Μία από τις πιο αξιοπρόσεκτες ελληνικές δουλειές του φετινού χειμώνα είναι το «Music from the early robotic societies of the basin» του Χρίστου Χονδρόπουλου. Κυκλοφόρησε στη βρετανική Tapeworm, η οποία κινείται στον σκληρό πυρήνα της μουσικής του σήμερα, γεγονός που την έκανε ακόμα πιο ξεχωριστή για ευνόητους λόγους.

 

Το συγκεκριμένο άλμπουμ του Χονδρόπουλου αντικατοπτρίζει μια τάση που παρατηρείται τελευταία στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής και έχει άμεση σχέση με το έργο και τις θεωρίες του Αμερικανού αβανγκάρντ συνθέτη και τρομπετίστα Jon Hassell.

 

Ο Hassell, τη δεκαετία του '80, μέσα από τη συνεργασία του με τον Brian Eno και τις εμπειρίες του με διαφορετικές κουλτούρες, είχε προτείνει ένα νέο στυλ μουσικής το οποίο βάφτισε «fourth world».

 

H θεωρία του αφορούσε έναν μεταλλαγμένο ήχο που έβγαινε από τη μείξη ηχογραφήσεων εθνολογικού χαρακτήρα και παραδοσιακών τοπικών μουσικών με την ηλεκτρονική μουσική και τον μινιμαλισμό.

 

Οι συνθέσεις του ακούγονταν ταυτόχρονα πρωτόγονες και φουτουριστικές. Τις είχε μάλιστα περιγράψει ως μουσική που προέρχεται από «άγνωστες και φανταστικές περιοχές».

 

Έπειτα από έντονους πειραματισμούς με την ασιατική και αφρικανική μουσική στράφηκε στην ελληνική παράδοση, συγκεκριμένα στη Θράκη και τα αναστενάρια. Μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με τη δημοτική μουσική.

 

Σίγουρα δεν είναι τελείως καινούργιο στην Ελλάδα να μπλέκει κάποιος παραδοσιακή ή δημοτική μουσική με πιο σύγχρονα είδη. Παραδείγματα βρίσκει κανείς αρκετά τόσο στο παρελθόν όσο και πρόσφατα.

 

Τον τελευταίο καιρό εμφανίζονται όλο και πιο συχνά μουσικοί και σχήματα από τον χώρο της τζαζ, της ηλεκτρονικής μουσικής αλλά και του πιο σκληρού ήχου με διάθεση να πειραματιστούν, αντλώντας υλικό από το ελληνικό μουσικό φολκλόρ.

 

Με αηδιάζει αρκετά αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην underground σκηνή με τις συμβουλές αυτοπροώθησης. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Με αηδιάζει αρκετά αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην underground σκηνή με τις συμβουλές αυτοπροώθησης. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το στοιχείο που κάνει πιο ιδιαίτερο το έργο του Χρίστου είναι η φουτουριστική αφήγηση που δημιουργεί γύρω από τα κομμάτια του.

 

Παραδόξως, δεν βασίστηκε καθόλου στον Hassell όταν έφτιαχνε το άλμπουμ, όπως μου είπε σε μία από τις πρώτες μας συζητήσεις. Οι θεωρίες του ήταν κάτι που αγνοούσε.

 

Στο «Music from the early robotic societies of the basin» έχει έξι λιτές ηλεκτρονικές συνθέσεις χωρίς φωνητικά, οι οποίες εμπνέονται από την Ήπειρο και την Αφρική με τρόπο που μεταμορφώνει τη μουσική του σε κάτι άλλο, πιο απροσδιόριστο γεωγραφικά.

 


 

 

Στην ενθουσιώδη παρουσίαση που του έγινε στο «Boomkat» αναφέρεται ότι ο Χονδρόπουλος «στις ηχογραφήσεις του αυτές έχει συμπυκνώσει με όμορφο τρόπο τη μαγεία της Αθήνας» και ότι «μέσα από μια αινιγματική ιστορία όπου η Ανατολή συναντά τη Δύση και ο Βορράς τον Νότο ζωγραφίζει μια σύγχρονη αθηναϊκή ηχητική εικόνα».

 

Αυτό μαρτυρά έμμεσα και ο τίτλος του άλμπουμ, ο οποίος μεταφράζεται ως «μουσική από τις πρώιμες ρομποτικές κοινωνίες του Λεκανοπεδίου».

 

Το 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο «Fingerpainting», μια εξαιρετική δουλειά σε σόλο αυτοσχεδιαστικά κρουστά, το όργανο στο οποίο ειδικεύεται.

