Έχουν περάσει χρόνια από το θάνατο του, μα ο Τάσσος Φαληρέας, εξακολουθεί να επανέρχεται συχνά στη σκέψη και τις συζητήσεις όσων συνδέθηκαν μαζί του.

 

Για εκείνους που δεν πρόφτασαν να τον γνωρίσουν, τα γεγονότα της ζωής του δίνουν μια γενική εικόνα: Ο Τάσσος Φαληρέας υπήρξε μια από τις εμβληματικότερες μορφές στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Διευθυντικό στέλεχος δισκογραφικών εταιρειών από τη δεκαετία του ’60, συνιδρυτής του θρυλικού δισκάδικου POP 11, του περιοδικού «Το Ντέφι», της ετικέτας «Αδελφοί Φαληρέα» που πρώτη εξέδωσε σπάνιες ηχογραφήσεις -από ρεμπέτικα τραγούδια ηχογραφημένα στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα μέχρι ζωντανά προγράμματα του Μάρκου Βαμβακάρη και του Γιάννη Παπαϊωάννου.

 

Αποτελούσε μια πολυπρισματική προσωπικότητα: Αστός από την κούνια και μποέμ από την εφηβεία του, εξαιρετικός μπασκετμπολίστας αλλά και μανιώδης καπνιστής, ροκ και λαϊκός ταυτόχρονα (σε μια περίοδο που αυτά τα δύο θεωρούνταν ασυμβίβαστα), με επιχειρηματικό δαιμόνιο μα και παροιμιώδη αδιαφορία για το χρήμα.

 

Μέγας ανιχνευτής ταλέντων ο Τάσσος Φαληρέας, συνάντησε τον νεαρό Διονύση Σαββόπουλο, πίστεψε ολόθερμα και επένδυσε συναισθηματικά και επαγγελματικά στην περίπτωση του. Τον ίδιο ρόλο εμψυχωτή και καθοδηγητή έπαιξε για τους «Φατμέ» και τον Νίκο Πορτοκάλογλου, για την Πίτσα Παπαδοπούλου, για τα «Παιδιά από την Πάτρα», για τον Φοίβο Δεληβοριά και για άλλους πολλούς… Λάτρης του “live” και της “on the road” κατάστασης, ανέβασε τον Μανώλη Αγγελόπουλο στον Λυκαβηττό και οργάνωσε, το καλοκαίρι του 1993, ένα γύρο του θριάμβου για τον Χρήστο Κυριαζή ανά την ελληνική επικράτεια. «Ειλικρινά, σ’ αρέσουν τα τραγούδια του;» τον ρώταγαν τότε διάφοροι εξυπνάκηδες. «Ειλικρινά, μου αρέσει η ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις συναυλίες!» τους απαντούσε εκείνος. Χαλκέντερος ραδιοφωνικός παραγωγός, παρέμεινε μέχρι το τέλος σχεδόν πίσω από το μικρόφωνο, ενώ μοιραζόταν την ευθύνη και για την εκπομπή «Αυλαία» -που ακόμα επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στην κρατική τηλεόραση. 

 

Ο Τάσσος Φαληρέας ήταν όλα τα παραπάνω, ήταν όμως και πολλά περισσότερα, που δύσκολα ίσως καταγράφονται συνοπτικά. Αποτελούσε μια πολυπρισματική προσωπικότητα: Αστός από την κούνια και μποέμ από την εφηβεία του, εξαιρετικός μπασκετμπολίστας αλλά και μανιώδης καπνιστής, ροκ και λαϊκός ταυτόχρονα (σε μια περίοδο που αυτά τα δύο θεωρούνταν ασυμβίβαστα), με επιχειρηματικό δαιμόνιο μα και παροιμιώδη αδιαφορία για το χρήμα. Αεικίνητος και αραχτός, περιπετειώδης ως το κόκκαλο και τρυφερότατος συνάμα σύντροφος και πατέρας. Καυστικός και αυτοσαρκαστικός, γενναιόδωρος με τις στιγμές και με τους φίλους του, αντιμετώπισε τη ζωή ως ένα σπάνιο δώρο, που αξίζει ωστόσο να το απολαύσεις με τους δικούς σου και μόνον όρους. Όταν χρειάστηκε, μας έδωσε έμπρακτα το μέτρο της αξιοπρέπειας…

 

Τι σημασία έχει -θα αναρωτηθείτε- να τα γράφω τώρα αυτά; Εκείνοι που ευτύχησαν να συνδεθούν με τον Τάσο Φαληρέα διαθέτουν τις προσωπικές τους αναμνήσεις. Οι υπόλοιποι -και περισσότεροι- δεν θα τον μάθουν ασφαλώς από ένα δικό μου σύντομο κείμενο…

 

Κι όμως… Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ένας άνθρωπος σαν τον Τάσσο Φαληρέα, που είχε γνώση και άποψη για το καλό και για το ωραίο, μπορούσε στην ακμή του να διαμορφώνει τάσεις και εξελίξεις.

