Ζούμε μια παράξενη συγκυρία. Από τη μια κυριαρχούν φιγούρες που ενσαρκώνουν την ηθική αναισθησία και μια ορισμένη τραχύτητα. Οι «τραμπισμοί» που σέρνονται εδώ κι εκεί φιλοξενούν την επιμονή στις χειρότερες πλευρές του παλιού κόσμου των διακρίσεων. Από την άλλη –και, συχνά, ως αντίπαλος λόγος– βλέπουμε να επιστρέφει η κατήχηση με αναγεννημένους πολιτικά καλλιτέχνες, πύρινους λόγους για την αδικία και νέου τύπου στρατεύσεις μέσα στην ποπ κουλτούρα.


Θέλω εδώ να διακρίνω την πολιτικά ευαίσθητη ματιά από το πνεύμα της κατήχησης. Η πολιτικά ευαίσθητη ματιά δεν είναι, κατ' ανάγκην, γεμάτη διδακτισμό, ούτε πρόθυμη να νεκραναστήσει την αφελέστατη σκηνή της συμπαντικής μάχης του Καλού με το Κακό. Οι νέες τάσεις προοδευτικής κατήχησης έχουν προφανώς κάτι από τον ζήλο του νεοφώτιστου. Νομίζω, για παράδειγμα, πως ένας πρώην απολιτικός και «lifestyle» τύπος, που ανακαλύπτει ξάφνου την πάλη των τάξεων ή την οικολογική κρίση και τα δεινά της, έχει πολλές πιθανότητες να μετατραπεί σε φορτικό κατηχητή. Άνθρωποι που έζησαν ανυποψίαστα τη φιλελεύθερη ηδονιστική φάση των χρόνων του 1990 ή τις μάλλον αδιάφορες για κοινωνικά ζητήματα στάσεις του ποπ μεταμοντερνισμού έχουν, σήμερα, την ευκαιρία και τον πειρασμό να εμφανιστούν ως κήρυκες της παγκόσμιας δικαιοσύνης.

 

Ο κίνδυνος για τις πνευματικές ελευθερίες είναι λοιπόν διπλός: οι ελευθερίες κινδυνεύουν από τη «λευκή» αντεπανάσταση και τα εκάστοτε προσωπεία της, τους λαϊκιστές της δεξιάς με τις ιεραρχικές, διαχωριστικές και συχνά ρατσιστικές τους οχυρώσεις. Οι ελευθερίες όμως υποφέρουν και από τους υπέρμαχους της εξέγερσης και της ηθικής μεταμέλειας, απ' όσους θέλουν τον δημόσιο λόγο, την επιστήμη ή και όλες τις τέχνες στην υπηρεσία μιας πολύ συγκεκριμένης ιδεολογικής έκκλησης.


Το μοτίβο παραπέμπει ίσως σε μια κρίση θρησκευτικότητας που αγγίζει τη ζωή κάποιων ανθρώπων που «έζησαν εν αμαρτία». Όταν ο Χοακίν Φίνιξ, παραλαμβάνοντας το Όσκαρ για τον Joker, ομολογεί με δάκρυα στα μάτια πως «ήταν κάθαρμα σε όλη του τη ζωή», φαίνεται να μιλάει στο όνομα αυτών των μαχητών της δικαιοσύνης που θέλουν να δείξουν ότι η ζωή τους αποκτά καινούργιο νόημα.


Θα πει κανείς: μα δεν είναι χίλιες φορές προτιμότερο αυτό το συναίσθημα (που θέλω να το θεωρώ γνήσιο και όχι άλλη μια θεατρικότητα της συμπονετικής, καπιταλιστικής μας βιομηχανίας) από το σύμπαν των νέων «κανιβάλων» και όσων στρουθοκαμηλίζουν μπροστά στα κοινωνικά δεινά των σύγχρονων συστημάτων εξουσίας; Προφανώς. Σε κάποια ζητήματα με επείγοντα χαρακτήρα είναι καλύτερος ο υπερβάλλων ζήλος από την αδιαφορία ή την τύφλωση.

 

Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε πια σαν να αγνοούμε την Ιστορία και τα σκοτεινά της παραδείγματα. Η πολιτική ηθικολογία, τα διάφορα χαριτωμένα eat the rich, η εύκολη –καθότι αρεστή– προσφυγή σε ένα σχήμα του τύπου καταπιεστής-καταπιεζόμενος, όλα αυτά δεν προσφέρουν κανένα νέο βλέμμα στα πράγματα και στις κοινωνικές σχέσεις. Η σύγχρονη τέχνη πάσχει συχνά από διανοητική ξεραΐλα και έλλειμμα επικοινωνίας με τη σφαίρα των καθημερινών συναισθημάτων. Καταφεύγοντας, λοιπόν, σε μια επίπεδη και μελοδραματική πολιτικοποίηση, πολλοί δημιουργοί φαίνεται να πιστεύουν πως αποκτούν πρόσβαση στο κοινό, πως εξασφαλίζουν την περίφημη σύνδεση της τέχνης με τις κοινωνικές ανάγκες. Οι πολιτισμικές ελίτ είναι αυτή η πρωτοπορία αυτού του τμήματος της μεσαίας τάξης που θέλει να αποδείξει ότι αμάρτησε και ότι τώρα αφυπνίζεται για κάποιον καλό σκοπό. Έτσι συμβαίνει εδώ και χρόνια, σ' εμάς από το 2008 τουλάχιστον και ύστερα: ο πρώην καλτ πολιτισμικός εξωτισμός ξανασυστήνεται σε τέχνη του πολιτικού σχολίου και της κατακραυγής.

 

Όπως σε όλες τις εποχές αφύπνισης, ο κίνδυνος για τις πνευματικές ελευθερίες είναι λοιπόν διπλός: οι ελευθερίες κινδυνεύουν από τη «λευκή» αντεπανάσταση και τα εκάστοτε προσωπεία της, τους λαϊκιστές της δεξιάς με τις ιεραρχικές, διαχωριστικές και συχνά ρατσιστικές τους οχυρώσεις. Οι ελευθερίες όμως υποφέρουν και από τους υπέρμαχους της εξέγερσης και της ηθικής μεταμέλειας, απ' όσους θέλουν τον δημόσιο λόγο, την επιστήμη ή και όλες τις τέχνες στην υπηρεσία μιας πολύ συγκεκριμένης ιδεολογικής έκκλησης. Το κοινό ανάμεσα στους διαφορετικούς τύπους κατήχησης είναι ότι διεκδικούν πάντα να ελέγξουν το φρόνημα του δημιουργού, να εγκρίνουν το περιεχόμενο των έργων και τα συναισθήματα του κοινού.


Αν δούμε μάλιστα τις τάσεις στο μεγάλο κάδρο, η εποχή αυτή γνωρίζει έναν πρωτοφανή πολιτισμικό διχασμό. Το θέμα συζητείται τα τελευταία χρόνια και μάλιστα με αναλυτικό τρόπο. Υπάρχει, ας πούμε, ένας παραδοσιακός λαός που επιλέγει πάντα Σεφερλήδες και δεν σοκάρεται καθόλου από τα σεξιστικά συνθήματα των γηπέδων, την ιδέα των κλειστών συνόρων ή τα αρχέγονα στερεότυπα για διάφορες μειονότητες. Υπό όρους και τηρουμένων των αναλογιών αυτός ο παλαιός λαός αναγνωρίζει την κλασική διαίρεση ανάμεσα στην τέχνη που «ξεσκάς» και στα «κουλτουριάρικα» περιεχόμενα τα οποία τον αφήνουν αδιάφορο ή μπορεί και να τον θυμώνουν όταν εμφανίζονται ως προσβλητικά για τα θεία, για το έθνος και τις αξίες που θεωρούνται αυτονόητες.


Από την άλλη, βλέπουμε νέα προοδευτικά κοινά και δυνητικά έναν δεύτερο λαό που έχει περισσότερες δυνατότητες και ευκαιρίες να εκτιμήσει τη σύνθετη λογοτεχνία, το καλό σινεμά, το απαιτητικό θέατρο. Αυτός είναι όμως ο κόσμος που, στριμωγμένος ανάμεσα στις ταξικές ψευδαισθήσεις των γονιών του και τη μετριότητα του παρόντος, αρπάζεται από τη σανίδα σωτηρίας αυτών των νέων στρατεύσεων που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Συχνά, ο «καινούργιος» λαός γελάει με τα γούστα και τις ιδέες που κυκλοφορούν στο άλλο, στο πιο παραδοσιακό κοινωνικό σώμα. Σαν να χωρίζονται με τείχη γλωσσικά και να στεγάζονται σε διαφορετικές χώρες μέσα στην ίδια πόλη και στην ίδια γειτονιά. Με τι υλικά, όμως, θα μπορούσαν να χτιστούν αισθητικές και συναισθηματικές γέφυρες μεταξύ των αποξενωμένων κόσμων; Δυστυχώς, οι αναγεννημένοι πολιτικά κατηχητές δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με το γεγονός ότι συμβιώνουν με κάποιους ελάχιστα εξωτικούς και αφόρητα συνηθισμένους άλλους, τους «κυρ-Παντελήδες», έτσι όπως τους αποκαλούν οι υμνωδοί της εξέγερσης. Αλλά στο όνομα της θεραπείας από τον στενόμυαλο συντηρητισμό, η προοδευτική κατήχηση κινδυνεύει να γίνει το προσωπείο μιας νέας αλαζονείας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO