάμα Βγήκε απ' τον Παράδεισο.
Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου επαναφέρει το ραδιοφωνικό θέατρο με 5 νέες παραγωγές
Οι Γιάννης Χουβαρδάς, Δημήτρης Καταλειφός, Ελένη Σκότη, Αργύρης Ξάφης και Μαρία Μαγκανάρη θα σκηνοθετήσουν νέα radio plays με κοινό θεματικό άξονα το ελληνικό αστυνομικό διήγημα.
Ιστορίες με τη Μαίρη Αρώνη
Με πλοηγό τον σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαΐδη, η Σεμίνα Διγενή γράφει για μια Θεατρίνα με θήτα κεφαλαίο, που εκμεταλλευόταν τα πάντα στη σκηνή, έσωζε καταστάσεις, αυτοσχεδίαζε και δημιουργούσε μαγεία από το τυχαίο και το αναπάντεχο.
Μαντάμα Μπατερφλάι: Η ιστορία μιας σπουδαίας όπερας
Με αφορμή το ανέβασμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ανατρέχουμε στο παρελθόν ενός αγαπημένου έργου.
Ποια παράσταση του Βογιατζή έμεινε χαραγμένη στη μνήμη σας; 5 ηθοποιοί και σκηνοθέτες θυμούνται
Σαν σήμερα, το 1944 γεννιέται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες και ιδρυτής του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων: 5 καλλιτέχνες ανακαλούν στη μνήμη τους τον τρόπο που το έργο του τους σημάδεψε
Διονύσης Ατζαράκης: «Θυμάστε που διαβάζαμε κάποτε ότι καιγόταν ολόκληρη η Αυστραλία; Ήταν φέτος!»
Ο stand-up κωμικός που έγινε viral με το βίντεό του για τον κορωνοϊό και τις θεωρίες συνωμοσίας μιλά για το 2020, τα drive-in, τους φόβους του και τα νέα του πλάνα.
 Όλια Λαζαρίδου: «Καλύτερο άνθρωπο σε κάνει ο αγώνας σου»
Η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός ανεβάζει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, το έργο «Έξι φορές» και επιστρέφει με τον τρόπο της στο 1978, τότε που το ίδιο έργο ανέβαζε η Έλλη Λαμπέτη και η ίδια συμμετείχε με έναν μικρό ρόλο.
«Έζησα ωραία ζωή. Αλλά δεν το ήξερα»: Η τελευταία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη
H σπουδαία θεατρική συγγραφέας που πέθανε σαν σήμερα σε μια εξομολογητική συνέντευξη για τη ζωή τον έρωτα και το έργο της
Μια μέρα του '93 στο σομόν βασίλειο της Αλίκης
«Κοίτα δροσιά αυτό το κορίτσι, Σεμίνα μου».
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή