Ο Άντον Τσέχοφ έγραψε τον «Ιβάνοφ», το πρώτο του θεατρικό έργο, σε ηλικία 27 ετών, μέσα σε δέκα ημέρες. Ο Γιάννης Χουβαρδάς το σκηνοθετεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, θεωρώντας ότι είναι μια κατηγορία από μόνο του, και γράφει σχετικά:
«Αν προσπαθούσε κάποιος να κατηγοριοποιήσει το αριστουργηματικό πρωτόλειο του Άντον Τσέχοφ (το έγραψε σε ηλικία 27 ετών), θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κι άλλες τέτοιες παραδοξολογίες: ιλαροτραγωδία, ψυχόδραμα, μαύρη φαρσοκωμωδία, ρομαντικό πεσιμιστικό δράμα με κωμικές πινελιές, ειρωνική τραγικωμωδία, σκοτεινό τσίρκο, νατουραλιστικό θέατρο με ζωντανές μαριονέτες, μπουρλέσκ με νησίδες ρεαλισμού και πολλά άλλα. Όμως η απόπειρα θα ήταν μάταιη. Ο “Ιβάνοφ” περιέχει όλα τα είδη που μπορεί κανείς να ονομάσει – και ταυτόχρονα κανένα.
Σ’ αυτήν τη διαπίστωση κατέληξα/καταλήξαμε όλοι όσοι ασχοληθήκαμε αυτούς τους μήνες με αυτό το πολυδαίδαλο μωσαϊκό από συμβάντα που μοιάζουν τόσο καθημερινά και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά που αψηφούν την έμφυτη ανάγκη σκηνοθέτη και ηθοποιών (και βέβαια του τελικού αποδέκτη, του κοινού) για μια κάποια “τακτοποίηση”. Στη μέση περίπου των δοκιμών αποφασίσαμε ότι όλα τα –συχνά αντιφατικά μεταξύ τους– μορφολογικά στοιχεία θα έπρεπε να συνυπάρχουν: τολμηρά και απροκάλυπτα, χωρίς ενοχές και συμβιβασμούς. Και η συγκολλητική ουσία που θα τα συνέδεε θα ήταν η κοινή αναφορά όλων μας στην πολυσυλλεκτική περιπέτεια που λέγεται ζωή. Στη ζωή αυτή που τα περιέχει όλα χωρίς να τα ξεχωρίζει, που μας ρίχνει στον λάκκο των λεόντων χωρίς να μας προειδοποιεί, που μας ζητά να τη γιορτάσουμε χωρίς να δείχνει την προτίμησή της στο γέλιο ή στο κλάμα.
Κι ενώ αυτός ο κόσμος δεν έχει τίποτα ωραίο, αντίθετα βιώνει με πάταγο μια εξωτερική και εσωτερική ασκήμια, μια δυσμορφική διαταραχή, υπάρχουν στιγμές που από τον σπαραγμό των προσώπων αναδύεται μια απαράμιλλη ομορφιά, και οι πιο ακραία σκληρές μορφές ανάμεσά τους αποκαλύπτουν μια βαθιά ανθρώπινη υπόσταση.
Αλλά φυσικά και η μουσική. Αυτό το θαυματουργό υλικό που κρύβεται πίσω από κάθε κραυγή που δεν ξέρει να φωνάξει, κάτω από κάθε γέλιο ή δάκρυ που διστάζει να ξεχυθεί από μέσα μας.
Εξού και το θαυμαστικό στον τίτλο της διασκευής που αποτόλμησα. Της οποίας τα βασικά χαρακτηριστικά είναι τρία: η εισαγωγή ενός σύγχρονου, κινηματογραφικής υφής μουσικού ιδιώματος, η ανάπτυξη κάποιων ρόλων που ο νεαρός Άντον είχε παραμελήσει και η έμφαση στην ταυτόχρονη συνύπαρξη εκ διαμέτρου διαφορετικών κοινωνικών συμπεριφορών και ψυχισμών μέσα στον ίδιο κόσμο.
Κατά τα λοιπά, ο θεατής ή ο αναγνώστης έχει μπροστά του τον πρωτότυπο “Ιβάνοφ” (στην εξαιρετική μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά που είχε πρωτοανέβει στο Θέατρο Αμόρε το 1997 σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς), ανέγγιχτο και ατόφιο: ένα θαυμαστό και βαθιά ανθρώπινο χρονικό των αγαπημένων μας ψυχοπαθειών, τότε και τώρα».
Ο Γιάννης Χουβαρδάς μας οδηγεί στον χώρο δράσης του έργου, βασικό παραγωγό νοήματος για την παράσταση, στην κατοικία, που υπογράφει σκηνογραφικά η Εύα Μανιδάκη.
«Πίσω, μια “διώροφη” πρόσοψη με ένα μεγάλο παράθυρο ψηλά στον δεξιό τοίχο και ένα άνοιγμα στο ισόγειο του αριστερού τοίχου σαν γκαράζ, μπροστά ένας ελεύθερος χώρος με τραπέζια, πολυθρόνες και καρέκλες, που ανάλογα με τις περιστάσεις συγκροτούν ένα σαλόνι, ένα γραφείο, το καθιστικό ενός κήπου, έναν κοιτώνα κ.λπ.
Μοιάζει ότι, ενώ εμείς (το κοινό) βλέπουμε πάντα τον ίδιο χώρο, τα πρόσωπα που τον κατοικούν είναι σαν να βλέπουν κάθε φορά έναν άλλο χώρο. Σαν οι Λέμπεντεφ και οι Ιβάνοφ να ζουν κάτω από την ίδια στέγη, απλώς όταν (από το έργο) είμαστε στο ένα σπίτι, “απουσιάζουν” τα πρόσωπα του άλλου σπιτιού και τανάπαλιν. Που βέβαια στην πραγματικότητα δεν απουσιάζουν. Είναι εκεί, απλώς ζουν μιαν άλλη, παράλληλη ζωή. Γάμος, κηδεία, ύπνος, γιορτή, έρωτας, μίσος, γέλιο και δάκρυ συνυπάρχουν συνεχώς, όπως και στην πραγματική ζωή.
Αυτός, λοιπόν, ο καλειδοσκοπικός χώρος-μήτρα, που μένει φαινομενικά ίδιος και στις 4 πράξεις και, σαν την αυλή ή το εσωτερικό ενός ιδρύματος, αλλάζει μόνο εποχές, ώρες, κατοίκους, περιστάσεις κ.λπ., παραπέμπει υπαινικτικά σε κάποιου είδους ίδρυμα για ψυχικές ασθένειες, ταυτόχρονα και σε κάποια κλινική για ουσιοεξαρτημένους (στη περίπτωσή μας εξαρτημένους από το αλκοόλ). Σαν η ψυχική ασθένεια και η εξάρτηση από το αλκοόλ να έχουν συναντηθεί μέσα στους ίδιους ανθρώπους και συνεργάζονται για να τους διαλύσουν.
Κάπου μέσα σ’ αυτόν τον χώρο υπάρχει και ένα άδειο, εγκαταλελειμμένο γκαράζ. Εκεί κατοικοεδρεύει ο Μουσικός, ο Blaine Reininger των Tuxedomoon, που ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης, που από μακριά μοιάζει με ξεπεσμένο ροκά ή άστεγο busker, αλλά σιγά σιγά αποκαλύπτεται ως ένας ιδιότυπος ψυχοθεραπευτής. Ένας πραγματικός γιατρός που (σε αντίθεση με τον “γιατρό” Λβοφ που δεν μπορεί με τη δογματική του ιατρική να βοηθήσει κανέναν) με τη μουσική και τα τραγούδια του και τα ξερά, δηκτικά του αστεία “θεραπεύει” ή ανακουφίζει τα συμπτώματα των ψυχικών ασθενειών των προσώπων. Εκεί βρίσκουν καταφύγιο οι κατατρεγμένοι του ιδιότυπου αυτού μετα-γκορκικού βυθού».
Όλα τα πρόσωπα, Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά, Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Δόβρης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής, είναι σχεδόν πάντα παρόντα επί σκηνής, με διάφορες δράσεις, ασήμαντες ή πιο σημαντικές, έμμεσα σχετικές ή φαινομενικά άσχετες με το κύριο σκηνικό γεγονός, καταλαμβάνοντας μέρη του χώρου όπου θα εμφανιστούν κι αργότερα, σαν να καταργείται ο χρόνος, σαν παρελθόν, παρόν και μέλλον να είναι παρόντα ταυτόχρονα, σαν το ένα να μπαίνει μέσα στο άλλο. Όπως και οι χώροι, μπαίνουν κι αυτοί ο ένας μέσα στον άλλο, σαν οι χώροι να είναι στην πραγματικότητα ένας ενιαίος, ένα σύμπαν. Αλλά το ίδιο και οι συνειδήσεις: σαν να μπλέκονται, και να ζουν και να συλλαμβάνουν πολλές παράλληλες πραγματικότητες.
«Κάποιες στιγμές τα πρόσωπα φεύγουν και μετά ξανάρχονται, παίζουν χαρτιά, τρώνε, ερωτοτροπούν, πίνουν, τραγουδούν, λιποθυμούν ή κοιμούνται, ή και απλώς κοιτάνε μπροστά τους σαν χαμένα. Ή άλλες φορές τα βλέπουμε μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα ή τα κλειστά τζάμια του μεγάλου παράθυρου ψηλά στον πρώτο όροφο να ευτυχούν ή να δυστυχούν σε πιο ιδιαίτερες, προσωπικές στιγμές.
Κι ενώ αυτός ο κόσμος δεν έχει τίποτα ωραίο, αντίθετα βιώνει με πάταγο μια εξωτερική και εσωτερική ασκήμια, μια δυσμορφική διαταραχή, υπάρχουν στιγμές που από τον σπαραγμό των προσώπων αναδύεται μια απαράμιλλη ομορφιά, και οι πιο ακραία σκληρές μορφές ανάμεσά τους αποκαλύπτουν μια βαθιά ανθρώπινη υπόσταση. Όπως η καταλυτική χειρονομία του Ιβάνοφ στο τέλος: σ’ ένα τέτοιο χαοτικά εφιαλτικό, εξωφρενικά κωμικοτραγικό και αφόρητα αντιποιητικό σύμπαν, η βίαιη φυγή του μοιάζει να είναι η μόνη ποιητική διέξοδος», γράφει ο Γιάννης Χουβαρδάς.