 

«Παρόλη τη θερμή υποδοχή που είχε το "Fingerpainting", δεν ήθελα να επαναλάβω τον εαυτό μου. Προτίμησα να αρχίσω από το μηδέν και ήθελα, αν ήταν δυνατό, το επόμενο άλμπουμ μου να μην έχει καν κρουστά» μου λέει για την απόφασή του να αλλάξει εντελώς στυλ στη νέα του δουλειά.

 

«Με αηδιάζει αρκετά αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην underground σκηνή με τις συμβουλές αυτοπροώθησης. Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι η μουσική που έφτανε στ' αυτιά μου μέσω Διαδικτύου μού φαινόταν όλο και πιο αδιάφορη.

 

Ως παιδί είχα αναπτύξει μεγάλη αποστροφή προς οτιδήποτε παραδοσιακό, πράγμα που αργότερα κατάλαβα πώς δεν ήταν τυχαίο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ως παιδί είχα αναπτύξει μεγάλη αποστροφή προς οτιδήποτε παραδοσιακό, πράγμα που αργότερα κατάλαβα πώς δεν ήταν τυχαίο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Άρχισα, έτσι, να ακούω αποκλειστικά εθνολογικά labels επειδή ήθελα να εκτεθώ σε πιο πηγαίους και φυσικούς ήχους που βγαίνουν αβίαστα από μια πραγματική ανάγκη των ανθρώπων για έκφραση.

 

Συνειδητοποίησα πως στην πλειονότητά τους οι μουσικές αυτές μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό στήριγμα στην καθημερινότητα. Κατάφερναν να μεταδώσουν τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα με άμεσο και σαφή τρόπο».

 

Έπειτα από έντονους πειραματισμούς με την ασιατική και αφρικανική μουσική στράφηκε στην ελληνική παράδοση, συγκεκριμένα στη Θράκη και τα αναστενάρια. Μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με τη δημοτική μουσική.


«Το τελειωτικό χτύπημα μου το έδωσε η συλλογή της Ocora για την Ήπειρο, απ' όπου και κατάγομαι». Η ενασχόλησή του με τη μουσική της γενέτειράς του φαίνεται στο κομμάτι «Maternal» που είναι βασισμένο στον πεντατονικό μινιμαλισμό της Ηπείρου.


Το συγκεκριμένο κομμάτι συμπεριλήφθηκε στις μηνιαίες ραδιοφωνικές μεταδόσεις του βερολινέζικου φεστιβάλ CTM, ενός από τα πιο σημαντικά φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής παγκοσμίως.

 

Η ιδέα πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φτάσει στο σημείο να γίνει πιο ανθρώπινη από τον άνθρωπο μου έμοιαζε λυτρωτική σε έναν κόσμο που οπισθοδρομούσε ολοταχώς. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ιδέα πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φτάσει στο σημείο να γίνει πιο ανθρώπινη από τον άνθρωπο μου έμοιαζε λυτρωτική σε έναν κόσμο που οπισθοδρομούσε ολοταχώς. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Μου μιλάει για την αδιαμεσολάβητη σχέση που έχει κάποιος με την παραδοσιακή μουσική του τόπου του. «Ως παιδί είχα αναπτύξει μεγάλη αποστροφή προς οτιδήποτε παραδοσιακό, πράγμα που αργότερα κατάλαβα πώς δεν ήταν τυχαίο».


Τον ρωτώ, λοιπόν, πώς κατάφερε να ξεπεράσει την άρνηση της παιδικής του ηλικίας και να επιστρέψει στην παραδοσιακή μουσική, αποφεύγοντας μάλιστα την παγίδα της επανάληψης, και να δημιουργήσει κάτι τόσο φρέσκο ηχητικά.


«Πριν φτάσω σε αυτό το σημείο, όλα λειτουργούσαν, ακόμα κι αν δεν το έβλεπα, ώστε να επαναλάβω το γνωστό κλισέ του Έλληνα που ανακάλυψε την ελληνική μουσική.


Τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου, όμως, δεν το επέτρεψαν» αναφέρει. «Είναι πλούσιο το παρελθόν της χώρας μας σε πολιτικούς που έχουν καπηλευτεί την παραδοσιακή μουσική. Το βλέπεις να συμβαίνει από τη χούντα μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Μια στροφή αποκλειστικά στην ελληνική παράδοση, όσο τολμηρή κι αν είναι, είναι κάπως προβληματική για κάθε καλλιτέχνη. Μοιραία, οι ιδέες μου βρήκαν τοίχο ιδεολογικά και άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο με πιο πρακτικά ζητήματα, παραγωγής και ηχογράφησης μέχρι να κατασταλάξω».


