O Scott Walker, ένας από τους πιο σημαντικούς μουσικούς που έζησαν και δημιούργησαν στη Βρετανία τα τελευταία 50 χρόνια και γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία με τους Walker Brothers τη δεκαετία του '60 που το φαν κλαμπ τους ήταν πιο μεγάλο και από αυτό των Beatles, δεν λεγόταν Walker (το κανονικό του όνομα ήταν Noel Scott Engel), οι άλλοι δύο στο συγκρότημα δεν ήταν αδέλφια του, ούτε καν Άγγλοι, αλλά Αμερικανοί από το Λος Άντζελες.

 

Ο Scott με τη χαρακτηριστική φωνή βαρύτονου και την ελκυστική εμφάνιση έγινε τεράστιο εφηβικό ποπ είδωλο, σημαδεύοντας τις δύο μεγαλύτερες επιτυχίες του γκρουπ, το «Make it easy on yourself» και το «The sun ain't gonna shine (anymore)», και τα δύο κομμάτια των Burt Bacharach και Hal David.

 

Δεν αποχωρίστηκε ποτέ το «Walker», ακόμα και όταν το συγκρότημα διαλύθηκε και από το 1967 ακολούθησε μια μοναχική πορεία, σκοτεινή και αλλόκοτη, με δίσκους τόσο προσωπικούς και πειραματικούς που τον έκαναν από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της αγγλικής αβανγκάρντ (από το 1970 έγινε και επίσημα Βρετανός πολίτης).

 

Ποτέ δεν ήταν ο συμβατικός ποπ σταρ. Υπάρχει μια μαρτυρία του δημοσιογράφου Keith Altham από το 1965, όταν οι Walker Brothers ήταν στο ζενίθ της δημοτικότητάς τους, ο οποίος, όταν τους επισκέφτηκε στο διαμέρισμά τους στο Λονδίνο, πρόσεξε μια βικτοριανή πόρτα στριμωγμένη κάτω από ένα κρεβάτι. Ήταν η πόρτα ενός από τα σπίτια όπου ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης είχε δολοφονήσει κάποιο από τα θύματά του, την οποία είχαν αγοράσει σε μια δημοπρασία.

 

Πάντα ξεκίναγε να γράφει ένα κομμάτι από τους στίχους. «Αν μου πετύχουν οι στίχοι, όλα τα υπόλοιπα μπαίνουν σε μια σειρά» είχε πει. «Είναι σαν να γράφεις το σενάριο για μια ταινία: αν έχεις ένα καλό σενάριο, έχεις και μια καλή ταινία».

 

Η συγκεκριμένη πόρτα που κουβάλαγε τρομακτικές αναμνήσεις και άλυτα μυστήρια ήταν μια πρώτη ένδειξη για το στοιχείο του θανάτου που πάντα γοήτευε τον Scott και για την ξεχωριστή καλλιτεχνική μεταμόρφωση που θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια.

 

Αυτό φάνηκε από το πρώτο σόλο άλμπουμ του, το «Scott» του 1967, στο εξώφυλλο του οποίου ήταν πολύ διαφορετικός από τη χαμογελαστή φιγούρα που είχε συνηθίσει το κοινό: κρυμμένος πίσω από μαύρα γυαλιά, στοχαστικός και απρόσιτος, με το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω και τα χείλια ανοιχτά σε μια έκφραση δυσφορίας.

 

 

Ήταν μόλις 24 χρονών, στο ξεκίνημα μιας καριέρας που κανείς δεν υποψιαζόταν ότι θα ήταν τόσο εξωπραγματική και ιδιοσυγκρασιακή, με μια σειρά από άλμπουμ δύσκολα και αντιεμπορικά, που τον έκαναν ίσως την πιο ξεχωριστή περίπτωση της γενιάς του.

 

 

Τη δεκαετία του '70 την πέρασε «χαμένος» στο αλκοόλ και στο ψευτο-country και western των τριών άλμπουμ που έφερε η επανένωση των Walker Brothers, αλλά απλώς προετοίμαζε το έδαφος για όσα θα ακολουθούσαν.

 

Το 1978, πριν ακόμα κυκλοφορήσει το κύκνειο άσμα του γκρουπ, το «Nite Flights», ο Scott ανακάλυψε τον Νόαμ Τσόμσκι και όσα έγραφε για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και έφτιαξε το «Electrician», ένα τρομακτικό κομμάτι (ήταν το 14ο και τελευταίο single που κυκλοφόρησαν, χωρίς καμία επιτυχία) όπου περιγράφει τις πράξεις ενός βασανιστή της CIA.

 

Μετά το «Nite Flights» άρχισε να βυθίζεται σε ένα αυστηρά προσωπικό ταξίδι που τα επόμενα χρόνια έφερε το τριάντα λεπτών «Climate of Hunter» το 1984, το άλμπουμ που με κάποιον τρόπο αποχαιρετάει την ποπ και ροκ μουσική της εποχής και μπαίνει σε μια δική του διάσταση.

 

Έντεκα χρόνια αργότερα, με το «Tilt» βρήκε έναν νέο τρόπο να εκφράζεται μουσικά και στιχουργικά, φτιάχνοντας ένα εντελώς ιδιόρρυθμο σύνολο από λέξεις, εμπνεόμενος από επιστημονικά δεδομένα, ιστορικά στοιχεία, τη λογοτεχνία του φανταστικού.

 

«Υποθέτω ότι είναι απλώς μέρος ενός στυλ που έχω αναπτύξει» είχε πει ο ίδιος. «Διαφορετικά πράγματα παρεμβαίνουν ή μπαινοβγαίνουν στα κομμάτια μου και εύχομαι όλα αυτά να σχετίζονται με όσα συμβαίνουν. Αν διαβάσεις οποιουδήποτε είδος αβανγκάρντ ποίησης από τη δεκαετία του '50, θα δεις ότι το ίδιο συμβαίνει».

 

Πάντα ξεκίναγε να γράφει ένα κομμάτι από τους στίχους. «Αν μου πετύχουν οι στίχοι, όλα τα υπόλοιπα μπαίνουν σε μια σειρά» είχε πει. «Είναι σαν να γράφεις το σενάριο για μια ταινία: αν έχεις ένα καλό σενάριο, έχεις και μια καλή ταινία».

 

Στιχουργικά, τον γοήτευαν πολύ οι δικτάτορες και πολλές φορές είχε κάνει αναφορές σε αυτούς σε κομμάτια του: στο «The old man's back again (Dedicated to the neo-stalinist regime)» από το «Scott 4», στο «Clara» εμπνέεται από τον Μουσολίνι, στο «The day the "Conductor" died» από το «Bisch Bosch» αναφέρεται στη μοίρα του Τσαουσέσκου.

 

«Είναι όλοι σαν κλόουν, αλλά είναι επικίνδυνοι, κι αυτός ο συνδυασμός είναι περίεργος» έλεγε σε μα συνέντευξη στο «Wire» το 2012. «Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει, όταν ήμουν παιδί, ότι όταν οι άνθρωποι στην Αμερική είδαν για πρώτη φορά τον Χίτλερ γέλασαν μαζί του. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι κάποιος ακολουθούσε αυτό τον γελοίο».

 

Ο πιο αβανγκάρντ από τους σύγχρονους πειραματικούς καλλιτέχνες απέρριπτε αυτό τον τίτλο. «Δεν είμαι αβανγκάρντ», έλεγε, «το μόνο που κάνω είναι να φτιάχνω τραγούδια για να γεμίζω τη ζωή μου. Κι αν στους στίχους μου πρέπει να ακούγομαι σαν τον Μαντοβάνι, θα το κάνω, επειδή με αυτό τον τρόπο θα τους προσέξει ο κόσμος»...