 

Στις δισκογραφικές εταιρείες δεν είχαν ακόμα επελάσει οι μάνατζερ, που αντιμετωπίζουν το τραγούδι σαν οποιοδήποτε προϊόν προς πώλησιν και κρίνονται αποκλειστικά σχεδόν από την πορεία του τζίρου. Στον Τύπο δεν είχε ακόμα κυριαρχήσει το life style -αυτός ο θρίαμβος του λαϊκισμού με γυαλιστερό περιτύλιγμα-, απέναντι στον οποίον μόλις πρόσφατα άρχισαν ορισμένοι να αντιστέκονται με επιτυχία. Στη διανόηση δεν είχαν ακόμα δημιουργήσει κονγκλάβιο οι διάφοροι σοβαροφανείς «σοφολογιότατοι» που μπερδεύουν το ποιοτικό με το πληκτικό, τη γνησιότητα με τον επαρχιωτισμό και το παιγνιώδες με το γελοίο.

 

Τα ανήσυχα παιδιά της παρέας του Τάσσου Φαληρέα μπορούσαν το πρωί να ασχολούνται με την έκδοση του «Πάλι» -περιοδικού όλως πρωτοποριακού στην εποχή του, υπό την αιγίδα του Ανδρέα Εμπειρίκου- και το απόγευμα να οργανώσουν την περιφορά του «Αγίου Κωλοδάχτυλου» στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας… 

 

Κώστας Θεοφιλόπουλος, Κώστας Προβατάς, Παναγιώτης το Μλαρ, Μαρία Μήτσορα, Πάνος Κουτρουμπούσης, Κέιτ, Ντενίζ, Τάσος Φαληρέας, Ανδρέας Χου, Μαρία και Γιώργος Μπαράκος.
Κώστας Θεοφιλόπουλος, Κώστας Προβατάς, Παναγιώτης το Μλαρ, Μαρία Μήτσορα, Πάνος Κουτρουμπούσης, Κέιτ, Ντενίζ, Τάσος Φαληρέας, Ανδρέας Χου, Μαρία και Γιώργος Μπαράκος.

 

Είπα μόλις της λέξη-κλειδί: «Παρέα». Ο Τάσσος Φαληρέας -όπως και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες της γενιάς του- διαπλάστηκε μέσα σε παρέες-μήτρες, που μοιράζονταν τις μέρες και τις νύχτες τους σε σπίτια, καφενεία και στούντιο, εμπνέονταν από ιερά τέρατα όπως ο Νίκος Γκάτσος και ο Γιώργος Μακρής, ζυμώνονταν και γλεντούσαν και τσακώνονταν, αμφισβητώντας κάθε θέσφατο και δεδομένο -είτε από τη Δεξιά, βεβαίως, προερχόταν είτε από την ορθόδοξη Αριστερά. Εάν κάποτε γραφτεί μια επί της ουσίας Ιστορία της Μεταπολεμικής Αθήνας, στο μεγάλο κεφάλαιο «Παρέες» θα βρουν, μεταξύ των άλλων, τη θέση τους τα ονόματα του Μάνου Χατζιδάκι, του Κώστα Ταχτσή, του Αλέξη Ακριθάκη, του Πάνου Κουτρουμπούση, του Θεόδωρου Πάγκαλου, του Βασίλη Βασιλικού, του Γιώργου Πανουσόπουλου, του Δημήτρη Πουλικάκου, καθώς και όλων των ωραίων κοριτσιών που αποτελούσαν -σύμφωνα με τον Τάσο Φαληρέα- την κινητήρια δύναμη για το κάθε τι…

 

Έφηβος σχεδόν, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ξεστράτισα από την κομματοκρατούμενη Νομική Σχολή στο κοντινό “Dolce” (νυν «Φίλιον»), κι εκεί είχα την τύχη να γνωρίσω τον Τάσσο Φαληρέα και να νιώσω κάτι από την ελληνική Ροκ Άνοιξη, που σχεδόν συνεθλίβη ανάμεσα στα εμβατήρια της Χούντας και τα θούρια της Μεταπολίτευσης.

 

«Δεν έχει νόημα να αναπολούμε το παρελθόν» έλεγε ο Φαληρέας σε μας, τους τότε πιτσιρικάδες. «Το ζήτημα είναι να δημιουργούμε διαρκώς νέους πυρήνες, καινούργιες καταστάσεις. Πάντοτε υπάρχει γύρω μας η μαγιά. Αρκεί να ξέρουμε να τη διακρίνουμε και να δινόμαστε στο όραμά μας -στο κέφι μας, έστω- δίχως να κρατάμε καβάτζες και πισινές!»

 

Καλό σας καλοκαίρι.

 

_________

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 32 της έντυπης LIFO,  στις 27.06.06. Ψηφιοποιείται πρώτη φορά.