Όταν βρέθηκε σε εννοιολογικό αδιέξοδο σχετικά με την πολιτική και την παράδοση, τη λύση την βρήκε στην επιστημονική φαντασία.


«Ήταν η εποχή που ανακοινώθηκε το "Blade Runner 2049" και θέλησα να ξαναδώ την πρώτη ταινία. Πέρα από τη μουσική του Βαγγέλη, τα μηνύματα που πήρα ήταν εντελώς διαφορετικά αυτήν τη φορά.


Η ιδέα πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φτάσει στο σημείο να γίνει πιο ανθρώπινη από τον άνθρωπο μου έμοιαζε λυτρωτική σε έναν κόσμο που οπισθοδρομούσε ολοταχώς.


Άρχισα να φαντάζομαι τη μουσική αυτών των μελλοντικών μετα-ανθρώπινων κοινωνιών και η παράδοση απέκτησε το νόημα που έψαχνα. Φαντάστηκα, λοιπόν, τη δημιουργία μιας ρομποτικής Εδέμ στο λεκανοπέδιο της Αττικής και αυτά τα όντα να ανακαλύπτουν την πρωτόγνωρη χαρά του να χτυπούν για πρώτη φορά ένα τύμπανο, ενώ χορεύουν και τραγουδούν».

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Αργότερα, κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης στο μικρό στούντιο όπου κάνει πρόβες στην οδό Παλλάδος στου Ψυρρή, μου αναφέρει ότι οι πρώτες αντιδράσεις που είχε για το άλμπουμ ήταν αμήχανες.


«Η μουσική μου δεν φαινόταν να έχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά σε άλλους παραγωγούς που βρίσκονται στην επικαιρότητα, οπότε μάλλον τους φάνηκε αφελής και εκτός τόπου και χρόνου η προσπάθειά μου.


Απογοητεύτηκα. Η μουσική μου έμεινε για δύο μήνες στο desktop μέχρι να βρω το θάρρος να τη στείλω στον Δημήτρη Παπαδάτο που ενθουσιάστηκε και την προώθησε αμέσως στην Tapeworm. Όταν μου απάντησαν θετικά, ανησύχησα ότι κάποιος με κορόιδευε».
Στο στούντιό του, που είναι ένα χάος από τεράστια και μικρότερα κρουστά και αυτοσχέδιες κατασκευές, υπάρχει μια εντυπωσιακή ρομποτική εγκατάσταση που τραβάει αμέσως την προσοχή.

 

Την απέκτησε με τη στήριξη της πολωνικής εταιρείας Polyend και είναι η τελευταία λέξη της ρομποτικής τεχνολογίας για τα κρουστά. Η συνεργασία αυτή προέκυψε μετά τις εκπομπές του CTM. Υποθέτω ότι με έναν τρόπο όλα είναι αλληλένδετα.


Πριν κλείσουμε, του ζητάω να μου μιλήσει για τις προσδοκίες του.


«Πριν από μερικά χρόνια είχα διάφορες αγωνίες. Ήθελα να αποδείξω την αξία μου σε πείσμα μιας ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, που, αν και με ωφέλησε, προσπάθησε να με κλείσει στο άλλοθι του μουσικού που μετράει τις επιτυχίες του στα νυχτοκάματα και στα βαρετά μαθήματα, σνομπάροντας στην πορεία καθετί που δεν γνωρίζει» μου απαντάει.


«Όλοι αγωνιζόμαστε καθημερινά και δεν είναι ανάγκη να θολώνουμε τα μυαλά των μουσικών που ξεκινούν τώρα, προσπαθώντας να καλύψουμε την εκφραστική μας φτώχεια με τέτοιου είδους πατροναρίσματα. Αμφιβάλλω ειλικρινά αν τέτοιες απόψεις μπορούν να πάνε μπροστά τον πολιτισμό μας.


Μια χώρα χωρίς ουσία πολιτιστικά δεν θα καταφέρει να έχει λόγο ούτε πολιτικά. Ξέρω πως αυτό που παίζω έχει γεννηθεί στην Παλλάδος κι έχει συρθεί σε ένα σωρό υπόγεια. Δεν φοβάμαι, λοιπόν, κανέναν. Βλέπω τόση χαρά στα πρόσωπα των ανθρώπων όταν παίζω, που μου αρκεί».

 

Maternal Mixing